To δικαίωμα στη προσωπική ελευθερία και ασφάλεια σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ

Βασίλη Χειρδάρη

1.- Γενικά

Το δικαίωμα στη προσωπική ελευθερία είναι ένα θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα που αποτελεί το βάθρο που στηρίζεται η δημοκρατία και το κράτος δικαίου.

Η ασφάλεια τα τελευταία χρόνια έχει αναδειχθεί σε δικαίωμα που οι πολιτικές και ιστορικές συγκυρίες το έχουν προσδιορίσει ως καθοριστικό και το αναβάθμισαν σε επίπεδο θεμελιώδους. Στην παρούσα Εισήγηση δεν θα γίνει ανάλυση και παρουσίαση των δύο αυτών δικαιωμάτων στη γενική και καθολική μορφή τους αλλά θα προσδιορισθούν οι δύο αυτές έννοιες με μια γενικότερη αναφορά κυρίως στα πλαίσια του άρθρου 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΣΔΑ) και στα πλαίσια των λοιπών διεθνών και περιφερειακών συμβάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θα αναπτυχθεί κυρίως το σκέλος της διάταξης που αφορά τα δικονομικά δικαιώματα των κρατουμένων.

2.- Το δικαίωμα προσωπικής ελευθερίας και ασφάλειας σε διεθνές και περιφερειακό επίπεδο

Σε διεθνές επίπεδο, τα δικαίωματα στην ελευθερία και στην ασφάλεια των προσώπων διατυπώνονται για πρώτη φορά σε νομικό κείμενο στο άρθρο 9 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948). Το άρθρο αυτό απαγορεύει την αυθαίρετη σύλληψη, κράτηση ή εξορία με μια σύντομη και ασαφή διάταξη, αλλά έκτοτε έχει υποστεί περαιτέρω επεξεργασία μέσω μιας σειράς διεθνών και περιφερειακών συμβάσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Στο αυτό επίπεδο το άρθρο 9 του Διεθνούς Συμφώνου Ατομικών και πολιτικών Δικαιωμάτων (εφεξής ΔΣΑΠΔ) καθιερώνει δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια του ατόμου. Σε περιφερειακό επίπεδο, τα δικαιώματα αυτά κατοχυρώνονται στο άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, στο άρθρο 7 της Διαμερικανικής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ACHR) και στο άρθρο 6 του Αφρικανικού Χάρτη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Λαών (ACHPR).

Όλες οι ανωτέρω Συμβάσεις έχουν θεσπίσει ορισμένες διαδικαστικές εγγυήσεις και τους στοιχειώδεις κανόνες για την προστασία από αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις. Το άρθρο 5 παρ. 1 της ΕΣΔΑ διαφέρει από τις άλλες συμβάσεις, δεδομένου ότι ορίζει περιοριστικά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα πρόσωπο δύναται να στερηθεί της ελευθερίας του. Οι άλλες συμβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων αφήνουν τη ρύθμιση των λόγων κράτησης στο πεδίο της εθνικής νομοθεσίας . Συγκριτικά το κείμενο του ΔΣΑΠΔ είναι περισσότερο προστατευτικό και τονίζει ρητά ότι η προσωρινή κράτηση πρέπει να είναι η εξαίρεση. Προβλέπει επίσης την απαίτηση ο συλληφθείς να ενημερώνεται για τους λόγους της σύλληψής του την στιγμή της σύλληψης. Η διατύπωση είναι ρητή και δεν επιδέχεται ερμηνεία σε αντίθεση με την ΕΣΔΑ όπου η διατύπωση είναι ευρύτερη και γενικότερη «παν συλληφθέν πρόσωπον δέον να πληροφορήται κατά το δυνατόν συντομώτερον… τους λόγους της σύλληψής του…» και αποδέχεται ερμηνευτικές προσεγγίσεις.

Το δικαίωμα στην ελευθερία του ατόμου, όπως διατυπώνεται στα διεθνή κείμενα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν είναι ένα απόλυτο δικαίωμα που παρέχει πλήρη ελευθερία και προστασία από τη σύλληψη ή τη κράτηση. Στα σύγχρονα κράτη δικαίου η στέρηση της ελευθερίας αποτελεί μια νόμιμη (θεσμοθετημένη) μορφή ελέγχου από το κράτος πάνω στα πρόσωπα που υπάγονται στη δικαιοδοσία του. Το δικαίωμα όμως αυτό του κράτους περιορίζεται από την ουσιαστική εγγύηση ότι η σύλληψη ή κράτηση δεν πρέπει είναι αυθαίρετη ή παράνομη.

Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η Διαμερικανική Επιτροπή, και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχουν αναπτύξει σημαντική και αναλυτική νομολογία σχετικά με τα ποικίλα και σύνθετα ζητήματα που σχετίζονται με το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και την ασφάλεια. Η ακριβής έννοια πολλών όρων, όπως «αυθαιρεσία», «αμέσως», «συντόμως», «βραχεία προθεσμία» και «κατά το δυνατόν συντομώτερον» είναι ασαφής και μπορεί μόνο να καθοριστεί για κάθε περίπτωση χωριστά, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών περιστάσεων. Η αυξανόμενη νομολογία συμβάλλει σταδιακά στον σαφέστερο ορισμό των εννοιών της ελευθερίας και της ασφάλειας.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει αναπτύξει εκτενή νομολογία όσον αφορά το δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια του ατόμου. Η Επιτροπή εξέδωσε μεγάλο αριθμό αποφάσεων σχετικά με τις περισσότερες πτυχές των διατάξεων του άρθρου 9 του ΔΣΑΠΔ. Η μεγάλη πλειονότητα αφορούσε κράτηση για τους σκοπούς της ποινικής δικαιοσύνης, αν και έχουν εξεταστεί και διάφορες άλλες μορφές κράτησης, όπως η κράτηση αλλοδαπών, για τους λόγους ψυχιατρικής περίθαλψης κ.α.

Στην υπόθεση Taright v. Αλγερίας η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η διατύπωση του άρθρου 9 για την αυθαιρεσία επιβεβαιώνει ότι «δεν μπορεί να εξομοιωθεί μόνον με «αντίθεση στο νόμο», αλλά πρέπει να ερμηνεύεται ευρύτερα να συμπεριλάβει την ακαταλληλότητα, την αδικία, την έλλειψη προβλεψιμότητας και την παρανομία. Περαιτέρω, η συνέχιση της προσωρινής κράτησης που ακολουθεί τη νόμιμη σύλληψη δεν πρέπει μόνο να είναι νόμιμη, αλλά και λογική από όλες τις απόψεις.

Όσον αφορά το δικαίωμα στην προσωπική ασφάλεια, η Επιτροπή έχει προσδώσει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής, όπως στην περίπτωση σοβαρής απειλής για τη ζωή, όπου τα κράτη έχουν την υποχρέωση να λάβουν εύλογα και κατάλληλα μέτρα για την προστασία των προσώπων που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους . Σε περιφερειακό επίπεδο, τόσο η Διαμερικανική Επιτροπή και το Διαμερικανικό Δικαστήριο έχουν εκδώσει ένα σημαντικό αριθμό αποφάσεων σχετικά με τις περισσότερες διατάξεις του άρθρου 7 ACHR. Αν και πολλές από τις αποφάσεις θέτουν νέες προοπτικές, τους λείπει η σε βάθος νομική και λογική ανάλυση. Ωστόσο, τόσο η Επιτροπή όσο και το Δικαστήριο έχουν εκδώσει ορισμένες πρωτοποριακές αποφάσεις σχετικά με το δικαίωμα προσωπικής ελευθερίας και ασφάλειας. Στην απόφαση Garcia κατά Περού, η Επιτροπή έκρινε ότι η αυθαίρετη και άδικη κράτηση παραβιάζει το δικαίωμα στην προσωπική ασφάλεια και, επομένως, παρέβη το άρθρο 7. Στην υπόθεση Chaperro Alverez και Lapo Iniguez κατά Εκουαδόρ, διαπιστώθηκε ότι «αυθαίρετη κράτηση» υπήρξε η σε κάποιο βαθμό ακαταλληλότητα, αδικία ή το απρόβλεπτο. Γενικότερα, η Επιτροπή έχει δηλώσει ότι οποιαδήποτε κράτηση πρέπει να γίνεται από όργανο θεσμικά εξουσιοδοτημένο από το εθνικό Σύνταγμα και σύμφωνα με τις διαδικασίες που απαιτούνται από το διεθνές δίκαιο. Εάν αυτές οι προϋποθέσεις δεν πληρούνται, «οι συλλήψεις παύουν να διαθέτουν νομιμότητα και μετατρέπονται σε απαγωγές».

Η Αφρικανική Επιτροπή προσπάθησε σε αρκετές περιπτώσεις, να διευκρινίσει και να επεξεργαστεί το περιεχόμενο του άρθρου 6 ACHPR. Όσον αφορά το ζήτημα της διάρκειας της κράτησης, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι σε μια σειρά υποθέσεων όπως η κράτηση τριών ετών χωρίς δίκη ή ακόμα και τρεις μήνες μπορεί να είναι επαρκής για να παραβιάζουν το άρθρο 6 . Σε άλλες περιπτώσεις, η παραβίαση του άρθρου 6, διαπιστώθηκε σε σχέση με τον τόπο και τον τρόπο της κράτησης. Σε Alhassan Abubakar κατά Γκάνας, ανακοίνωση 103/93 η Επιτροπή διαπίστωσε ότι αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, από την κυβέρνηση της Ρουάντα, χιλιάδων ανθρώπων αποκλειστικά λόγω της εθνοτικής καταγωγής τους , παραβίασαν το άρθρο 6.

3. – H προστασία της ΕΣΔΑ στο δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας και ασφάλειας μέσω του άρθρου 5.

3.1. Η φύση του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ Το Άρθρο 5 προστατεύει την ελευθερία και την ασφάλεια του ατόμου και κατέχει μια εξαίρετη θέση στο συνολικό σύστημα της ΕΣΔΑ . Το δικαίωμα στην ελευθερία καλύπτει τόσο την ατομική όσο και την φυσική ελευθερία . Ο βασικός στόχος του άρθρου 5 είναι «να διασφαλίσει ότι κανείς δεν θα στερηθεί της ελευθερίας του κατά τρόπο αυθαίρετο» . Το άρθρο 5 αντιμετωπίζει την ατομική ελευθερία «με την κλασσική της έννοια, δηλαδή τη σωματική ελευθερία του ατόμου» . Ο όρος «ασφάλεια» του προσώπου προσεγγίζει περισσότερο την έννοια της φυσικής ελευθερίας παρά την έννοια της φυσικής ασφάλειας. Η ένταξη της λέξης «ασφάλεια» στο κείμενο του άρθρου 5 εξυπηρετεί κυρίως το σκοπό του τονισμού της απαίτησης η κράτηση να μην είναι αυθαίρετη . Έτσι, η «ελευθερία» του ατόμου στο Άρθρο 5 παρ. 1 σημαίνει ελευθερία από την σύλληψη και κράτηση, και «ασφάλεια» του προσώπου σημαίνει προστασία από την αυθαίρετη παρέμβαση στην ελευθερία του. Ουσιαστικά η «ασφάλεια» έχει ένα εξασφαλιστικό περιεχόμενο ως προς ένα άλλο βασικό και θεμελιώδες δικαίωμα (ελευθερία ατόμου), που το καθιστά επιβοηθητικό και όχι αυτόνομο.

Το άρθρο 5 δεν επιβάλλει θετικές υποχρεώσεις στην πολιτεία για παροχή φυσικής προστασίας από απειλές κατά της ατομικής ασφάλειας ούτε παρέχει κανένα αυτόνομο δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση .

3.2. Στέρηση της ελευθερίας

Το δικαίωμα στην ελευθερία διαθέτει έναν πρωτεύοντα ρόλο στα θεμελιώδη δικαιώματα. Η φύση του είναι τέτοια ώστε να απαγορεύει οποιονδήποτε εναλλακτικό τρόπο. Η ελευθερία υπάρχει ή δεν υπάρχει, η ελευθερία είναι ή δεν είναι . Έννοιες όπως της μερικής ελευθερίας, της αναστολής με επιτήρηση ή υπό όρους απόλυσης έχουν θεωρηθεί από το Στρασβούργο ως παραβιάσεις του δικαιώματος αυτού . Κατά το ΕΔΔΑ η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνεύεται σε σχέση με το πλαίσιο που βρίσκεται και με την κατάσταση του προσώπου που αφορά. Το δικαίωμα στην ελευθερία είναι αναφαίρετο, και το κάθε άτομο δεν μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμα αυτό. Το άτομο δεν δύναται: α) να στερείται την ελευθερία του και β) να παραμένει χωρίς την ελευθερία του . Το δικαίωμα αυτό είναι αναπαλλοτρίωτο.

Το άρθρο 5 ασχολείται με την στέρηση της ελευθερίας και όχι με απλούς περιορισμούς της ελευθερίας μετακίνησης ή κυκλοφορίας . Η διάκριση είναι πολλές φορές δύσκολη από τη στιγμή που η διαφορά σχετίζεται με το βαθμό και την ένταση του περιορισμού και με την ουσία ή τον χαρακτήρα του . Προκειμένου να κριθεί εάν το επίπεδο του περιορισμού που εμπλέκεται ισοδυναμεί με κράτηση, πρέπει να ληφθεί υπόψη «μια ολόκληρη σειρά κριτηρίων όπως ο τύπος, η διάρκεια, οι συνέπειες και ο τρόπος εφαρμογής του εν λόγω μέτρου» .

Π.χ. Στις περιπτώσεις που η αστυνομία έχει απλώς πρόθεση να ανακρίνει τον ύποπτο χωρίς να τον κρατήσει, θεωρήθηκε ότι το Άρθρο 5 δεν παραβιάζεται. Στην υπόθεση Χ κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (αρ. προσφ.. 8819/79, 24 D.R. 158 ως 161) η Επιτροπή θεώρησε ότι το δεκάχρονο κορίτσι που ανακρίθηκε σε αστυνομικό τμήμα επί δύο ώρες χωρίς να έχει συλληφθεί, να έχει κλειδωθεί σε κελί ή να έχει κρατηθεί επίσημα δεν στερήθηκε της ελευθερίας του κατά τους σκοπούς του άρθρου 5. Στην υπόθεση Guzzardi κατά Ιταλίας το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η απομόνωση του προσφεύγοντα στο νησί Asinara και μάλιστα χωρίς περίφραξη και η διαμονή του σε περιορισμένο χώρο και υπό στενή παρακολούθηση συνιστούσε παραβίαση της ελευθερίας του. Ενώ αντίθετα εκρίθη ότι ο κατ΄οίκον περιορισμός στην υπόθεση S.F. κατά Ελβετίας δεν αποτελούσε παραβίαση του άρθρ. 5. Όσον αφορά το άρθρο 5 το Στρασβούργο έχει μια έντονη νομολογιακή τάση να εξετάζει όλο και περισσότερο τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και να τα αξιολογεί στην ουσία. Ουσιαστικά στο επίπεδο του άρθρου αυτού το ΕΔΔΑ «διολισθαίνει» όλο και περισσότερο με το χρόνο προς δικαστήριο ουσίας.

Το άρθρο 5 παρ. 1 απλώνει ένα ευρύ προστατευτισμό στον κάθε πολίτη, ο οποίος έχει δικαίωμα στην ελευθερία και στην ασφάλειά του. Οι εξαιρέσεις σ΄αυτό περιγράφονται εξαντλητικά στις περιπτώσεις της ανωτέρω παραγράφου στα στοιχεία (α) ως (στ). Αυτός ο κατάλογος των περιορισμών που παρατίθεται στο Άρθρο 5 παρ. 1 της ΕΣΔΑ περιέχει έναν αναλυτικό καθορισμό των περιστάσεων , κατά τις οποίες ένα άτομο μπορεί νόμιμα να στερηθεί της ελευθερίας του και οι οποίες πρέπει να ερμηνεύονται πάντοτε συσταλτικά (Guzzardi κατά Ιταλίας, 1980, 3 Ε.Η.R.R. 333). Ο παραπάνω κατάλογος των εξαιρέσεων δεν μπορεί να αυξηθεί σε καμία περίπτωση από τα εθνικά δικαστήρια ή τις εθνικές αρχές. Να σημειωθεί ότι για να είναι νόμιμη η στέρηση της ελευθερίας πρέπει να εμπίπτει σε όλη τη χρονική της διάρκεια και οποιαδήποτε στιγμή στις εξαιρέσεις που ορίζονται κατά ρητό τρόπος το άρθρο 5.

3.3. Η εξέταση της παραβίασης από το ΕΔΔΑ. Κριτήρια.

To ΕΔΔΑ εξετάζει τη συμβατότητα της εκάστοτε ενέργειας σχετικά με το άρθρο 5 παρ. 1 ερευνώντας:

α) εάν η κράτηση είναι νόμιμη κατά το εθνικό εσωτερικό δίκαιο αλλά και κατά τις υφιστάμενες διεθνείς υποχρεώσεις του κράτους. Δεν αρκεί όμως αυτό, αφού κάθε νόμιμη σύλληψη ή κράτηση κατά το εσωτερικό δίκαιο δεν σημαίνει ότι αυτόματα είναι συμβατή και κατά το άρθρο 5 . β) εάν αυτή είναι εθνικά νόμιμη οφείλει να είναι συμβατή ΚΑΙ με τις γενικές απαιτήσεις της ΕΣΔΑ. Ουσιαστικά ελέγχεται με τον τρόπο αυτό η ποιότητα του εθνικού δικαίου αφού αυτό πρέπει να είναι επαρκώς προσβάσιμο, προβλέψιμο, προσιτό και ακριβές έτσι ώστε να αποφεύγεται κάθε κίνδυνος αυθαιρεσίας. Θα πρέπει η νομοθεσία να επιτρέπει στον καθένα να προβλέπει λογικά τις συνέπειες των πράξεών του . γ) εάν μεν η κράτηση είναι εθνικά νόμιμη και συμβατή με τις γενικές απαιτήσεις της ΕΣΔΑ πρέπει να υπάγεται και στις ειδικές ρυθμίσεις των υποπαραγράφων (α) έως και (στ) του άρθρ. 5 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. δ) εάν δε η κράτηση είναι συμβατή με όλα τα παραπάνω το Στρασβούργο επεκτείνει τον έλεγχό του και στο εάν αυτή είναι αυθαίρετη γιατί π.χ. παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας ή γιατί πραγματοποιείται με κακή πίστη. Το άρθρο 5 απαγορεύει την στέρηση της ελευθερίας που είναι «αυθαίρετη» τόσο ως προς τα κίνητρά της όσο και ως προς το αποτέλεσμά της . Μία κράτηση είναι αυθαίρετη αν δεν είναι σύμφωνη με το σκοπό των περιορισμών που επιτρέπονται από το άρθρο 5 ή εάν είναι δυσανάλογη με την επίτευξη αυτών . Μία κράτηση η οποία γίνεται φαινομενικά λόγω απέλασης αλλά στην πραγματικότητα αποτελεί μία κεκαλυμμένη παράνομη έκδοση είναι αυθαίρετη .

4.-Τα δικονομικά δικαιώματα των κρατουμένων σύμφωνα με το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ 4.1. Αρχή Οι θεμελιώδεις αρχές και τα ατομικά δικαιώματα δεν παύουν να εφαρμόζονται όταν κάποιος είναι κρατούμενος για οποιοδήποτε λόγο. Για προφανείς λόγους ορισμένα δικαιώματα και ελευθερίες υφίστανται περιορισμούς όσον αφορά τους κρατούμενους, ιδίως δε όσα αφορούν το δικαίωμα στην ελευθερία. Όμως οι κρατούμενοι διατηρούν θεμελιώδη δικαιώματα όπως το δικαίωμα ελευθερίας της σκέψης, του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο, της θρησκευτικής ελευθερίας, του δικαιώματος σε γάμο κλπ. Κρατούμενοι θεωρούνται εκείνοι οι οποίοι συλλαμβάνονται και διατηρούν την ιδιότητά τους αυτή από τη στιγμή της σύλληψης μέχρι τη στιγμή που θα αφεθούν ελεύθεροι. Κρατούμενοι είναι και αυτοί οι οποίοι έχουν συλληφθεί και δεν έχουν φθάσει ακόμη στο αστυνομικό τμήμα. 4.2.- Το δικαίωμα ενημέρωσης για τους λόγους κράτησης (άρθρο 5 παρ.2) Το άρθρο 5 παρ.2 απαιτεί ότι καθένας που συλλαμβάνεται ή κρατείται «.. δέov vα πληρoφoρήται κατά τo δυvατόv συvτoµότερov και εις γλώσσαv τηv oπoίαv εvvoεί, τoυς λόγoυς της συλλήψεώς τoυ ως και πάσαv διατυπoυµέvηv εvαvτίov τoυ κατηγoρίαv». Αυτή η απαίτηση δεν περιορίζεται μόνο σε συλλήψεις για ποινικά παραπτώματα. Εφαρμόζεται σε κάθε κράτηση για οποιονδήποτε λόγο συμπεριλαμβανομένης και της υποχρεωτικής κράτησης ψυχικά διαταραγμένου ασθενούς . Επίσης η λέξη «σύλληψη» έχει αυτοτελή σημασία και επεκτείνεται «πέρα από τη σφαίρα των μέτρων ποινικού δικαίου» αναφέρεται δε στο χρονικό εύρος στο οποίο ένα πρόσωπο δεν είναι ελεύθερος. α) Υποχρέωση αιτιολογίας. Από το κείμενο προκύπτει σκοπός υποχρέωσης αιτιολογίας ώστε ο κρατούμενος να διευκολύνεται να προσφύγει σε ένα δικαστήριο για να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της κράτησης σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 4 της Σύμβασης . Στις περιπτώσεις που ένα άτομο έχει συλληφθεί για ποινικό αδίκημα, το άρθρο 5 παρ. 2 προορίζεται να τον βοηθήσει να αρνηθεί το ταχύτερο την κατηγορία . Η απαίτηση αιτιολογίας ανακύπτει επίσης όχι μόνο στις περιπτώσεις που ένα άτομο κρατείται αρχικά αλλά επίσης και στις περιπτώσεις που ανακαλείται μετά η υπό όρους απόλυση, ακόμα και αν η νομική βάση της κράτησης παραμένει η ίδια (Χ κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 5.11.1981) . β) Εύρος του δικαιώματος ενημέρωσης. Η ενημέρωση είναι η ελάχιστη εγγύηση κατά της αυθαιρεσίας. Ένας κρατούμενος πρέπει να ενημερωθεί «σε απλή, μη τεχνική γλώσσα που μπορεί να κατανοήσει, τους ουσιώδεις νομικούς και πραγματικούς λόγους της σύλληψής του» . Η έκταση των πληροφοριών που χρειάζονται θα εξαρτηθεί από τις περιστάσεις η δε απλή αναφορά στην εφαρμοστέα διάταξη του νόμου είναι ανεπαρκής . Στις περιπτώσεις που αιτία της σύλληψης είναι η υποψία συμμετοχής σε συγκεκριμένο αδίκημα, ο κρατούμενος θα πρέπει να ενημερωθεί για τα γεγονότα τα οποία αποτελούν θεμέλιο της απόφασης κράτησής του, και συγκεκριμένα θα πρέπει να ερωτηθεί εάν αποδέχεται ή αρνείται την κατηγορία . Δεν είναι πάντα αναγκαίο να ενημερώνεται ένας κρατούμενος για κάθε κατηγορία η οποία μπορεί να προκύψει εν συνεχεία, υπό την προϋπόθεση ότι η πληροφορία που παρέχεται να είναι επαρκής για να δικαιολογήσει την σύλληψη .

Παρόλα αυτά, από τη στιγμή που έχουν απαγγελθεί κατηγορίες σε ένα άτομο υπάρχει ένα πρόσθετο δικαίωμα κατά το άρθρο 6 παρ.3 περ.α σύμφωνα με το οποίο θα πρέπει να ενημερωθεί με κάθε λεπτομέρεια για τη φύση και την αιτία της εναντίον του κατηγορίας. γ) Ενημέρωση στη γλώσσα που κατανοεί. Στην υπόθεση Delcourt κατά Βελγίου ένα ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε στα Ολλανδικά για έναν γαλλόφωνο κρατούμενο. Η Επιτροπή δεν θεώρησε ότι υπήρχε παραβίαση καθώς η επακόλουθη ανάκριση, στην οποία οι λόγοι σύλληψης έγιναν εμφανείς, διεξήχθη στα Γαλλικά. Στην υπόθεση Egmez κατά Κύπρου το Δικαστήριο θεώρησε ότι παρά το γεγονός ότι μητρική γλώσσα του προσφεύγοντα ήταν η τουρκική και ότι η γλώσσα στην οποία έγινε η ανάκριση ήταν η ελληνική, ο προσφεύγων μιλούσε επαρκώς τα ελληνικά ώστε να κατανοεί τους λόγους της κράτησής του.

δ) Έγκαιρη ενημέρωση. Δεν είναι πάντοτε αναγκαίο οι σχετικές πληροφορίες να δίνονται ακριβώς την στιγμή της σύλληψης, υπό την προϋπόθεση ότι θα δοθούν εντός εύλογου χρόνου που ακολουθεί την σύλληψη . Η Επιτροπή του ΕΔΔΑ είχε δεχθεί μια προθεσμία έξι ωρών. Σε άλλη υπόθεση είχε δεχθεί ως εύλογο χρόνο τις 22 ώρες. Σε έναν αριθμό υποθέσεων το Δικαστήριο και η Επιτροπή έκριναν ότι η υποχρέωση υπό το Άρθρο 5 παρ. 2 εκπληρώνεται εάν οι πληροφορίες δοθούν κατά τη διάρκεια της ανάκρισης που ακολουθεί την σύλληψη . Σε ορισμένες περιπτώσεις, για παράδειγμα όταν ένα άτομο καλείται να επιδείξει τα έγγραφα ταυτότητάς του και δείχνει πλαστά έγγραφα, το γεγονός αυτό και μόνο μπορεί να είναι επαρκές για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση στην ενημέρωση . Στην υπόθεση Saadi κατά Ηνωμένου Βασιλείου (2006) μια καθυστέρηση 76 ωρών σε ένα κέντρο υποδοχής στην παροχή πληροφοριών για τους λόγους κράτησής του σε αιτούντα άσυλο διαπιστώθηκε ότι παραβιάζει το άρθρο 5 παρ.2.

2. Προσωρινή κράτηση (άρθρο 5 παρ.3)

Το άρθρο 5 παρ. 3 εφαρμόζεται μόνο σε ποινικά αδικήματα και προβλέπει ότι κάθε άτομο που συλλαμβάνεται ή κρατείται σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1(γ) πρέπει να οδηγηθεί συντόμως ενώπιον δικαστή ή κάποιου άλλου δικαστικού λειτουργού και δικαιούται να οδηγηθεί σε δίκη εντός εύλογου χρόνου ή να απελευθερωθεί εκκρεμούσης της διαδικασίας. Ο διπλός σκοπός της διάταξης είναι: α) να περιορίσει το χρόνο της κράτησης από την αστυνομία πριν την πρώτη εμφάνιση του κατηγορουμένου στο δικαστήριο, και β) να εδραιώσει δικαίωμα αποφυλάκισης με εγγύηση στο χρόνο αναμονής της δίκης.

2.1. Άμεση προσαγωγή ενώπιον δικαστή. Η διάταξη αυτή απαιτεί από τα συμβαλλόμενα κράτη όλα τα μέτρα προσωρινής κράτησης δικαστικής ή διοικητικής να εποπτεύονται και να παρακολουθούνται από δικαστή. Στις περιπτώσεις που ένα άτομο έχει κρατηθεί από την αστυνομία ως επακόλουθο της συλλήψεώς του λόγω εύλογης αιτίας, η πρώτη του εμφάνιση σε δικαστή θα πρέπει να γίνει «σύντομα» . Αυτή η απαίτηση πρέπει να ερμηνευτεί υπό το πρίσμα του αντικειμένου και του σκοπού του άρθρου 5 το οποίο είναι η προστασία του ατόμου από αυθαίρετες παρεμβάσεις της πολιτείας στο δικαίωμα της ελευθερίας . Στο πλαίσιο του άρθρου 5 παρ. 3 το Δικαστήριο έκρινε ότι ο όρος «σύντομα» δεν θα πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση και παρατήρησε ότι «ο βαθμός της ευελιξίας που δίνεται στην έννοια συντόμως είναι περιορισμένος» (Brogan κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 1988, 11 Ε.Η.R.R. 117). Αν και το περιθώριο θα καθορίζεται βάση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της κάθε υπόθεσης, Το Δικαστήριο έκρινε ότι το περιθώριο που καταλείπεται στα κράτη σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να οδηγήσει «σε άρνηση της πολιτείας να διασφαλίσει μία άμεση απελευθέρωση ή μία άμεση εμφάνιση ενώπιον δικαστηρίου». . Το όργανα του Στρασβούργου έκριναν ως σύμφωνες με τις απαιτήσεις του άρθρου 5 κρατήσεις των πέντε ημερών ή των τριών ημερών . Ενώ στην υπόθεση Mac G off κατά Σουηδίας της 26.10.84, το Δικαστήριο διαπίστωσε, ότι η προθεσμία των 15 ημερών δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί σύμφωνη με τις απαιτήσεις του άρθρου 5, η κράτηση για 4 μέρες και 6 ώρες σύμφωνα με τον Νόμο για την Πρόληψη της Τρομοκρατίας του 1984 θεωρήθηκε ότι παραβίαζε το άρθρο 5 παρ.3 της ΕΣΔΑ στην υπόθεση Brogan κατά Ηνωμένου Βασιλείου. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι ένα πρόσωπο που συλλαμβάνεται υπό συνθήκες υπέρμετρης σκληρότητας πρέπει να προσαχθεί ενώπιον δικαστή, διαφορετικά η στέρηση της ελευθερίας δεν είναι δικαιολογημένη . Το άρθρο 5 παρ. 3 δεν απαιτεί μόνο την γρήγορη εξέταση των λόγων κράτησης αμέσως μετά τη σύλληψη από δικαστή αλλά απαιτεί επίσης και επί πλέον δικαίωμα επανεξέτασης των λόγων αυτών ανά τακτά χρονικά διαστήματα .

2.2. Έννοια Δικαστή ή άλλου δικαστικού λειτουργού. Οι όροι αυτοί έχουν την ίδια σημασία με τον όρο «αρμόδια δικαστική αρχή» του άρθρου 5 παρ.1(γ) . Ο Δικαστής πρέπει να είναι: i) ανεξάρτητος από τις ανακριτικές και εισαγγελικές αρχές , από τη εκτελεστική εξουσία και τα κόμματα ii) αμερόληπτος με την έννοια ότι θα πρέπει να είναι απαλλαγμένος από πραγματική καθώς και από φαινομενική μεροληψία . iii) να έχει τη δυνατότητα να εκδώσει νομικά δεσμευτική απόφαση που διατάσσει την απόλυση ή αποφυλάκιση . iv) να έχει τη δυνατότητα να ακούσει ο ίδιος το άτομο που προσήχθη ενώπιόν του . Ένα ζήτημα που ανακύπτει είναι εάν ο εισαγγελέας μπορεί να ενταχτεί στην έννοια του «άλλου δικαστικού λειτουργού». Κατά το παρελθόν, το ΕΔΔΑ ήταν ικανοποιημένο με την ένταξη των εισαγγελέων στην παραπάνω έννοια, υπό την προϋπόθεση ότι οι απαιτήσεις της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας θα μπορούσαν να είναι εγγυημένες . Ωστόσο, η νεώτερη τάση του Δικαστηρίου από το 1990 και μετά είναι να θεωρεί ότι λείπει η απαιτούμενη ανεξαρτησία και αμεροληψία από τον εισαγγελέα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι εισαγγελικές αποφάσεις είναι δυνατόν να επηρεαστούν από την εκτελεστική εξουσία, ή οι αποφάσεις του υπόκεινται σε έλεγχο από έναν ανώτερο εισαγγελέα, ή ο εισαγγελέας έχει την εξουσία να παρεμβαίνει για λογαριασμό των αρχών δίωξης σε ένα μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ο εισαγγελέας δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεξάρτητος κατά το προκαταρκτικό στάδιο, καθώς ήταν πιθανό να γίνει ένας από τους διαδίκους αργότερα . Επίσης απεφάνθη ότι ο εισαγγελέας εξαρτάται από το Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος με τη σειρά του εξαρτάται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Έτσι ο εισαγγελέας υπόκειται στην εποπτεία της αρχής που ανήκει στην εκτελεστική εξουσία . Το Δικαστήριο επίσης έκρινε ότι στη Ρουμανία, οι εισαγγελείς ήταν εξαρτώμενοι από τον Γενικό Εισαγγελέα και τον Υπουργό Δικαιοσύνης και κατά συνέπεια δεν ήταν ανεξάρτητοι. Κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι ο εισαγγελέας σε αυτή την περίπτωση δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως “δικαστικός λειτουργός νομίμως εντεταλμένος όπως ασκεί δικαστικά καθήκοντα» .

2.3. Η προσαγωγή στο δικαστήριο θα πρέπει να είναι άμεση. Η πολιτεία υποχρεούται να λάβει την πρωτοβουλία για ένα υπό κράτηση άτομο να προσαχθεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστή. Στην υπόθεση Mc Goff κατά Σουηδίας η Επιτροπή έκρινε ότι το άρθρο 5 παρ.3 επιβάλει μία «άνευ όρων υποχρέωση» στην πολιτεία να οδηγεί τον κρατούμενο «αυτόματα και άμεσα» ενώπιον δικαστηρίου. Παρόλα αυτά, αυτό δεν σημαίνει ότι ο κρατούμενος θα πρέπει να είναι πάντοτε σωματικά παρών στο δικαστήριο. Στην υπόθεση Egmez κατά Κύπρου ο δικαστής επισκέφτηκε τον προσφεύγοντα στο νοσοκομείο, κάτι το οποίο θεωρήθηκε ως προσαγωγή ενώπιον δικαστηρίου για τους σκοπούς του άρθρου 5 παρ.3

3.- Η συνέχιση της κράτησης. Να σημειωθεί ότι το ΕΔΔΑ δίνει ιδιαίτερη σημασία στη συνέχιση της κράτησης πολύ περισσότερο από την ίδια την κράτηση, που για την τελευταία αφήνει μεγαλύτερα περιθώρια στο συμβαλλόμενο κράτος και είναι περισσότερο ελαστικό στον έλεγχό του, ενώ για τη συνέχιση της κράτησης οι απαιτήσεις του γίνονται μεγαλύτερες θεωρώντας ότι η παρεχομένη προστασία της ΕΣΔΑ πρέπει να εξικνείται σε ευρύτερα όρια. Το Στρασβούργο έχει κρίνει ότι η συνέχιση της κράτησης μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο όταν υπάρχουν «σαφείς ενδείξεις ενός πραγματικού δημοσίου συμφέροντος το οποίο, παρά το τεκμήριο αθωότητας, υπερισχύει του δικαιώματος της ελευθερίας» . Επομένως υφίσταται τεκμήριο υπέρ της απελευθέρωσης. 3.1.Το δικαίωμα αποφυλάκισης με κατάθεση εγγύησης. Το β΄ εδάφιο του άρθρου 5 παρ. 3 δίνει στο κατηγορούμενο το δικαίωμα «να δικαστεί εντός λογικής προθεσμίας» ή να «απολυθή κατά την διαδικασίαν». Η χρήση της λέξης «ή» δεν υποδηλώνει ότι η άμεση προσφυγή σε δίκη αποτελεί εναλλακτική μορφή της αποφυλάκισης με εγγύηση . Ένα άτομο που κατηγορείται για κάποιο αδίκημα πρέπει πάντοτε να αποφυλακίζεται εκκρεμούσης της δίκης εκτός κατ΄εξαίρεση εάν η πολιτεία μπορεί να αποδείξει ότι υπάρχουν «σχετικοί και επαρκείς» λόγοι που να δικαιολογούν την συνέχιση της κράτησής του . Αυτό απαιτεί δικαστική απόφαση.

Στην υπόθεση Caballero κατά Ηνωμένου Βασιλείου (The Times, 28-2-2000) η κυβέρνηση παραδέχτηκε ότι το άρθρο 25 του Νόμου της Ποινικής Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης του 1994 παραβίαζε το άρθρο 5 παρ. 3 . Όπως θεσπίστηκε, το άρθρο 25 επέβαλε μία απόλυτη απαγόρευση στη δυνατότητα αποφυλάκισης με εγγύηση για την κατηγορία της ανθρωποκτονίας και της απόπειρας ανθρωποκτονίας, βιασμού ή απόπειρας βιασμού στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος είχε μία προηγούμενη καταδίκη για ένα τέτοιο αδίκημα. Το άρθρο 5 παρ. 3 εφαρμόζεται καθ όλη τη διάρκεια της περιόδου από τη σύλληψη του κατηγορουμένου έως την καταδίκη του ή την απαλλαγή του από το δικαστήριο, αλλά όχι στην κράτηση εκκρεμούσης της εφέσεως . Στην υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται επαρκής πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται στην κατοχή της κατηγορούσας αρχής, και η διαδικασία πρέπει να διασφαλίζει την ισότητα των όπλων και να είναι «πραγματικά κατ’ αντιμωλία» . Το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να λάβει σοβαρά υπόψη του το τεκμήριο της αθωότητας και πρέπει να καταγράψει τα επιχειρήματα υπέρ και κατά της απελευθέρωσης σε αιτιολογημένη απόφαση . Το ΕΔΔΑ έχει αποφανθεί ότι η αιτιολογία των εθνικών δικαστηρίων είναι ανεπαρκής εάν είναι «αόριστη» ή «στερεότυπη» .

3.2. Λόγοι άρνησης αποφυλάκισης με εγγύηση. Οι αποδεκτοί λόγοι από το ΕΔΔΑ για την άρνηση αποφυλάκισης με εγγύηση είναι: α) Κίνδυνος μη εμφάνισης του κατηγορουμένου στη δίκη Η αυστηρότητα της επικείμενης ποινής, αν και σημαντική, δεν αποτελεί έναν ανεξάρτητο λόγο και δεν μπορεί από μόνη της να δικαιολογήσει άρνηση της αίτησης αποφυλάκισης με εγγύηση . Το γεγονός ότι είναι δυνατό να διαφύγει ο κατηγορούμενος δεν δικαιολογεί από μόνο του το συμπέρασμα ότι θα πραγματοποιηθεί αυτό εάν απελευθερωθεί . Εάν ο κίνδυνος της διαφυγής είναι η μοναδική αιτιολογία για την κράτηση, θα πρέπει να διαταχτεί αποφυλάκιση του κρατουμένου εκκρεμούσης της δίκης εάν είναι δυνατή η εξασφάλιση εγγυήσεων για την εμφάνισή του στη δίκη . Στην υπόθεση Neumeister κατά Αυστρίας το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι: Ο κίνδυνος φυγής μειώνεται κατ’ ανάγκη όσο περνά ο καιρός που βρίσκεται υπό κράτηση ο κατηγορούμενος, υπό την προϋπόθεση ότι η διάρκεια της προφυλάκισης θα αφαιρεθεί από τη διάρκεια της φυλάκισης που αναμένει ο κατηγορούμενος, αν καταδικαστεί, έτσι είναι δυνατό να καταστεί η προοπτική αυτή λιγότερο σοβαρή και να μειωθεί η επιθυμία του να φύγει. Το ΕΔΔΑ στη πολύ γνωστή υπόθεση NERATINI κατά Ελλάδας της 18.12.2008 παρατηρεί ότι «..αν και ο κίνδυνος αποτελεί σχετικό στοιχείο κατά την αξιολόγηση της λογικότητας της στέρησης της ελευθερίας, δεν μπορεί να διαπιστωθεί με βάση ασαφείς δηλώσεις που δε στηρίζονται από επιχειρήματα… Στο εν λόγω βούλευμα, ο κίνδυνος φυγής αναφέρθηκε με λακωνικό τρόπο, χωρίς να συσχετιστεί με συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης…» . Έτσι ο κίνδυνος φυγής συνδέεται με τη συγκεκριμενοποίησή του τόσο σε επίπεδο πραγματικών περιστατικών όσο και σε επίπεδο αιτιολογίας. β) Παρεμβάσεις στη λειτουργία της δικαιοσύνης. Η αίτηση αποφυλάκισης με εγγύηση μπορεί να απορριφθεί στις περιπτώσεις που υπάρχει τεκμηριωμένος κίνδυνος ότι ο κατηγορούμενος, εάν απολυθεί, θα αναλάβει δράση που θα θίγει την απονομή της δικαιοσύνης . Ο κίνδυνος μπορεί να περιλαμβάνει παρεμβάσεις στους μάρτυρες, την καταστροφή σχετικών αποδεικτικών στοιχείων ή την ενημέρωση άλλων υπόπτων . Ένας αναφερόμενος γενικός κίνδυνος δεν είναι επαρκής. Ο κίνδυνος πρέπει να είναι αναγνωρίσιμος και θα πρέπει να υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία που να τον στηρίζουν . Επιπλέον, το δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του ότι ο κίνδυνος συχνά μειώνεται με το πέρας του χρόνου, από τη στιγμή που η έρευνα καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα . γ) Αποτροπή αδικημάτων στο μέλλον. Το δημόσιο συμφέρον κατά την πρόληψη του εγκλήματος μπορεί να δικαιολογεί την προσωρινή κράτηση στις περιπτώσεις που υπάρχουν βάσιμοι λόγοι ότι ο κατηγορούμενος, αν απελευθερωθεί, είναι πιθανό να διαπράξει περαιτέρω αδικήματα . Παρόλα αυτά, ο κίνδυνος θα πρέπει να είναι «εύλογος» και η καταλληλότητα της προσωρινής κράτησης βάση αυτής της αιτίας θα πρέπει να κριθεί «υπό το πρίσμα των περιστάσεων της υπόθεσης και, συγκεκριμένα, το παρελθόν και την προσωπικότητα του ενδιαφερομένου» .

3.3. Ο ρόλος του ποινικού μητρώου. Κίνδυνος για περαιτέρω αδικήματα δεν μπορεί αυτομάτως να υποτεθεί από το γεγονός ύπαρξης επιβαρυμένου ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου . Το δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του εάν κάποια από τις προηγούμενες καταδίκες είναι «συγκρίσιμη, είτε όσο αφορά τη φύση ή το βαθμό σοβαρότητας των κατηγοριών» . Στις περιπτώσεις που η πνευματική κατάσταση ενός ατόμου που κατηγορείται για ανθρωποκτονία μνημονεύεται ως λόγος άρνησης της αποφυλάκισης με εγγύηση, θα πρέπει να ληφθούν μέτρα ώστε να του παραχθεί η απαραίτητα ψυχιατρική φροντίδα ενώ είναι προφυλακισμένος .

3.4. Ο ρόλος των κοινωνικών αντιδράσεων. Στις περιπτώσεις που η επαχθής φύση του εγκλήματος προδικάζει ότι η απελευθέρωση του κατηγορουμένου θα προκαλέσει έντονη αντίδραση των πολιτών και κοινωνική αναταραχή, τότε μπορεί να δικαιολογηθεί η προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου . Το αδίκημα όμως μπορεί να είναι συγκεκριμένης βαρύτητας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι μία προμελετημένη τρομοκρατική ενέργεια από μία οργάνωση που προκάλεσε θανάτους ή σοβαρούς τραυματισμούς μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοιος κίνδυνος , αλλά η προσωρινή κράτηση γι’ αυτό το λόγο μπορεί να συνεχιστεί για όσο συνεχίζει να υπάρχει κίνδυνος για τη δημόσια τάξη.

3.5. Ο ρόλος της ασφάλειας του ίδιου του κατηγορουμένου Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ένας από τους λόγους που δικαιολογείται η συνεχιζόμενη κράτηση ενός προσώπου μπορεί να είναι η ασφάλεια του ιδίου. Όμως αυτή χρειάζεται να ασκείται για το λόγο αυτό με ιδιαίτερη φειδώ και για συγκεκριμένο αναγκαίο χρόνο .

3.5. Περιοριστικοί όροι και εγγύηση σε αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης. Το άρθρο 5 παρ. 3 ρητά προβλέπει ότι «η απόλυσις δύναται να εξαρτηθή από εγγύησιν εξασφαλίζουσαν την παράστασιν του ενδιαφερομένου εις την δικάσιμον». Αποδεκτοί όροι για την απελευθέρωση του κατηγορουμένου αποτελούν κατά το ΕΔΔΑ: i) η παράδοση ταξιδιωτικών εγγράφων (διαβατηρίων κλπ.) , ii) n επιβολή υποχρεωτικής διαμονής , iii) η καταβολή χρηματικής εγγύησης . Το ύψος αυτής δεν πρέπει να έχει σχέση με τη ζημία που προκλήθηκε από το υποτιθέμενο αδίκημα αλλά με τις οικονομικές δυνατότητες του κατηγορουμένου, ή του ατόμου το οποίο δίνει την εγγύηση, και της μεταξύ τους σχέσης . Εάν ο κατηγορούμενος αρνείται ή αδυνατεί να προσκομίσει τις απαραίτητες αποδείξεις τότε μπορεί να επιβληθεί ποσοστό εγγύησης που θα βασίζεται στην εικαζόμενη περιουσία του . η) Υποχρέωση επιτάχυνσης των διαδικασιών για εκδίκαση της υπόθεσης στις περιπτώσεις που δεν γίνεται δεκτή η αίτηση αποφυλάκισης. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει παραβίαση του άρθρου 5 παρ. 3 εάν οι διαδικασίες δεν διεξαχθούν με την κατάλληλη ταχύτητα . Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος στερήθηκε την αποφυλάκιση με εγγύηση απαιτεί ιδιαίτερη επιμέλεια στην επίσπευση διεξαγωγής της δίκης και του δίνει το δικαίωμα να αντιμετωπιστεί η υπόθεσή του κατά προτεραιότητα . Παρόλα αυτά, δεν υπάρχει απόλυτο όριο για την επιτρεπόμενη διάρκεια της προσωρινής κράτησης, ο εύλογος δε χρόνος της διάρκειας της διαδικασίας εξαρτάται από την υπόθεση .

4.- Habeas corpus 4.1. Το άρθρο 5 παρ. 4 προβλέπει ότι κάθε άτομο που στερείται την ελευθερία του έχει το δικαίωμα προσφυγής σε δικαστήριο για να αποφασίσει σε σύντομη προθεσμία για τη νομιμότητα της κράτησής του και να διαταχθεί η αποφυλάκισή του εάν αυτή δεν είναι νόμιμη . Αυτό εγγυάται το δικαίωμα habeas corpus προκειμένου να αμφισβητήσει τη νομιμότητα αυθαίρετης κράτησης . 4.2. Το ένδικο μέσο θα πρέπει να είναι διαθέσιμο στην πράξη όπως και στη θεωρία. Στην υπόθεση R.M.D. κατά Ελβετίας , ένας προσωρινά κρατούμενος μεταφέρθηκε από ένα σωφρονιστικό κατάστημα σε άλλο μέσω μίας σειράς ελβετικών καντονιών. Παρότι υπήρχε μία διαδικασία σε κάθε καντόνι μέσω της οποίας θα μπορούσε να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της κράτησής του, η διαδικασία έπρεπε να αρχίζει από την αρχή κάθε φορά που ο κρατούμενος μεταφέρονταν από ένα καντόνι σε άλλο. Το Δικαστήριο έκρινε ότι παρά το γεγονός ότι υπήρχαν θεωρητικώς προσιτές διαδικασίες, τα διαδικαστικά εμπόδια που συνεπάγονταν η χρήση τους ήταν τόσο μεγάλα ώστε το ένδικο μέσο να μην είναι αποτελεσματικό στην πράξη, και επομένως υπήρχε παραβίαση του άρθρου 5. 4.3. Βάρος αποδείξεως. Σε κάθε περίπτωση του άρθρου 5 παρ. 4, το βάρος απόδειξης της νομιμότητας της κράτησης το έχει το κράτος. 4.4. Στην υπόθεση Χ κατά Ηνωμένου Βασιλείου το ένδικο μέσο κρίθηκε ανεπαρκές σε μία υπόθεση που αφορούσε της κράτηση ενός ψυχικά διαταραγμένου ασθενή καθώς δεν έδινε τη δυνατότητα αμφισβήτησης των ιατρικών λόγων στους οποίους βασίστηκε η κράτηση. 4.5. Στην υπόθεση Chahal κατά Ηνωμένου Βασιλείου το Δικαστήριο έκρινε ότι ο δικαστικός έλεγχος δεν ήταν επαρκής από τη στιγμή που τα εγχώρια δικαστήρια δεν ήταν σε θέση να επανεξετάσουν το βάσιμο της απόφασης για την κράτηση του προσφεύγοντα με σκοπό την απέλασή του για λόγους εθνικής ασφάλειας. 4.6. Προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος. Ως προς την έννοια του δικαστηρίου ισχύουν τα αναφερόμενα παραπάνω. Εάν η κράτηση είναι για μεγάλη περίοδο οι διαδικαστικές εγγυήσεις δεν θα πρέπει να είναι κατώτερες από αυτές που ισχύουν στα ποινικά δικαστήρια . Η αρχή της «ισότητας των όπλων» η οποία έχει συναχθεί από το άρθρο 6, εφαρμόζεται επίσης στο άρθρο 5 παρ. 4 . Η διαδικασία θα πρέπει να εγγυάται την ίση μεταχείριση και να είναι «πραγματικά κατ’ αντιμωλίαν» . Οι κρατούμενοι πρέπει να έχουν πρόσβαση στα σχετικά τμήματα της δικογραφίας που κατέχουν οι κρατικές αρχές. Για να εξασφαλιστεί η ισότητα των όπλων, ο δικηγόρος που ο κρατούμενος πρέπει να έχει πρόσβαση στα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας που είναι απαραίτητη για την αμφισβήτηση της νομιμότητας της κράτησης. Με άλλα λόγια, ο κρατούμενος ή ο δικηγόρος τους , πρέπει να λαμβάνουν αντίγραφα του αποδεικτικού υλικού που οι κρατικές αρχές στηρίζονται στην προσπάθειά της να συνεχίσουν να κρατούν το εν λόγω πρόσωπο .

Το υπό κράτηση άτομο θα πρέπει να ενημερωθεί για τους λόγους κράτησής του και θα πρέπει να του δοθούν όλα τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται στην κατοχή των αρχών . Επιπλέον θα πρέπει να έχει επαρκή χρόνο για να ετοιμάσει την αίτηση αποφυλακίσεώς του .

Το άρθρο 5 παρ. 4 απαιτεί την παροχή νομικής βοήθειας, οποτεδήποτε είναι απαραίτητο για να διευκολύνει τον κρατούμενο να ασκήσει μία αποτελεσματική αίτηση αποφυλακίσεως .

Το άρθρο 5 παρ. 4 γενικά απαιτεί το άτομο που βρίσκεται υπό κράτηση ή ο νομικός του εκπρόσωπος να μπορούν να λάβουν μέρος σε μία προφορική ακρόαση . Απαιτεί επίσης ότι η αίτηση για απόλυση θα πρέπει να καθορίζεται ταχύτατα . Γι’ αυτό το λόγο παραβιάζεται το άρθρο 5 στις περιπτώσεις που ένα άτομο πρέπει να περιμένει για ένα αδικαιολόγητα μεγάλο χρονικό διάστημα πριν μπορέσει να υποβάλει αίτηση με την οποία θα αμφισβητεί τη νομιμότητα της κράτησής του.

Επίσης το αυτό άρθρο απαιτεί περιοδική επανεξέταση της θέσης υπό κράτηση. Η προφυλάκιση σε ποινικές υποθέσεις απαιτεί σύντομα χρονικά δια

here


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες