Η ισόβια απέλαση και το δικαίωμα στην οικογενειακή και ιδιωτική ζωή

ΑΠΟΦΑΣΗ

KOLONJA κατά ΕΛΛΑΔΑΣ, 19.5.2015, (Αρ. Προσφυγής 49441/12), που δημοσιεύτηκε στο ΝοΒ (2016) 64, σελ. 1246-1257, με σχόλιο της Μάγιας Μήνα.

Περίληψη:

Ισόβιος χαρακτήρας της απέλασης . Δικαίωμα στην οικογενειακή και ιδιωτική ζωή. Η διαρκή απαγόρευση της επανεισόδου αλλοδαπού, συζύγου Ελληνίδας και πατέρα δύο παιδιών, 6 και 21 ετών, στην Ελλάδα, με την οποία είχε αναπτύξει στενές δεσμούς, συνιστά παραβίαση της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Κριτήρια για την αναλογικότητα και την αναγκαιότητα του μέτρου . Β) η διάρκεια της διαμονής του αιτούντος στο κράτος μέλος υποδοχής και το κράτος προορισμού. Β) η διάρκεια της διαμονής του αιτούντος στο κράτος μέλος υποδοχής και το κράτος προορισμού. δ) η σοβαρότητα των δυσκολιών που μπορεί να έχει ο σύζυγος και τα παιδιά του στο έδαφος στο οποίο πρόκειται να εκδοθεί.Η ΕΔΔΑ έκρινε ότι η έγκαιρη απαγόρευση στον αιτούντα της εισόδου στην ελληνική επικράτεια παραβιάζει το άρθρο 8 του ΕΣΔΑ λόγω μη αναλογικότητας του μέτρου. Υποχρέωση λήψης μέτρων στην εσωτερική έννομη τάξη. Το Κράτος δεν αρκεί μόνο να καταβάλει στους αιτούντες την επιδικασθείσα αποζημίωση για δίκαιη ικανοποίηση, αλλά να θεσπίσει ατομικά και γενικά μέτρα εσωτερικού δικαίου για την εξάλειψη όλων των εμποδίων για την επαρκή αποκατάσταση του αιτούντος. (Άρθρα 8, 34, 41, 46 της ΕΣΔΑ , Άρθρ α 74 , 99 ΠΚ).

 ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Η ισόβια απέλαση και το δικαίωμα στην οικογενειακή και ιδιωτική ζωή

 

  1. Η απόφαση αυτή είναι ένα σημαντικό βήμα για τη διεύρυνση του σεβασμού της οικογενειακής και ιδιωτικής ζωής σε κοινωνικές ομάδες, όπως οι μετανάστες, οι πρόσφυγες και οι αιτούντες άσυλο, με την οποία το ΕΔΔΑ έκρινε δυσανάλογο κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ το μέτρο της ισόβιας απαγόρευσης επανεισόδου στην Ελλάδα ενός αλλοδαπού, ο οποίος έχει καταδικασθεί μεν για ένα ποινικό αδίκημα, ωστόσο όμως έχει αναπτύξει στενούς δεσμούς με την Ελλάδα και έχει δημιουργήσει οικογένεια σε αυτή. Καινοτομία δε της απόφασης αποτελεί το γεγονός ότι το Δικαστήριο προέβλεψε τη νομική υποχρέωση του κράτους να εντάξει στην εσωτερική έννομη τάξη μέτρα, τα οποία δύνανται να άρουν τις συνέπειες της παραβίασης για τον προσφεύγοντα.
  2. Η σχολιαζόμενη απόφαση αφορούσε την επιβολή ισόβιας απέλασης ως παρεπόμενης ποινής για το αδίκημα της αγοράς ναρκωτικών σε αλλοδαπό με ελληνική καταγωγή, ο οποίος ήταν παντρεμένος με Ελληνίδα υπήκοο και πατέρας δύο τέκνων με ελληνική ιθαγένεια, 6 και 21 ετών.
  3. Όσον αφορά το μέτρο της απέλασης ή της απαγόρευσης εισόδου, κατόπιν μιας ποινικής καταδίκης, η θέση του δικαστηρίου είναι ότι η «Σύμβαση δεν εγγυάται το δικαίωμα ενός αλλοδαπού να εισέλθει ή να διαμείνει σε μια συγκεκριμένη χώρα και σε συμφωνία με τη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης τα συμβαλλόμενα κράτη έχουν την εξουσία να απελάσουν έναν αλλοδαπό που καταδικάζεται για διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Ωστόσο, οι αποφάσεις σε αυτόν τον τομέα, εφόσον μπορούν να παρεμποδίσουν ένα δικαίωμα που προστατεύεται στο πλαίσιο της παραγράφου 1 του άρθρου 8, θα πρέπει να είναι σύμφωνες με τον νόμο και αναγκαίες σε μια δημοκρατική κοινωνία, δηλαδή να δικαιολογούνται από μια επείγουσα κοινωνική ανάγκη και ειδικότερα να είναι ανάλογες με τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό»[1].
  4. Το Δικαστήριο προκειμένου να κρίνει εάν η απέλαση του προσφεύγοντος ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία και ανάλογη με τους επιδιωκόμενους σκοπούς, υιοθέτησε τα κριτήρια, τα οποία έχουν διαμορφωθεί με την Üner κατά Ολλανδίας[2] (και προηγουμένως με την Boultif κατά Ελβετίας[3]), τα οποία είναι τα εξής: α) Η φύση και η σοβαρότητα της παράβασης που διέπραξε ο προσφεύγων, β) η διάρκεια της παραμονής του προσφεύγοντος στη χώρα από την οποία θα πρέπει να απελαθεί, γ) το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από το αδίκημα και η συμπεριφορά του προσφεύγοντος κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, δ) η εθνικότητα των διαφόρων ενδιαφερομένων, ε) η οικογενειακή κατάσταση του προσφεύγοντος, συμπεριλαμβανομένων, ανάλογα με την περίπτωση, της διάρκειας του γάμου του, και άλλων παραγόντων που πιστοποιούν την αποτελεσματικότητα της οικογενειακής ζωής ανάμεσα στο ζευγάρι, στ) το εάν ο σύζυγος γνώριζε για το αδίκημα κατά τη στιγμή της δημιουργίας της οικογενειακής σχέσης, ζ) το ζήτημα του κατά πόσον τα παιδιά έχουν γεννηθεί σε γάμο και, στην περίπτωση αυτή, η ηλικία τους, η) η σοβαρότητα των δυσκολιών που ο σύζυγος μπορεί να συναντήσει στη χώρα στην οποία ο προσφεύγων πρόκειται να απελαθεί, θ) το ενδιαφέρον και η ευημερία των παιδιών, ειδικά η σοβαρότητα των δυσκολιών, τις οποίες τα παιδιά του προσφεύγοντος είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν στη χώρα στην οποία πρόκειται να απελαθούν και ι) η σταθερότητα των κοινωνικών, πολιτιστικών και οικογενειακών δεσμών με τη χώρα υποδοχής και τη χώρα προορισμού. Τα κριτήρια αυτά μάλιστα εντάχθηκαν στον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα με τον νόμο 4055/2012[4], ήτοι σε στάδιο μεταγενέστερο της υπό κρίση παραβίασης. Το Δικαστήριο έκρινε, τελικώς, ότι η υποχρέωση του προσφεύγοντος να εγκαταλείψει οριστικά την ελληνική επικράτεια συνιστά δυσανάλογη παρέμβαση στο δικαίωμά του για σεβασμό της οικογενειακής του ζωής.
  5. Το σκεπτικό του ΕΔΔΑ βασίστηκε, αρχικά, στη μακρά διάρκεια της παραμονής του προσφεύγοντος στην Ελλάδα. Η πέραν των 20 χρόνων παραμονή του αποδεικνύει ότι οι σχέσεις με τη χώρα αυτή ήταν εξαιρετικά στενές. Η διάρκεια παραμονής λαμβάνεται υπόψη υπό την έννοια ότι όσο μεγαλύτερο είναι το διάστημα που ένα άτομο διαμένει σε μια συγκεκριμένη χώρα τόσο ισχυρότερους δεσμούς αποκτά με αυτή και τόσο ασθενέστερους με τη χώρα της εθνικότητάς του[5]. Ο προσφεύγων μάλιστα διέθετε ειδικό δελτίο ταυτότητας λόγω του ειδικού καθεστώτος που απολάμβανε εξαιτίας του γεγονότος ότι ήταν ομογενής (Αλβανός υπήκοος με ελληνική καταγωγή). Υπό αυτό το πλαίσιο ο προσφεύγων επιλέγει να ξεκινήσει και να οργανώσει την ιδιωτική και οικογενειακή του ζωή του σε ελληνικό έδαφος. Αδιαμφισβήτητα, η υποχρέωση του να εγκαταλείψει δια παντός τη χώρα και η συνακόλουθη διαβίωση του σε μακρινή απόσταση κατόπιν της απέλασής του, όχι απλά για ένα χρονικό διάστημα αλλά για όλη την υπόλοιπη ζωή του, θα αποσταθεροποιούσε τους κοινωνικούς, πολιτιστικούς και οικογενειακούς δεσμούς με την χώρα, στην οποία είχε διαμείνει περίπου τα μισά του χρόνια. Το Δικαστήριο επί αυτού κρίνει ότι ένα τέτοιο μέτρο θα επέφερε την πλήρη αποξένωση του από τη σύζυγο και τα παιδιά του (ήδη 21 και 6 χρονών), τα οποία θα μεγάλωναν χωριστά από τον πατέρα τους. Η εφ’ όρου ζωής απαγόρευση εισόδου στην Ελλάδα θα προκαλούσε στον ίδιο, αλλά και στην οικογένεια του, επιπλέον, σοβαρά ψυχολογικά και οικονομικά προβλήματα.
  6. Όσον αφορά τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζαν τα παιδιά και η σύζυγος του προσφεύγοντος στην περίπτωση μετοίκησής τους στην Αλβανία, πρέπει να σημειωθεί ότι τα παιδιά του ήταν εγκατεστημένα στην Ελλάδα από τη γέννησή τους, ήταν Έλληνες υπήκοοι, διέμεναν σε ιδιόκτητο σπίτι και δε γνώριζαν την αλβανική γλώσσα. Επιπλέον, δε θα υποστηρίζονταν στην Αλβανία από ένα στενό οικογενειακό περιβάλλον δεδομένου ότι οι περισσότεροι συγγενείς του προσφεύγοντος διέμεναν επίσης στην Ελλάδα. Επομένως, η επανέναρξη της ζωής τους σε μια χώρα ξένη ουσιαστικά προς αυτά θα τους δημιουργούσε έντονη ανασφάλεια και αβεβαιότητα.
  7. Είναι επιβεβλημένο να αναφερθεί ότι σε περίπτωση απέλασης αλλοδαπών που έχουν διαπράξει σοβαρά αδικήματα, ο λόγος διαφύλαξης της δημόσιας τάξης ή της πρόληψης ποινικών παραβάσεων, όπως προβλέπονται στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 8, αποτελούν επαρκή δικαιολογία[6]. Κατ’ αρχήν, οι υποθέσεις ναρκωτικών όπως η επίδικη κρίνονται ιδιαιτέρως σοβαρές από το Δικαστήριο[7]. Με την προσφυγή του, ο προσφεύγων δεν αμφισβήτησε τη νομιμότητα της ποινής της κάθειρξης, αλλά τον ισόβιο χαρακτήρα του παρεπόμενου μέτρου απέλασης. Κρίθηκε δε από τον Δικαστήριο ότι ο ισόβιος χαρακτήρα του μέτρου ήταν δυσανάλογος με τους επιδιωκόμενους σκοπούς της πρόληψης, μεταξύ άλλων, διότι δεν δικαιολογείτο από το κριτήριο της «εγκληματικής ροπής»[8], καθώς εν προκειμένω τα ίδια τα εθνικά δικαστήρια έκριναν ότι η συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια της κάθειρξής του ήταν υποδειγματική. Δεν υπήρχε, επομένως, κίνδυνος τέλεσης νέου ποινικού αδικήματος εκ μέρους του, ούτε ήταν ύποπτος φυγής. Η απομάκρυνση του από την Ελλάδα, αντίθετα, θα του προκαλούσε δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη στις οικογενειακές-βιοτικές του σχέσεις που είχε δημιουργήσει στη χώρα, χωρίς αυτό να υπαγορεύεται από λόγους δημόσιας ασφάλειας. Άλλωστε, ένα μέτρο ισόβιου χαρακτήρα, το οποίο μπορεί να καταστρέψει μία ή περισσότερες ζωές, αποτελεί μια εξίσου αυστηρή ποινή όπως η φυλάκιση, εάν όχι αυστηρότερη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο σε ορισμένα κράτη δεν προβλέπονται τέτοιες κυρώσεις για τους αλλοδαπούς, ενώ κάποια άλλα τον τελευταίο καιρό, έχουν προβεί σε κατάργηση ενός μεγάλου μέρους αυτών[9].
  8. Το ΕΔΔΑ έχει αντιμετωπίσει και στο παρελθόν ζητήματα απέλασης αλλοδαπών για αόριστο χρονικό διάστημα. Στην απόφαση Yilmaz κατά Γερμανίας[10] διαπιστώνει παραβίαση του άρθρου 8 ως προς τη διάρκεια του μέτρου και κρίνει ότι η επιβολή προσωρινού μέτρου θα ήταν ικανοποιητική, ενώ στη Radovanovic κατά Αυστρίας[11], το Δικαστήριο δέχτηκε ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις η επιβολή απαγόρευσης διαμονής απεριόριστης διάρκειας αποτελούσε ένα υπερβολικά αυστηρό μέτρο. Η απόφαση Maslov[12] κατά Αυστρίας έκρινε δυσανάλογη την απέλαση του προσφεύγοντος, καθώς ο ίδιος διέπραξε αδικήματα ελαφράς φύσης, όταν ήταν ανήλικος. Αντίθετα, επί της Hizir Kilic[13] κατά Δανίας η επιβολή απέλασης για αόριστο χρόνο κρίθηκε ανάλογη από το Δικαστήριο, διότι ο προσφεύγων τέλεσε σοβαρά αδικήματα, ενόσω βρισκόταν σε αναστολή της ποινής του λόγω προηγούμενης καταδίκης. Στην Şen κατά Ολλανδίας[14], το Δικαστήριο δέχτηκε ότι υπήρχε ένα σημαντικό εμπόδιο για την επιστροφή της οικογένειας Şen από την Ολλανδία στην Τουρκία, διότι εκτός από την υπηκοότητά τους είχαν ελάχιστους δεσμούς με την χώρα προέλευσής τους και άρα είχαν δυσκολία να αναπτύξουν εκεί την οικογενειακή τους ζωή. Στην Jakupovic κατά Αυστρίας[15] διαπιστώθηκε ότι, προκειμένου να απελαθεί ένα άτομο νεαρής ηλικίας, μόλις 16 ετών, θα έπρεπε να συντρέχουν πολύ σοβαροί λόγοι, δεδομένων των συγκρούσεων στη χώρα προέλευσης του και της απουσίας στενών συγγενών που να διαμένουν σε αυτή.
  9. Η απόφαση αυτή επιφύλασσε μια ενδιαφέρουσα τροπή και ως προς το μέρος της αποκατάστασης του προσφεύγοντα, του οποίου το δικαίωμα παραβιάστηκε. Το άρθρο 46 της ΕΣΔΑ, το οποίο ρυθμίζει την εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΔΑ, προβλέπει ότι τα Συμβαλλόμενα Κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συμμορφώνονται προς τις οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των διαφορών στις οποίες είναι διάδικοι. Υπάρχει η αντίληψη ότι με την καταβολή της επιδικασθείσα αποζημίωσης το κράτος έχει ανταποκριθεί στην προβλεπόμενη υποχρέωση συμμόρφωσης. Πράγματι, οι περισσότερες αποφάσεις του ΕΔΔΑ επιδικάζουν απλώς χρηματική αποζημίωση στον προσφεύγοντα για την ηθική του βλάβη ή σπανιότερα για την υλική του ζημιά, όταν αποδεικνύεται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ παραβίασης και επικαλούμενης βλάβης. Η ιδιαιτερότητα της παρούσας απόφασης έγκειται στο ότι το Δικαστήριο δεν αρκέστηκε στην δίκαιη ικανοποίηση του προσφεύγοντα με την επιδίκαση σε αυτόν ενός συγκεκριμένου ποσού ως αποζημίωση. Αντίθετα έκρινε ότι η επαρκής αποκατάσταση του προσφεύγοντος θα επέλθει μόνο εάν παράλληλα το κράτος θεσπίσει μέτρα ικανά να άρουν αποτελεσματικά τις συνέπειες της παραβίασης. Αυτό που ενδιαφέρει, επομένως, το Δικαστήριο είναι η προσωπική κατάσταση του προσφεύγοντα για την οποία το κράτος οφείλει να διασφαλίσει κατά το μέτρο του δυνατού την εξάλειψή των συνεπειών που εκείνος υπέστη εξαιτίας της παράνομης πράξης και να επανορθώσει για αυτήν σαν να μην είχε λάβει χώρα η παραβίαση[16]. Η υποχρέωση εκτέλεσης μιας απόφασης απαιτεί αφενός την υιοθέτηση ατομικών μέτρων συμμόρφωσης, πέραν της καταβολής χρηματικού ποσού στον προσφεύγοντα, και αφετέρου γενικών μέτρων πρόληψης τέλεσης παρόμοιων παραβιάσεων με εκείνες που διαπίστωσε το Δικαστήριο. Σε παρόμοια κρίση κατέληξε το ΕΔΔΑ υποχρέωση του κράτους για τερματισμό της παραβίασης και πλήρη αποκατάσταση του προσφεύγοντος[17]. Στην παρούσα απόφαση, το πλέον αποτελεσματικό ατομικό μέτρο αποκατάστασης για τον προσφεύγοντα θα ήταν να τεθεί εκτός ισχύος το μέτρο απέλασης σε βάρος του και να επιτραπεί σε αυτόν η επιστροφή στην Ελλάδα, όπου είναι οργανωμένη η ιδιωτική και οικογενειακή του ζωή.
  10. Η απόφαση αυτή επιτυγχάνει, αναμφισβήτητα, να δημιουργήσει έναν προστατευτικό κλοιό γύρω από την οικογένεια απέναντι στο μέτρο της ισόβιας απέλασης, αξιολογώντας την ύπαρξη συζύγου και τέκνων στην Ελλάδα ως το πλέον καταλυτικό κριτήριο για την μη αναλογικότητα του μέτρου. Στην πραγματικότητα όμως, η σφαίρα της ιδιωτικής ζωής του προσφεύγοντος θα είχε πληγεί εξ ίσου σημαντικά, αν αναγκαζόταν να εγκαταλείψει τη χώρα δεδομένου ότι διαβιούσε σταθερά και επί σειρά ετών σε αυτήν και είχε αναπτύξει ισχυρότερους δεσμούς από αυτούς με τη χώρα προέλευσης του. Αναμένεται, επομένως, από το Δικαστήριο με τις αποφάσεις του να κινηθεί με όμοιο τρόπο και στις περιπτώσεις όπου, ο προσφεύγων δεν έχει μεν συνάψει γάμο, ούτε έχει δημιουργήσει οικογένεια στην επικράτεια της, αλλά ωστόσο ανταποκρίνεται στα υπόλοιπα κριτήρια που τέθηκαν ανωτέρω.
  11. Εναπόκειται, λοιπόν, στα εθνικά δικαστήρια της χώρας μας να εφαρμόσουν τις αρχές που μνημονεύονται στην απόφαση αυτή, όταν έρχονται αντιμέτωπα με ζητήματα στάθμισης της απόδοσης ποινικής δικαιοσύνης για τα αδικήματα αλλοδαπών από τη μία και της προστασίας του σημαντικότατου δικαιώματος τους στην οικογενειακή και ιδιωτική ζωή από την άλλη. Αλλά και πέραν τούτου τα εθνικά δικαστήρια, όταν απονέμουν ποινές με ισόβιο χαρακτήρα, πρέπει να συνεκτιμούν ότι μια τέτοιου είδους ποινή συχνά απεκδύεται τον σωφρονιστικό της ρόλο και αναγκαία πλήττει και άλλα δικαιώματα του κατηγορουμένου, τα οποία δεν θα πρέπει να ακυρώνει η καταδίκη του.

 

 

 

[1]. ΕΔΔΑ, Απόφαση Üner κατά Ολλανδίας της 18.10.2006, αριθ. προσφ. 46410/99.

[2]. Ibid, § 1.

[3]. ΕΔΔΑ, Απόφαση της 2.08.2001, αριθ. προσφ. 54273/00.

[4]. Ποινικός Κώδικας, Άρθρο 74.

[5]. F. Tulkens, Πρόσφυγες και το δικαίωμα στην οικογενειακή και ιδιωτική ζωή σύμφωνα με το άρθρο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ΝοΒ 2009, τόμος 57, σ. 1864.

[6]. P. Van Dijk, F. Van Hoof, A. Van Rijn et L. Zwaak (επ.), Theory and Practice of the European Convention on Human Rights, Antwerp/Oxford, Intersentia, 4η έκδοση, 2006, σ. 709.

[7]. ΕΔΔΑ, Απόφαση Benhebba κατά Γαλλίας της 10.7.2003, αριθ. προσφ. 53441/99.

[8]. Ibid., § 1.

[9]. F. Tulkens, Πρόσφυγες και το δικαίωμα στην οικογενειακή και ιδιωτική ζωή σύμφωνα με το άρθρο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ΝοΒ 2009, τόμος 57. 1864.

[10]. ΕΔΔΑ, Απόφαση της 17.4.2003, αριθ. προσφ. 52853/99.

[11]. ΕΔΔΑ, Απόφαση της 22.4.2004, αριθ. προσφ. 42703/98.

[12]. ΕΔΔΑ, Απόφαση της 23.06.2008, αριθ. προσφ. 1638/03.

[13]. ΕΔΔΑ, Απόφαση της 22.1.2007, αριθ. προσφ. 20277/05.

[14]. ΕΔΔΑ, Απόφαση της 21.12.2001, αριθ. προσφ. 31465/96.

[15]. ΕΔΔΑ, Απόφαση της 6.2.2003, αριθ. προσφ. 36757/97.

[16]. Λ.-Α. Σισιλιάνος (2013), Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δι­καιω­μάτων του Ανθρώπου-Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Αθήνα, Νομική Βιβλιο­θήκη, σ. 632.

[17]. ΕΔΔΑ, Απόφαση Παπαμιχαλόπουλος κατά Ελλάδος της 24.06.1993, αριθ. προσφ. 14556/89.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες