Συνήγορος υπεράσπισης και έλεγχος τραπεζικού λογαριασμού

Απόφαση:

Sommer κατά Γερμανίας, 27. 4. 2017, (Αριθ. Προσφυγής 73607/13), δημοσιευμένη στο ΝοΒ (2017) 65,  σελ. 1206-1217, με σχόλιο του Bασίλη Χειρδάρη

 

Περίληψη:

Συνήγορος υπεράσπισης και έλεγχος τραπεζικού λογαριασμού. Εισαγγελική έρευνα σε τραπεζικό λογαριασμό δικηγόρου: α) χωρίς ειδικές δικαστικές διαδικαστικές εγγυήσεις για την προστασία του επαγγελματικού απορρήτου, β) χωρίς την ενημέρωση του δικηγόρου για τον έλεγχο του επαγγελματικού του τραπεζικού λογαριασμού συνιστά παραβίαση της ιδιωτικής του ζωής. Η παρέμβαση γίνεται πιο σοβαρή εάν τα στοιχεία του προσωπικού επαγγελματικού λογαριασμού με τις συναλλαγές του δικηγόρου με τους πελάτες του συμπεριλήφθηκαν στη δικογραφία της υπόθεσης και διατέθηκαν σε άλλα άτομα.

Έλεγχος τραπεζικού λογαριασμού δικηγόρου και ΕΣΔΑ. Η ΕΣΔΑ δεν εμποδίζει την έρευνα δικηγόρου, εφόσον υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις εμπλοκής του σε ποινικά αδικήματα, όμως πρέπει να παρέχονται οι κατάλληλες δικονομικές εγγυήσεις, (όπως απόφαση δικαστηρίου, παρουσία ενός εκπροσώπου του δικηγορικού συλλόγου κ.α.

Παροχή πληροφοριών τραπεζικού λογαριασμού δικηγόρου από τις τράπεζες. Δεν αποτελεί οικειοθελή παροχή πληροφοριών της τράπεζας προς την εισαγγελία για τον τραπεζικό λογαριασμό δικηγόρου, εάν αυτή έγινε κατόπιν δηλώσεως της εισαγγελίας ότι η μη παροχή των πληροφοριών θα έχει μελλοντικές συνέπειες για την τράπεζα (Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ).

 

Σχόλιο:

Ο έλεγχος τραπεζικών λογαριασμών δικηγόρων απαιτεί σοβαρές εγγυήσεις

Η παρουσιαζόμενη απόφαση του Δικαστηρίου του Στρασβούργου που καταδικάζει την Γερμανία[1] για παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ αποτελεί μια εξαιρετική προσέγγιση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που διασφαλίζει με έναν επαρκή τρόπο τον σεβασμό στον συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου και που θωρακίζει την σχέση εμπιστευτικότητας μεταξύ του τελευταίου και του συνηγόρου του[2].

Η υπόθεση διέθετε στοιχεία αιφνιδιασμού, μη ενημέρωσης και αγνόησης του συνηγόρου υπεράσπισης και μια ανορθόδοξη επικοινωνία μεταξύ εισαγγελίας και τράπεζας σε βάρος της ιδιωτικής ζωής του συνηγόρου, εκθέτοντας τον τελευταίο εντελώς αδικαιολόγητα σε επαγγελματικό κίνδυνο.

Ο προσφεύγων καθηγητής Dr Ulrich Sommer, δικηγόρος Κολωνίας, εκπροσωπούσε έναν πελάτη του σε ποινική υπόθεση. Ξαφνικά και χωρίς να γνωρίζει τίποτα, επισκοπώντας την δικογραφία του πελάτη του, που ήταν συγκατηγορούμενος μαζί με άλλους,  διαπίστωσε ότι στα έγγραφα της δικογραφίας περιλαμβάνετο αναλυτική κατάσταση του δικού του επαγγελματικού τραπεζικού λογαριασμού, όπου εμφανιζόταν οι κινήσεις των δύο τελευταίων ετών με 53 συναλλαγές με πελάτες του, όπου διακρίνοντο τόσο τα στοιχεία των πελατών του όσο και οι αμοιβές τις οποίες ελάμβανε από αυτούς. Έτσι σε μία δικογραφία που μπορούσε να επισκοπηθεί και να γίνει λήψη αντιγράφων από τους δικαστές, τον εισαγγελέα, τον γραμματέα, τους κατηγορουμένους και τους συνηγόρους αυτών, εμφανιζόταν έγγραφο με τις οικονομικές κινήσεις του προσφεύγοντα – συνηγόρου υπεράσπισης, με το οποίο αποκαλύπτοντο τα στοιχεία των πελατών του και οι αμοιβές που λάμβανε από καθέναν από αυτούς τα δύο τελευταία χρόνια.

Η κίνηση του τραπεζικού του λογαριασμού παρεδόθη στην εισαγγελία από την τράπεζα, χωρίς να ενημερωθεί ο προσφεύγων, απλά και μόνον επειδή το ζήτησε ο εισαγγελέας στα πλαίσια έρευνας, ο οποίος χωρίς να εντέλλει την τράπεζα ζήτησε τις κινήσεις του τραπεζικού λογαριασμού του συνηγόρου – προσφεύγοντος επισημαίνοντας ότι σε περίπτωση άρνησης της τράπεζας θα καλούσε τους εκπροσώπους της σε τακτική ανάκριση. Η αιτιολογία ήταν ότι ο συνήγορος είχε λάβει για αμοιβή του ποσό 1500 ευρώ από τον λογαριασμό της αρραβωνιαστικιάς του πελάτη του κατηγορουμένου και υπήρχαν βάσιμες υποψίες ότι τα χρήματα προήρχοντο από την παράνομη δραστηριότητα του τελευταίου. Ο ίδιος εισαγγελέας ζήτησε να του δοθούν τα αιτούμενα στοιχεία χωρίς να ενημερωθεί ο ενδιαφερόμενος συνήγορος. Πράγματι η τράπεζα παρέδωσε τα στοιχεία, χωρίς να ενημερώσει τον κάτοχο του λογαριασμού και τελικά τα παραδοθέντα στοιχεία, που αποτελούσαν μια πλήρη εικόνα της επαγγελματικής δραστηριότητας του συνηγόρου, περιελήφθησαν σε μια δικογραφία, όπου δεν ήταν κατηγορούμενος ο συνήγορος και κάτοχος του λογαριασμού, και στην οποία υπήρχαν και άλλοι συγκατηγορούμενοι του κατηγορουμένου πελάτη του.

Ο προσφεύγων μόλις το πληροφορήθηκε  ζήτησε από την επικεφαλής εισαγγελέα να παραδώσει σ αυτόν όλα τα δεδομένα που έλαβε από την τράπεζα και να καταστραφούν όλα τα συναφή δεδομένα στην εισαγγελία. Στην αίτησή του, ο προσφεύγων τόνισε το ρόλο του ως συνηγόρου υπεράσπισης, ρόλος γνωστός στον εισαγγελέα, καθώς και τις συνέπειες για τους πελάτες του, τα ονόματα των οποίων ήταν εύκολα προσβάσιμα μέσω της δικογραφίας. Τόνισε, επίσης, ότι τα μέτρα έρευνας δεν είχαν νομική βάση. Παρ’ όλα αυτά, το αίτημά του απορρίφθηκε και όλα τα περαιτέρω ένδικα μέσα. Ως τρίτο πρόσωπο, ο Γερμανικός Ομοσπονδιακός Δικηγορικός Σύλλογος παρενέβη, υποστηρίζοντας τον προσφεύγοντα και υποστηρίζοντας ότι η πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ έδειξε ότι το απόρρητο της προνομιακής επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρων και πελατών προστατεύεται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και επισήμανε ότι, εάν ένας δικηγόρος αποκαλύψει τα ονόματα των πελατών του, θα μπορούσε να φέρει ποινική ευθύνη[3] και θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή για τη δημοσιοποίηση των εμπιστευτικών πληροφοριών που αφορούσαν τους πελάτες του.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι με την συλλογή και αποθήκευση των επαγγελματικών τραπεζικών συναλλαγών του κ. Sommer είχε παραβιαστεί το δικαίωμά του για σεβασμό του επαγγελματικού του απορρήτου και της ιδιωτικής του ζωής. Η αιτιολόγηση της Γερμανικής κυβέρνησης για την εν λόγω παρέμβαση, δηλαδή ότι αυτή έγινε για την πρόληψη εγκλημάτων και για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των άλλων, καθώς και για την οικονομική ευημερία της χώρας, διέθετε μια νομική βάση και στηρίζετο στη γερμανική εσωτερική νομοθεσία. Παρόλα αυτά, το πεδίο εφαρμογής των αιτημάτων της κατηγορούσας αρχής ήταν εξαιρετικά μεγάλο και ευρύ, παρέχοντας στην αστυνομία και στις διωκτικές αρχές μια πλήρη εικόνα της επαγγελματικής δραστηριότητας του συνηγόρου, ευρύτερη από αυτή που απαιτείτο για τις ανάγκες της συγκεκριμένης ποινικής υπόθεσης. Αυτό, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, κρίθηκε ότι παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και ως εκ τούτου κρίθηκε ότι συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.

Η απόφαση αυτή είναι αξιοσημείωτη. Το Δικαστήριο του Στρασβούργου απαιτεί για το άνοιγμα του επαγγελματικού λογαριασμού του συνηγόρου υπεράσπισης σοβαρές διαδικαστικές εγγυήσεις που συνοψίζονται σε: α) απόφαση δικαστικού σχηματισμού με έκδοση αιτιολογημένης απόφασης, β) έκδοση προγενέστερης απόφασης περί ελέγχου του λογαριασμού και όχι μεταγενέστερης που να δικαιολογεί εκ των υστέρων τον διενεργηθέντα έλεγχο, γ) ενημέρωση του συνηγόρου στον λογαριασμό του οποίου θα διενεργηθεί έλεγχος, δ) ενημέρωση και παρουσία του Προέδρου ή εκπροσώπου του δικηγορικού Συλλόγου, στον οποίο ανήκει ο συνήγορος υπεράσπισης ε) ύπαρξη επαρκών ενδείξεων περί συμμετοχής του συνηγόρου σε παράνομη δραστηριότητα, στ) ύπαρξη συγκεκριμένου νομικού πλαισίου με σαφείς και λεπτομερείς κανόνες για την διενέργεια των ελέγχων, ζ) εφαρμογή των διατάξεων του εθνικού νομικού πλαισίου με συσταλτική ερμηνεία που θα περιλαμβάνει την πιεστική κοινωνική ανάγκη για το άνοιγμα του λογαριασμού και την αναγκαιότητα του ανοίγματος σε μια δημοκρατική κοινωνία και η) εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας σε όλο το χρονικό διάστημα προετοιμασίας και διενέργειας του ελέγχου αυτού.

Το ΕΔΔΑ δεν αποδέχθηκε την ευκολία που ενήργησε ο Γερμανός Εισαγγελέας που με κρυφό τρόπο και με έμμεση πίεση που περιείχε και μελλοντικό εκφοβισμό των οργάνων της τράπεζας εξασφάλισε την «οικειοθελή» αποστολή εκ μέρους της τράπεζας των κινήσεων του τραπεζικού λογαριασμού του συνηγόρου.

Πρόκειται για ένα ζήτημα μεγάλης πρακτικής σημασίας. Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, από τη φύση του επαγγέλματός τους, διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο να διωχθούν για το αδίκημα του ξεπλύματος «μαύρου» χρήματος, δεδομένου ότι οι πελάτες τους, αν και διατηρούν το τεκμήριο της αθωότητας πριν από την τυχόν αμετάκλητη καταδίκη, μερικές φορές μπορούν να καταβάλουν τις αμοιβές τους μετά την καταδίκη τους, γεγονός που καθιστά ευάλωτη την θέση του συνηγόρου υπεράσπισης που μπορεί να συνδεθεί η λήψη της αμοιβής με την μη νόμιμη προέλευση των ληφθέντων χρημάτων.

Επισημαίνεται ότι  το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο, ήδη από το 2004, έκρινε ότι η διάταξη για ξέπλυμα «μαύρου» χρήματος[4], έπρεπε να ερμηνεύεται συσταλτικά σε σχέση με συνηγόρους υπεράσπισης, έτσι ώστε οι συνήγοροι υπεράσπισης να μπορούν να διωχθούν ποινικά μόνο αν ήταν βέβαιοι (Dolusdirectus) για την παράνομη προέλευση των χρημάτων που λάμβαναν ως αμοιβές και έξοδά τους.  Παρ΄όλα αυτά, η προκειμένη περίπτωση δείχνει τον κίνδυνο οι συνήγοροι να συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν προβλήματα, αν οι τράπεζές τους αποκαλύπτουν τα τραπεζικά στοιχεία και τις συναλλαγές τους με του πελάτες τους, μετά από ένα απλό αίτημα του εισαγγελέα και χωρίς την ύπαρξη σοβαρών δικονομικών εγγυήσεων, αφού ένα τέτοιο μέτρο θέτει σε σοβαρό κίνδυνο το προνόμιο συνηγόρου-πελάτη, και απειλεί σοβαρά την ανεξαρτησία του δικηγορικού επαγγέλματος, το οποίο στηρίζεται στην βαθειά και αδιατάρακτη  εμπιστοσύνη που πρέπει να υπάρχει μεταξύ του δικηγόρου και των πελατών του και το οποίο στηρίζει τη δίκαιη δίκη, την υπεράσπιση των πολιτών και των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών  και αποτελεί το πιο στέρεο εμπόδιο στις αυθαιρεσίες και στις τυχόν μη νόμιμες παρεκκλίσεις της πολιτείας, της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας. Οι δικηγόροι αποτελούν θεσμικά το καταφύγιο των πολιτών για την απόλυτη υπεράσπισή τους και το πιο στέρεο τοίχος για την απόκρουση της παρανομίας και της κρατικής αυθαιρεσίας.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου έκανε το χρέος του βάζοντας ένα πρώτο πλέγμα προστασίας πάνω από τους προστάτες των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, τους δικηγόρους. Δεν είναι όμως αρκετό. Χρειάζεται και συνέχεια για να μπορεί ο κάθε ευρωπαίος πολίτης να στηρίζει την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του πάνω σε έναν ανεξάρτητο δικηγόρο που θα θωρακίζεται και θα κατοχυρώνεται η ανεξαρτησία και η ελευθερία των κινήσεών του από ένα θεσμικά εξασφαλιστικό νομικό πλαίσιο.

 

 

 

 

 

 

[1] Η χώρα αυτή έχει πολύ λίγες καταδικαστικές αποφάσεις σε βάρος της, παρά το πληθυσμιακό της μέγεθος, εξαιτίας της προσήλωσης των εσωτερικών της δικαστηρίων στην ορθή ερμηνεία της ΕΣΔΑ και  στο σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών.

[2] Βλ. ενδεικτικά μερικές ενδιαφέρουσες αποφάσεις του ΕΔΔΑ: Aden Ahmed κατά Μάλτας, αρ. 55352/12, 23.07.2013, Adrian Arrigo and Vella κατά Μάλτας (dec.), αρ. 6569/04, 10.05.2005, Bernh Larsen Holding AS και άλλοι κατά Νορβηγίας, 14.03.2013, Copland κατά Ηνωμένου Βασιλείου αρ. 62617/00, ECHR 2007 I, Crémieux κατά Γαλλίας αρ. 11471/85, 25.02.1993, Eon κατά Γαλλίας αρ.  26118/10, § 35, 14.03.2013, Funke κατά Γαλλίας, 25.02.1993, Series A no. 256 A, Greuter κατά Ολλανδίας, (dec.), αρ. 40045/98, 19.03.002, Matheron κατά Γαλλίας αρ. 57752/00, § 35, 29.03.2005, Michaud v κατά Γαλλίας αρ.  12323/11, § 90, ECHR 2012, Xavier Da Silveira κατά Γαλλίας αρ. 43757/05, 21.01.2010.

 

[3] Σύμφωνα με το άρθρο 203 § 1 (3) του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα

[4] άρθρο 261 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα anabole steroide kaufen


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες