Η παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο λόγω υπερβολικής τυπολατρίας

Απόφαση:

Λούλη-Γεωργοπούλου κατά Ελλάδας, Απόφαση της 16.03.2017, (Αριθ. Προσφυγής 22756/09), δημοσιευμένη στο ΝοΒ (2017) τόμος 65, τεύχος 7,  σελ. 1736 με σχόλιο της Εβίτας Σαλαμούρα

 

Περίληψη:

Περιορισμοί στο δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο. Το «δικαίωμα σε δικαστήριο», του οποίου ιδιαίτερη πτυχή αποτελεί το δικαίωμα πρόσβασης, δεν είναι απόλυτο και υπόκειται σε έμμεσους περιορισμούς, κυρίως ως προς τις προϋποθέσεις παραδεκτού μιας προσφυγής, διότι προαπαιτεί λόγω της ίδιας του της φύσης μία ρύθμιση από το Κράτος, το οποίο διαθέτει ως προς αυτό το σημείο ένα περιθώριο ελεύθερης εκτίμησης. Πάντως, αυτοί οι περιορισμοί δεν μπορούν να παρεμποδίζουν την ελευθερία πρόσβασης ενός αιτούντος κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό ώστε το δικαίωμα σε δικαστήριο να βλάπτεται ουσιωδώς. Εντέλει, οι περιορισμοί δεν είναι σύμφωνοι με το άρθρο 6 § 1 παρά μόνο εάν εξυπηρετούν δικαιολογημένο σκοπό και αν υπάρχει εύλογη σχέση αναλογικότητας ανάμεσα στα χρησιμοποιούμενα μέσα και τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Άσκηση ενδίκου μέσου και τυπολατρία. Το νομικό πλαίσιο σχετικά με τα τυπικά στοιχεία που απαιτούνται για την άσκηση ενός ένδικου μέσου αποβλέπει να εξασφαλίσει τη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης και, ιδιαίτερα, το σεβασμό της αρχής της ασφάλειας δικαίου. Ωστόσο, η υπερβολικά τυπολατρική ερμηνεία των κανόνων δικαίου από ένα δικαστήριο, παραβιάζει το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, όταν εμποδίζεται, η εξέταση της ουσίας του ενδίκου μέσου που ασκεί ο ενδιαφερόμενος.

Ο αποκλεισμός της δυνατότητας της προσφεύγουσας, χήρας του παθόντος, να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκαζε κατ’ έφεση και να επιδιώξει την καταδίκη του κατηγορούμενου, διότι δεν υπήρχε αναγραφή στα πρακτικά της εκκαλουμένης απόφαση της λέξης «κληρονόμος», μολονότι μία τέτοια ιδιότητα προέκυπτε τόσο από τα στοιχεία της δικογραφίας, όσο  από την ίδια την εκκαλουμένη απόφαση που δέχτηκε την παράσταση πολιτικής αγωγής, συνιστά άκαμπτο φορμαλισμό. Στην περίπτωση αυτή ο περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο υπήρξε δυσανάλογος ως προς τον σκοπό της εξασφάλισης της ασφάλειας δικαίου και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, παραβιάζοντας την ίδια την ουσία του δικαιώματος.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης (6 § 1 της ΕΣΔΑ) και επιδίκασε στην προσφεύγουσα το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αρμοδιότητα του ΕΔΔΑ εξέτασης μέτρων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του Κράτους με απόφαση του. Το άρθρο 46 § 2 της Σύμβασης δίνει στην Επιτροπή Υπουργών την εξουσία να επιβλέπουν την εκτέλεση των αποφάσεων του Δικαστηρίου και να αξιολογούν τα μέτρα που ελήφθησαν από τα Κράτη. Η αιτίαση της προσφεύγουσας, που αφορά στην άρνηση αποκατάστασης της παραβίασης που διαπιστώθηκε από το ΕΔΔΑ, σε προηγούμενη απόφαση του που αφορούσε την ίδια προσφεύγουσα, είναι καθ’ ύλη ασυμβίβαστη (ra­tione materiae) με τις διατάξεις της Σύμβασης και βρίσκεται εκτός της σφαίρας δικαιοδοσίας του (Άρθρο 6 § 1, 46 της ΕΣΔΑ).

 

Σχόλιο:

Η παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο λόγω υπερβολικής τυπολατρίας.

Με τη σχολιαζόμενη απόφαση το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ) επανέρχεται για ακόμη μία φορά, στο ζήτημα του άκαμπτου φορμαλισμού που επιδεικνύουν τα Ελληνικά Δικαστήρια κατά την εφαρμογή των δικονομικών κανόνων. Το ΕΔΔΑ προβαίνοντας σε αυστηρή κριτική, εκπέμπει πλέον σαφές μήνυμα ότι θα πρέπει άμεσα να λήξει η  «τυφλή» εφαρμογή των δικονομικών κανόνων από τον εθνικό δικαστή που οδηγεί σε παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο.

Τα εθνικά δικαστήρια έχουν υποχρέωση να σέβονται και να προστατεύουν το θεμελιωδέστερο δικαίωμα της πρόσβασης σε δικαστήριο, εγγενής στοιχείο του ευρύτερου δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και το οποίο αποτελεί την προϋπόθεση για την απόλαυση όλων των υπολοίπων δικαιωμάτων.

Η σχολιαζόμενη απόφαση έρχεται να προστεθεί σε σωρεία καταδικαστικών αποφάσεων σε βάρος της χώρας μας[1] αναφορικά με τον περιορισμό του δικαιώματος  πρόσβασης σε δικαστήριο λόγω άκαμπτης τυπολατρίας.

Για τη συγκεκριμένη προσφεύγουσα, το ΕΔΔΑ για δεύτερη φορά[2] διαπιστώνει ότι τα ελληνικά δικαστήρια κατά την εξέτασης υπόθεσης της έκαναν χρήση υπερβολικής τυπολατρίας με αποτέλεσμα να της αποκλείσουν την ελεύθερη πρόσβαση στη δικαιοσύνη.

Συγκεκριμένα: α. στην υπόθεση Λούλη κατά Ελλαδας, αριθ. προσφ. 43374/06, 31.07.2008, η προσφεύγουσα είχε υποβάλει μήνυση κατά τριών ατόμων για απάτη, ενεργώντας για λογαριασμό της και ως νόμιμη εκπρόσωπος του συζύγου της. Κατά του Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που αποφάσισε να μην παραπέμψει τους κατηγορούμενους σε δίκη, η προσφεύγουσα άσκησε έφεση, η οποία έγινε δεκτή και το Συμβούλιο Εφετών παρέπεμψε έναν εκ των κατηγορουμένων στο ακροατήριο. Κατά του ως άνω Βουλεύματος ο τελευταίος άσκησε αναίρεση. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η έφεση ήταν απαράδεκτη διότι η προσφεύγουσα την είχε ασκήσει ως πολιτικώς ενάγουσα χωρίς να αναφέρει ότι ενεργούσε για λογαριασμό του συζύγου της. Σημειωτέον ότι ο γραμματέας του Πλημμελειοδικείου που συνέταξε και υπέγραψε την πράξη κατάθεσης της έφεσης, ανέφερε ότι η τελευταία ασκήθηκε από τη Δονυσία χήρα Θεμιστοκλή Λούλη. Δεδομένου λοιπόν ότι η ιδιότητα της κληρονόμου του θύματος δεν προέκυπτε από την έκθεση εφέσεως, ο Άρειος Πάγος απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη.

β. Στην σχολιαζόμενη απόφαση[3], η ίδια προσφεύγουσα, χήρα του παθόντος αποκλείστηκε να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκαζε κατ’ έφεση και να επιδιώξει την καταδίκη του κατηγορούμενου, σε έτερη δίκη με τους ίδιους διαδίκους, διότι δεν υπήρχε αναγραφή στα πρακτικά της εκκαλουμένης απόφαση της λέξης «κληρονόμος», μολονότι μία τέτοια ιδιότητα προέκυπτε τόσο από τα στοιχεία της δικογραφίας, όσο  από την ίδια την εκκαλουμένη απόφαση που δέχτηκε την παράσταση πολιτικής αγωγής.

Και στις δύο αυτές υποθέσεις, το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, στηλιτεύοντας την υπερβολική τυπολατρία που επέδειξαν τα Ελληνικά Δικαστήρια, κλείνοντας ουσιαστικά την «πόρτα» της δικαιοσύνης στην προσφεύγουσα.

Το Δικαστήριο υπενθύμισε για άλλη μία φορά την πάγια νομολογία του σύμφωνα με την οποία το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε περιορισμούς, ανέφερε εντούτοις ότι οι σχετικοί περιορισμοί, για να είναι συμβατοί με το άρθρ. 6 § 1 της Σύμβασης:

α. δεν πρέπει να παρεμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση κατά τέτοιο τρόπο ώστε να παραβλέπεται η ουσία του δικαιώματος,

β. πρέπει να δικαιολογούν ένα δικαιολογημένο σκοπό και

γ. θα πρέπει να υπάρχει εύλογη σχέση αναλογικότητας ανάμεσα στα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και στον επιδιωκόμενο σκοπό. Με βάση τα παραπάνω κριτήρια, το ΕΔΔΑ δέχτηκε ότι «η από πλευράς των εθνικών δικαστηρίων εφαρμογή των διατυπώσεων για την άσκηση ενός ενδίκου μέσου μπορεί να παραβιάζει το δικαίωμα στο Δικαστήριο. Αυτό συμβαίνει όταν η υπερβολικά τυπολατρική ερμηνεία της νομιμότητας από ένα δικαστήριο εμποδίζει, στην πραγματικότητα, την εξέταση της ουσίας του ενδίκου μέσου που ασκεί ο ενδιαφερόμενος» και κατέληξε στη συγκεκριμένη υπόθεση ότι: «46. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο δεν αντιλαμβάνεται τον λόγο για τον οποίο το Εφετείο Αθηνών αποφάσισε να ανατρέψει τη διαπίστωση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων  ως προς την ιδιότητα της προσφεύγουσας ως κληρονόμου, περί της οποίας δεν υπήρχε καμία αμφιβολία και καμία αμφισβήτηση, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων του φακέλου και της σαφούς επιθυμίας του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων  να αποφύγει την επένδυση της δίκης με έναν άκαμπτο φορμαλισμό που δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα κανενός εκ των διαδίκων.».

Παρά τα όποια βήματα έχουν γίνει μέχρι και σήμερα από τα ελληνική δικαστήρια[4] για εγκατάλειψη παρόμοιων πρακτικών που οδηγούν σε αποκλεισμό της πρόσβασης του πολίτη στη Δικαιοσύνη λόγω τυπολατρικής εφαρμογής των κανόνων δικαίου, η συνέχιση της έκδοσης καταδικαστικών από το ΕΔΔΑ αποφάσεων σε βάρος της χώρας μας με το ίδιο αντικείμενο, και μάλιστα κατά των ίδιων πολιτών, αποδεικνύει ότι ο εθνικός δικαστής αρνείται να συμμορφωθεί προς τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, παραγνωρίζοντας την υποχρέωσή του που απορρέει ρητά από το άρθρο 46 παρ.1 της ΕΣΔΑ.

Η απλή καταβολή αποζημίωσης σ’ ένα πολίτη από το Κράτος κατόπιν έκδοσης μίας δικαστικής απόφασης από το ΕΔΔΑ, δεν αρκεί για την εκτέλεση της απόφασης αυτής. Η υποχρέωση εκτέλεσης περιλαμβάνει επίσης και την πρόληψη τέλεσης παρόμοιων παραβιάσεων με εκείνες που διαπίστωσε το δικαστήριο και δεσμεύει όλες τις εθνικές αρχές: εκτελεστικές, νομοθετικές και δικαστικές. Όταν η παραβίαση απορρέει από τη δικαστική πρακτική και ειδικότερα από τον τρόπο που τα δικαστήρια ερμηνεύουν τους εσωτερικούς κανόνες δικαίου, ο εθνικός δικαστής υποχρεούται αυτομάτως να προσαρμόζει τη νομική του θέση και να ερμηνεύει στις υποθέσεις που άγονται ενώπιον του το εθνικό δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο προς τις απαιτήσεις της Σύμβασης[5].

Η επανάληψη παρόμοιων παραβιάσεων λόγω της «τυφλής» εφαρμογής των δικονομικών κανόνων, θα πρέπει να αποτελέσει αφορμή για  σοβαρό προβληματισμό του εθνικού δικαστή, ο οποίος θα πρέπει άμεσα να δώσει τέλος σε πρακτικές οι οποίες αδιαμφισβήτητα θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια δικαίου και τη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης, με βαρύτατες συνέπειες για τους πολίτες, αλλά και το διεθνές κύρος και την αξιοπιστία της χώρας μας.

 

 

 

 

 

 

[1] Βλ. στο www.echrcaselaw.com, μεταξύ άλλων Shuli κατά Ελλάδας, της 31.07.2017, (αριθ. προσφ. 71891/10), ΝοΒ 65, 1492 επ. με σχόλιο Βασίλη Χειρδάρη, Ευσταθίου κατά Ελλάδας της 27.07.2006 (αριθ. προσφ. 36998/02), ΝοΒ 54. 1170 επ., Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας της 14.12. 2006 (αριθ. προσφ. 77574/01) ΝοΒ 55. 206 επ., Λιοναράκης κατά Ελλάδας της 05.07.2007 (αριθ. προσφ. 1131/2005) ΝοΒ 55. 2212 επ., με σχόλιο Μ. Μαργαρίτη, Ρουμελιώτης κατά Ελλάδας της 15.10.2009 (αριθ. προσφ. 53361/07) ΝοΒ 57. 2245 επ., με σχόλιο Σπ. Γλεντζή, Δημόπουλος κατά Ελλάδας (αριθ. προσφ. 34198/07), της 7.01.2010,  ΠειρΝ τόμος 2010, τεύχος 1, σ. 426 επ., με σχόλιο της υπογράφουσας, Ευαγγέλου κατά Ελλάδος, απόφαση της 13.01. 2011, Ποιν∆ικ 8-9/2011. 981, με παρατηρήσεις Θ. Καρδίμη.

[2]. Λούλη κατά Ελλάδας, αριθμ. Προσφ. 43374/06, 31.07. 2008, ΝοΒ 2008, τομ. 56. σελ. 2513 επ. με σχόλιο Β. Χ..

[3]. Λούλη – Γεωργοπούλου κατά Ελλάδας, αριθ. προσφ. 22756/ 09, 16.03.2017.

[4] Υπ’ αριθμ. 14/13.05.2010 απόφασης Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου

[5] βλ. σχετ. Σ. Τρεκλή, στο «Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Αθρώπου, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Νομική Βιβλιοθήκη (2017), σελ. 726-764.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες