Το δικαίωμα διεξαγωγής της δίκης εντός ευλόγου χρόνου και η αποκατάσταση της «τεκμαιρόμενης» βλάβης του διαδίκου

της Ευαγγελίας (Εβίτας) Σαλαμούρα 

Εισαγωγικά

Στο πλαίσιο της εορτασμού του πεντηκοστού έτους του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής «ΕΔΔΑ»), θα ήταν σκόπιμο να αναφερθούμε στις χρονικές καθυστερήσεις κατά την απονομή της δικαιοσύνης, θέμα κεντρικής εξέτασης, το οποίο δημιούργησε μεγάλη ανησυχία σε διεθνές επίπεδο. αυτό το θέμα έχει αποτελέσει αντικείμενο συνεχόμενων συζητήσεων και μελετών. Το μέγιστο αριθμό προσφυγών κατακλύζει καθημερινά το ΕΔΔΑ, ενώ η μεγάλη πλειοψηφία αυτών αφορά παραβιάσεις του δικαιώματος δικατάσχεσης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Σημειωτέον δε, η χώρα μας, μαζί με την Ιταλία, την Πολωνία, τη Γαλλία και την Τουρκία, βρίσκονται στην « κόκκινη ζώνη»Των παραβιάσεων, που έχουν δοθεί από το υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα που απαιτείται μέχρι την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και την έκδοση δικαστικής απόφασης από τα εθνικά δικαστήρια. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το ποσοστό των εκδοθέντων αποφάσεων για όλα τα συμβαλλόμενα κράτη μέλη που αφορούν παραβιάσεις λογικής διάρκειας ανέρχεται σε 35%, εκ των οποίων το 8% αφορά τη χώρα μας, ποσοστό εξαιρετικά υψηλό εάν αναλογιστούμε ότι η αντίστοιχη πενταπλάσια σε πληθυσμό γειτονικής Τουρκίας ανέρχεται σε 7,6% και για την ίδια υπερδιπλάσια σε πληθυσμό Ρωσία μόλις στο 2%! Σε εθνικό επίπεδο, η παράβαση του εύλογου χρόνου καταλαμβάνει ποσοστό 62%, δηλαδή περισσότερα από τα μισά καταδίκες εις βάρος της Ελλάδας έχουν ως αντικείμενο την παραβίαση [1] .

Το δικαίωμα του δικηγορικού δικαίου εντός εύλογου χρόνου διασφαλίζεται σε διεθνές επίπεδο:

α) Από το άρθρο 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (εφεξής «ΕΣΔΑ» ή «Σύμβαση»), σύμφωνα με το οποίο «κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να υποθέσει την υπόθεση … εντός εύλογης προθεσμίας υπό (…) …), το οποίο θα αποφασίσει (…) επί του βασίμου έναντι της κατηγορίας της ποινικής φύσης. »,

β) Από το άρθρο 14 § 3 γ του Διεθνούς Συμφώνου Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων (ΔΣΑΠΔ) σύμφωνα με το οποίο «Κάθε πρόσωπο κατηγορούμενο για ποινική αδίκημα απολαύει, σε πλήρη ισότητα, τις ακόλουθες ελάχιστες εγγυήσεις: (…) να δικαστεί χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση (…) »,

Να σημειωθεί ότι το ΔΣΑΠΔ κατοχυρώνει αυτό το δικαίωμα, μόνο για τον κατηγορούμενο και όχι για τους λοιπούς διαδίκους.

γ) Από το άρθρο 8 παρ. 1 της Αμερικανικής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου σύμφωνα με το οποίο: «Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα ακρόασης … εντός εύλογου χρόνου …»,

δ) από το άρθρο 7 παρ. 1 του Αfρικανικού Χάρτη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Λαών, σύμφωνα με το οποίο «Παν πρόσωπον … δ) έχει δικαίωμα να δικαστεί εντός εύλογου χρόνου …».

Το παρόν κείμενο θα έχει ως επίκεντρο το δικαίωμά του να δικαστεί μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα και μέσω αυτού θα γίνει προσπάθεια α) να καταγραφούν οι κατευθυντήριες αρχές που διαμορφώθηκαν από την πλούσια νομολογία του ΕΔΔΑ, β) να αποδειχθεί η επίδραση που έχει η διάρκεια της διαδικασίας στο γ) να προσδιοριστεί η συνιστώμενη δίκαιη ικανοποίηση του άρθρου 41 της ΕΣΔΑ, σε σχέση με την εν λόγω παραβίαση και τέλος, δ) να αναφερθούν οι δυνατότητες που προσφέρονται για τη λήψη μέτρων άρσης ή μετριασμού των δυσμενών συνεπειών οι οποίες υφίστανται οι διάδικοι λόγω της υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας.

 

Ι. Ο « εύλογος χρόνος » σύμφωνα με την νομολογία του ΕΔΔΑ

 

Το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης προβλέπει ότι ένα δικαστήριο οφείλει να αποφασίσει τόσο «επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (…) αστικής φύσεως», όσο και «επί του βασίμου της … κατηγορίας της ποινικής φύσεως» εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Η έννοια της εύλογης προθεσμίας ουσιαστικά αναφέρεται στην προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να εκδοθεί απόφαση των δικαστηρίων (αστικών, ποινικών, διοικητικών) ώστε η απονομή της δικαιοσύνης να καταστεί ουσιαστική και αποτελεσματική.

Σε υποθέσεις αστικής φύσεως, η ταχεία διεξαγωγή της δίκης επιβάλλεται με σκοπό την αποφυγή της παρατεταμένης καταστάσεως αβεβαιότητας στην οποία βρίσκονται οι διάδικοι. Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, η απαίτηση αυτή αποκτά σοβαρή σημασία των συνεπειών που υφίσταται κάθε πρόσωπο εις βάρος του οποίου εκκρεμεί μια κατηγορία [2] .

Όσον αφορά τις ποινικές υποθέσεις, η «λογική προθεσμία» του άρθρου 6 § 1 αρχίζει ( πεθαίνει ένα quo ) τη στιγμή που ένα Πρόσωπο λαμβάνει Επίσημα Γνώση Της κατηγορίας . Η κατηγορία που αναφέρεται στο άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ έχει ανεξάρτητη έννοια και μπορεί να οριστεί ως η επίσημη κοινοποίηση, η οποία προέρχεται από την αρμόδια αρχή, με την οποία διαπράττεται ποινική αδίκημα, ο ορισμός που ανταποκρίνεται επίσης στην έννοια της πρόκλησης σημαντικών επιπτώσεων στην κατάσταση του υπόπτου » [3] . Επομένως, στην πράξη το σημείο εκκίνησης υπολογισμού του εύλογου χρόνου για τον κατηγορούμενο μπορεί να προηγηθεί της ημερομηνίας της δικαστικής διαδικασίας και μπορεί να είναι η ημέρα της συλλήψεως [4] ή της έρευνας κατ ‘οίκον [5]ή την άσκηση της ποινικής δίωξης [6] ή την εκδίκαση της κατηγορίας ή την έναρξη της προκαταρκτικής εξέτασης / προδικασίας / κύριας διερεύνησης, (δηλαδή από την στιγμή που κοινοποιήθηκε στον κατηγορούμενο η κλήση προς παροχή εξηγήσεων ή προς απολογία) [7] . Για τον πολιτικώς ενάγοντα, ο χρόνος αρχίζει να υπολογίζεται από τη στιγμή που δηλώνεται νόμιμη παράσταση πολιτικής αγωγής [8]. Ωστόσο, υποστηρίζεται και η άποψη ότι σε μερικές υποθέσεις η «κατηγορία» δεν σηματοδοτεί την έναρξη της σχετικής χρονικής περιόδου: στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν έχει λάβει επίσημη κοινοποίηση κατηγορίας και έχει εκδικασθεί εκ των πραγμάτων, θα μπορούσε να συναχθεί ότι, αν υπάρχει κατηγορία , η απαίτηση του εύλογου χρόνου δεν παραβιάζεται, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος δεν ζει υπό την πίεση της ποινικής δίωξης εις βάρος του [9] .

Όσον αφορά τις αστικές και διοικητικές υποθέσεις, η ημερομηνία έναρξης αυτών είναι η ημερομηνία κατά την οποία οι διάδικοι προσφύγουν ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, δηλαδή η ημερομηνία κατάθεσης της αντίστοιχης ενώπιον του δικαστηρίου στην αρμόδια γραμματεία (αγωγή, προσφυγή, αίτημα ακυρώσεως κ. λπ). Εντούτοις, στις προηγούμενες προσφυγές ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, το τελευταίο αυτό χρονικό σημείο λήφθηκε από το ΕΔΔΑ ως ημερομηνία εκδόσεως της υπό κρίση διαδικασίας [10] στις περιπτώσεις όπου απαιτείται προϋπόθεση για την προσφυγή ενώπιον των δικαστικών αρχών .

Λήξη δε της δίκης ( πεθαίνει ad quem ) α) κατ»αρχήν για τις αστικές και διοικητικές υποθέσεις θεωρείται η ημερομηνία δημοσίευσης της αμετάκλητης δικαστικής απόφασης , με την οποία επιλύεται η διαφορά, β) για τις δε ποινικές υποθέσεις, η ημερομηνία δημοσίευσης της αμετάκλητης αθωωτικής η καταδικαστική απόφαση ή η απόφαση με την οποία παύει οριστικά η ποινική δίωξη.

Αξιοσημείωτο δε είναι ότι με την  πρόσφατη Απόφαση Σταυρινουδάκης κατά Ελλάδας, απόφαση της 29 ης Οκτωβρίου 2009, το ελληνικό τμήμα του ΕΔΔΑ επέκτεινε το χρόνο λήξης της δίκης , και δέχτηκε ως σημείο λήξης αυτής, την ημερομηνία καθαρογραφής και θεώρησης της αμετάκλητης απόφασης του ανωτάτου Δικαστηρίου , οπότε ο διάδικος λαμβάνει την επίσημη γνώση της απόφασης [11] .

Η απαίτηση διεξαγωγής της δίκης εντός εύλογου χρόνου καλύπτει και το στάδιο της εκτέλεσης [12] . Επιπλέον, το ΕΔΔΑ δέχεται ότι δεν συνυπολογίζεται στο συνολικό χρονικό διάστημα εκδίκασης της υποθέσεως το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την εκδίκαση των έκτακτων ενδίκων μέσων, αν και προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία (π.χ. επανεξέταση, επανάληψη της διαδικασίας), αλλά και την προδικαστική διαδικασία με το άρθρο 234 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [13] .

Σημειωτέον δε, ότι η αθώωση του κατηγορουμένου ή η θετική έκβαση της δίκης υπέρ ενός διαδίκου ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων δεν ισοδυναμεί με αποβολή της ιδιότητας του θύματος ( θύμα κατάσταση ) [14]. Η ταυτόχρονη αναγνώριση και αποκατάσταση της αγωγής αποκαταστάσεως της ζημίας των διαδίκων πρέπει να αποκατασταθεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (π.χ. με μείωση του θύματος ή με την κατάργηση της ποινικής διαδικασίας ή με την επιδίκαση αποζημίωσης ή με την απαλλαγή από τους φόρους δικαστικές δαπάνες, ή με οποιαδήποτε άλλη δυνατή μορφή). Για να αποφευχθεί η ιδιότητα του θύματος σε περίπτωση επιδικάσεως αποζημιώσεως από τα εθνικά δικαστήρια, το ποσό αυτό πρέπει να είναι προφανώς λογικό, σε σύγκριση με το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως που θα απολάμβανε ο ΕΔΔΑ στον αιτούντα λόγω μηθικής βλάβης. Ένα ποσό κατά πολύ μικρότερο θα ήταν αποδεκτό μόνο στην περίπτωση που η αποκατάσταση είχε ως περαιτέρω αποτέλεσμα την επιτάχυνση της διαδικασίας [15] .

Η χρονική περίοδος της δίκης κατ ‘αρχήν ελέγχεται από το ΕΔΔΑ συνολικά και υπολογίζεται σε αυτό το σύνολο του χρόνου που απαιτείται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή στις διαδικασίες ενώπιον του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, και στις διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου Πάγου (ΑΠ) [16] ή του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) [17] ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου [18] αντιστοίχως. Σημειωτέον δε, ότι στις ποινικές υποθέσεις προστίθεται και η χρονική διάρκεια της προδικασίας [19]. Σε πολλές αποφάσεις του ΕΔΔΑ παρατηρείται παραβίαση του δικαιώματος του δικηγόρου εντός εύλογου χρονικού διαστήματος λόγω υπερβολικής διάρκειας μόνο ενός σταδίου μόνο της διαδικασίας π.χ. υπερβολική διάρκεια των διαδικασιών ενώπιον της προδικασίας [20] , ή ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή του Εφετείου [21] ή στις διαδικασίες ενώπιον του ΑΠ κ.λπ., αν και το συνολικό χρονικό διάστημα εκδίκασης της υπόθεσης κρίθηκε εύλογο. Το ΕΔΔΑ θεωρεί ότι η συνολική διάρκεια των δύο ετών ( 1ης σύνθετης υπόθεσης) για ένα βαθμό δικαιοδοσίας είναι εύλογη [22]. Σε περίπτωση που οι διαδικασίες διαρκούν περισσότερο από δύο έτη για ένα βαθμό δικαιοδοσίας, ή περισσότερο από έξι έτη για το σύνολο της διαδικασίας (δηλαδή από την κατάθεση της ένδικης προστασίας μέχρι την δημοσίευση της απόφασης του Ανώτερου Πάγου ή του ΣΕΕ), το ΕΔΔΑ προβαίνει σε στενότερη εξέταση της υποθέσεως και εξετάζει κατά πόσον οι εθνικές αρχές αλλά και οι διάδικοι επέδειξαν την απαιτούμενη επιμέλεια.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 35 § 1 της ΕΣΔΑ απαιτούνται προϋποθέσεις για την παραπομπή της προσφυγής ενώπιον του ΕΔΔΑ συνιστούν την εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων – προϋπόθεση που στηρίζεται στην πεποίθηση ότι πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στα κράτη να αποτρέψουν ή να επανορθώσουν τις παραβάσεις που αναφέρονται τους πριν οι αιτιάσεις αυτές υποβληθούν ενώπιον του ΕΔΔΑ [23] – και η προσφυγή εντός της εξάμηνης προθεσμίας η οποία αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία καθαρογραφής και θεώρησης ή κοινοποίησης (όπου αυτή προβλέπεται) της αμετάκλητης απόφασης του ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην παραβίαση του δικαιώματος του δικηγόρου εντός εύλογου χρόνου οι προϋποθέσεις αυτές θα συγκλίνουν και η υπόθεση μπορεί να εξεταστεί από το ΕΔΔΑ ακόμα και όταν η διαδικασία λήξει ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων [24] , εφόσον μπορεί να υποστηριχθεί ότι η εκδίκαση της υπόθεσης μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο, καθυστερεί ανεπιφύλακτα. Στην περίπτωση αυτή, η περίοδος που λαμβάνεται υπόψη για το εύλογο χρονικό διάστημα μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία το ΕΔΔΑ εκδίδει απόφαση επί της υποθέσεως. Σημειωτέον δε, ότι στις περιπτώσεις στις οποίες το ΕΔΔΑ έχει ήδη αναγνωρίσει παράβαση του εύλογου χρόνου σε μια υπόθεση που εκκρεμεί, το χρονικό διάστημα που έχει ήδη κριθεί, λαμβάνεται στη συνέχεια υπόψη για την εκτίμηση του εύλογου χρόνου του επόμενου χρονικού διαστήματος σε περίπτωση νέας προσφυγής ενώπιον του ΕΔΔΑ [25] .

Αξίζει να επισημανθεί ότι η εξέταση των ελληνικών υποθέσεων από το ΕΔΔΑ, παρά τον μεγάλο αριθμό που εκκρεμούν ενώπιον του, γίνεται μέσα σε πολύ λογικό χρονικό διάστημα, το οποίο κατά κανόνα δεν υπερβαίνει το ένα έτος για τις υποθέσεις που κηρύσσονται απαράδεκτες (δηλαδή χωρίς προηγουμένως να ζητηθούν εξηγήσεις από την Κυβέρνηση) και τα τρία έτη συνολικά για τις υποθέσεις που εξετάζονται επί της ουσίας [26] .

Η μέθοδος που ακολουθείται κατά τον έλεγχο των σχετικών παραβάσεων έχει ως ακολούθως: Αρχικά προσδιορίζεται η χρονική περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη και στη συνέχεια διερευνάται και εκτιμάται αν η εν λόγω χρονική περίοδος ήταν λογική ή υπερβολική. Το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι το εύλογο χαρακτήρα της διάρκειας μιας διαδικασίας εκτιμάται συνολικά, σύμφωνα με τα ειδικά περιστατικά της υποθέσεως ( in concreto ) και λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων που έχουν διαμορφωθεί από την νομολογία του Δικαστηρίου [27] και ειδικότερα α) την πολυπλοκότητα της υποθέσεως, β) τη συμπεριφορά του αιτούντος, γ) τη συμπεριφορά των αρμοδίων αρχών, και δ) τη σημασία της διαφοράς για τους διαδίκους.

α. Η πολυπλοκότητα της υπόθεσης αξιολογείται τόσο από νομική όσο και από διαδικαστική άποψη, και από ουσιαστική πλευρά και φυσικά συμβάλλει καθοριστικά στην επιμήκυνση της διαδικασίας. Ωστόσο, μόνο το γεγονός ότι μια υπόθεση είναι πολύπλοκη δεν αρκεί για να δικαιολογηθεί η υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας.

Από την πλούσια νομολογία του ΕΔΔΑ προκύπτει ότι μεταξύ των παραγόντων που προσδιορίζουν την βαθμό πολυπλοκότητας μιας υποθέσεως είναι: η φύση των πραγματικών περιστατικών που εξετάζονται (π.χ. οικονομικές υποθέσεις), ο όγκος της δικογραφίας, ο αριθμός των διαδίκων / κατηγορουμένων, ο αριθμός των κατηγοριών, ο αριθμός των τρίτων προσώπων στην δίκη, ο όγκος του αποδεικτικού υλικού, ο αριθμός των μαρτύρων που έχουν ζητηθεί να εξεταστούν, η εξέταση μάρτυρα που βρίσκονται στο εξωτερικό ή έξω από την έδρα του δικαστηρίου, η ανάγκη εκδόσεως αποδείξεων από το εξωτερικό, η ανάγκη διεξαγωγής διερμηνείας, η ανάγκη μετάφρασης νομικών εγγράφων, η συνάφεια μεταξύ άλλων υποθέσεων, η πολυπλοκότητα των νομικών ζητημάτων, η ασάφεια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου,[28]

β. Η συμπεριφορά του προσφεύγοντος : Το κριτήριο αυτό είναι μόνο το οποίο οδηγεί στο Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι δεν υπήρξε παραβίαση ακόμη και στις περιπτώσεις όπου η διάρκεια της διαδικασίας ήταν υπερβολική.

Για παράδειγμα, στην υπόθεση Καρβουντζής κατά Ελλάδας, απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2008, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, αν και η συνολική διάρκεια της υποθέσεως για τρεις βαθμίδες δικαιοδοσίας ήταν πλέον των έξι (6) ετών, δεν υπήρξε παραβίαση δεδομένου ότι ο προσφεύγων καθυστέρησε συνολικά δύο 2) έτη κατά την άσκηση της αναβολής και για τον προσδιορισμό της. Ειδικότερα στην § 23 της απόφασης αυτής αναφέρεται ότι:«Το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι ο προσφεύγων χρειάστηκε ένα χρόνο για να ασκήσει αίτηση αναίρεσης ενώ περίμενε ακόμη πέντε μήνες πριν καταθέσει αντίγραφο της εν λόγω αίτησης ενώπιον του Αρείου Πάγου και ζήτησε τον ορισμό του δικαστή, και ότι περίμενε έξι μήνες πριν την επανάληψη της διαδικασίας ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου μετά την παραπομπή της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο. Η συμπεριφορά αυτή, για την οποία ο αιτών δεν παρέχει καμία τεκμηριωμένη εξήγηση, οφείλεται για μια συνολική καθυστέρηση περίπου δύο ετών, για την οποία το Δημόσιο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι υπεύθυνο. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι, σύμφωνα με τις αρχές της διάθεσης και της πρωτοβουλίας των διαδίκων που καθιερώνουν τα άρθρα 106 και 108 του κώδικα πολιτικής δικονομίας (βλ. Ανωτέρω σημείο 16), η πρόοδος της διαδικασίας εξαρτάται εξ ολοκλήρου από την επιμέλεια των διαδίκων. Οι δικαστές δεν μπορούν να επιβάλουν την επανάληψή τους με δική τους πρωτοβουλία (βλ., Μεταξύ άλλων, Makropoulou και άλλοι κατά Ελλάδας, αριθ. 646/05 της 26ης Απριλίου 2007). Το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι διάδικοι ζήτησαν δύο φορές την αναβολή της συζήτησης ενώπιον του Εφετείου μετά την παραπομπή της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο, γεγονός που καθυστέρησε την εξέταση της υποθέσεως ».

Περαιτέρω, στην Υπόθεση Μαριέττος  και Μαριέττου κατά Ελλάδας, απόφαση της 21 ης Φεβρουαρίου 2008, όπου η υπόθεση διήρκησε δεκαοχτώ (18) έτη και οχτώ (8) μήνες, το ΕΔΔΑ αναφορικά με την συμπεριφορά των προσφευγόντων αναφέρει ότι (§28):«Εξάλλου, το Δικαστήριο δέχεται ότι οι αιτούντες ευθύνονται εν μέρει για πολλές καθυστερήσεις που σημειώθηκαν στο πλαίσιο της υπόθεσης αυτής και, ειδικότερα, επειδή δεν προέβησαν σε ορθή χρήση της διαδικασίας: εισήγαγαν μια πρώτη αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου της αρμοδιότητας του δικαστηρίου που επέμεινε να εξετάσει το δικαστήριο αυτό υπέβαλε, εν συνεχεία, το δεύτερο δικόγραφο με το πρώτο, όσον αφορά το αντικείμενο, ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου – εν πάση περιπτώσει, δεν ήταν δυνατό να επαναληφθεί η αρχικώς εκδοθείσα διαδικασία, γεγονός η οποία περιπλέκει περαιτέρω την εκδίκαση της υπόθεσής τους. Επιπλέον, από τις ημερομηνίες της διαδικασίας προκύπτει ότι οι υποψήφιοι δεν επέδειξαν πάντα επιμέλεια κατά τη διεξαγωγή της σχετικής με την υπόθεσή τους διαδικασίας. Ωστόσο,

Όσον αφορά την συμπεριφορά του κατηγορουμένου στις ποινικές υποθέσεις, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 6 της Σύμβασης δεν απαιτεί από την ενδιαφερόμενη ενεργό συνεργασία με τις δικαστικές αρχές. Εντούτοις, η συμπεριφορά του προσφεύγοντος συνιστά αντικειμενικό γεγονός, το οποίο δεν μπορεί να καταλογιστεί στο εναγόμενο κράτος και λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να προσδιοριστεί αν υπάρχει ή όχι υπέρβαση της «λογικής προθεσμίας» [29] .

Όσον αφορά το κριτήριο αυτό, θα πρέπει να γίνει μια διάκριση μεταξύ της παρεμβατικής συμπεριφοράς του προσφεύγοντος, η οποία συμβάλλει πρωτίστως στην εξάλειψη της αιτίας της εύλογης προθεσμίας και στην συμπεριφορά που απορρέει από την αξιοποίηση των δυνατοτήτων νομικής διαδικασίας που προσφέρονται από το εθνικό δίκαιο και για τους οποίους, όπως είναι λογικό, δεν μπορεί να προσαφθεί στον προσφεύγοντα, εκτός αν προβαίνει σε εκτεταμένη χρήση αυτών (π.χ. αναβολές [30] ). Το Δικαστήριο δικαιολόγησε τις καθυστερήσεις που οφείλονταν στην πλήρη εξάντληση των προβλεπόμενων ένδικων μέσων ή την υποβολή αίτησης εξέτασης μαρτύρων ή ορισμού εμπειρογνωμόνων ή εξαίρεσης και αποκλεισμού δικαστικών αντιπροσώπων ή λόγω φυλετικής ή ανυπαρξίας του ενάγοντος [31] .

γ. Η ιδεολογία των εθνικών αρχών : Το ΕΔΔΑ επανειλημμένα υπενθυμίζει ότι είναι ευθύνη των συμβαλλόμενων Κρατών να οργανώνουν το δικαστικό τους σύστημα κατά τρόπο ώστε οι δικαστές τους να μπορούν να εξασφαλίζουν σε κάθε άτομο το δικαίωμα να επιτύχει μια οριστική απόφαση επί των αμφισβητήσεων σχετικά με δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικής ή ποινικής φύσεως μέσα σε λογική προθεσμία [32] . Ο τρόπος με τον οποίο το κράτος θα ενεργήσει – επιβάλλοντας προθεσμίες, οδηγίες ή χρησιμοποιώντας οποιαδήποτε άλλη μέθοδο – υπόκειται στην ευχέρειά του. Όταν ένα κράτος επιτρέπει τις προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 6 χωρίς να παρεμβαίνει για τη συντόμευση τους, είναι ουσιώδες για την καθυστέρηση [33]. Εξάλλου, μόνο οι καθυστερήσεις που μπορούν να απαγορευθούν στις αρμόδιες δικαστικές αρχές μπορούν να οδηγήσουν σε διαπίστωση υπέρβασης της εύλογης προθεσμίας που είναι αντίθετη προς τη Σύμβαση.

Η συμπεριφορά των ενδιαφερομένων δεν απαλλάσσει τους δικαστές από τη διασφάλιση της ταχύτητας που επιβάλλει το άρθρο 6 § 1 [34] . Έτσι, υπό το πρίσμα αυτό το ΕΔΔΑ απαιτεί από τα δικαστήρια να είναι πιο προσεκτικοί όταν πρόκειται να δεχθούν μια αίτηση αναβολής και σε ό, τι αφορά το διάστημα, που θα επιτρέψει την παρέμβαση μεταξύ δύο δικαστών.

Εντούτοις, το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι αντίθετα με μια αστική διαδικασία, η οποία αφήνει την πρωτοβουλία των διαδίκων, η αδιάκοπη διεξαγωγή μιας διοικητικής διαδικασίας ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων συνιστά κυρίως ευθύνη των δικαστηρίων που έχουν επιληφθεί και τα οποία δεν εξαρτώνται από τη συμπεριφορά των ενδιαφερομένων με σκοπό την προαγωγή της διαδικασία [35] .

Η υπερφόρτωση του δικαστικού συστήματος, που αποτελεί συνηθισμένη δικαιολογία των κρατών μελών για την αδράνεια που επιδεικνύουν στις υποθέσεις, δεν είναι αποδεκτή από το ΕΔΔΑ. Επιπλέον, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, αν και δεν αγνοεί τις συνέπειες που μπορεί να συνεπάγεται μια διαδοχική δίωξη όσον αφορά την επιβάρυνση του πίνακα του δικαστηρίου, ισχύει, εντούτοις, το γεγονός ότι πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1, να εκδικάζονται οι υποθέσεις «εντός εύλογης προθεσμίας» [36]. Τέλος, η ανεπάρκεια των δικαστών, των δικαστικών υπαλλήλων, των κτιριακών υποδομών, των παρατυπιών που έχουν ως αποτέλεσμα τη μη εμφάνιση των παραγόντων της δίκης (μαρτύρων, διαδίκων κ.λπ.), η αργία στη μεταφορά των δικογραφιών από τα πρωτόδικα δικαστήρια στα δευτεροβάθμια δικαστήρια, καθυστερήσεις κατά την καθαρογραφή και θεώρηση των αποφάσεων, αλλά και η άνιση κατανομή των δικαστηρίων στην επικράτεια , τέτοια ώστε να μην ανταποκρίνεται στις γεωγραφικές [37] και δημογραφικές αλλαγές της χώρας, αποτελούν οργανωτικές αδυναμίες οι οποί ς οδηγούν σε μεγάλες χρονικές καθυστερήσεις και για τις οποίες τα ίδια τα Κράτη οφείλουν να λαμβάνουν θετικά μέτρα , ώστε να εξομαλυνθούν οι καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης [38] .

δ. Η σημασία της ένδικης διαφοράς για τον προσφεύγοντα : Το ΕΔΔΑ, λαμβάνοντας υπόψη το κριτήριο αυτό, χαρακτηρίζει ορισμένες υποθέσεις λόγω της υψηλής προτεραιότητάς τους (περιπτώσεις προτεραιότητας) και περαιτέρω διακρίνει αυτές που απαιτούν «ειδική ή συγκεκριμένη επιμέλεια» και εκείνες που απαιτούν «Εξαιρετική επιμέλεια»και για τα οποία η απαίτηση του εύλογου χρόνου εμφανίζεται αυξημένη. Α) οι υποθέσεις που έχουν σχέση με τις σχέσεις των γονέων των τέκνων, β) οι υποθέσεις που αφορούν τα θύματα τροχαίων ατυχημάτων, γ) οι υποθέσεις αστυνομικής βίας, δ) οι εργατικές διαφορές, (και οι οποίες αφορούν τα πχ. απολύσεις, μισθολογικές διαφορές κλπ.), ε) οι υποθέσεις στις οποίες ο κατηγορούμενος κρατείται προσωρινά, και τέλος στ) οι υποθέσεις όπου οι διάδικοι έχουν περιορισμένες φυσικές ή διανοητικές ικανότητες, ενώ στην δεύτερη κατηγορία υπάγονται οι υποθέσεις όπου α) η κατάσταση υγείας των διαδίκων είναι επιβαρυμένη ή β) οι διάδικοι είναι υπερήλικες [39] .

Ενδεικτικά αναφέρεται, ότι στην υπόθεση Svetlana Orlova κατά Ρωσίας, απόφαση της 30.07. 2009, το Δικαστήριο δέχτηκε την ύπαρξη παραβίασης του ευλόγου χρόνου δεδομένων των αλλεπάλληλων παραπομπών λόγω αναρμοδιότητας του εκάστοτε δικαστηρίου και υπογράμμισε ότι τα εθνικά δικαστήρια αγνόησαν πλήρως ότι η συγκεκριμένη διαφορά ήταν εργατική και ότι κατά τον χρόνο της απόλυσης της η προσφεύγουσα ήταν έγκυος [40] .

 

ΙΙ. Η απαίτηση για εύλογη διάρκεια της διαδικασίας, ως ειδικότερη πτυχή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη

 

Λέγει συνήθως ότι: «Η χρονοβόρα απονομή της δικαιοσύνης, συνιστά αρνητική δικαιοσύνη» [41] .

Το Δικαστήριο έχει επισημάνει σε πολλές αποφάσεις τη σημασία της απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να διακυβεύσουν την αποτελεσματικότητα αλλά και την αξιοπιστία της [42] . Από το ίδιο το δικαστήριο της δικαιοσύνης, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ότι προσομοιάζει με την αρνητική δικηγορία, δεν μπορεί να αποφευχθεί η ύπαρξη υποχρεώσεως των ίδιων των δικαιοδοτικών οργάνων να θέσουν τέρμα στην παρατεταμένη κατάσταση ανασφάλισης στην οποία βρίσκονται οι διάδικοι.

Το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, εγγυάται τον δικαίωμα του διαδίκου, – ο κατηγορούμενος στην ποινική δίκη – να εκδικασθεί δικαίως. Από το πνεύμα της Συμβάσεως προκύπτει ότι ο όρος «δικαίως» αναφέρεται στην έγκαιρη, ουσιαστική και αδιαφανή διεξαγωγή της δίκης, υπό διαδικαστικές εγγυήσεις, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έκδοση ορθής απόφασης [43] .

Από το γράμμα του άρθρου αυτού απορρέει ένα πλέγμα επιμέρους δικαιωμάτων για τον διάδικο, μεταξύ των οποίων το δικαίωμα να δικαστεί από ένα νόμιμο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, δημοσίως και εντός εύλογης προθεσμίας. Ειδικότερα, η πρόσβαση στο δικαστήριο και το δικαίωμα ακρόασης είναι το δικαίωμά του, δηλαδή ο διάδικος να αναπτύξει τις απόψεις του ενώπιον του δικαστηρίου και να αντικρούσει την κατηγορούμενη εναντίον του στην περίπτωση του κατηγορουμένου, συνυφασμένα με την ταχεία διεξαγωγή της δίκης. Τα δικαιώματα πρόσβασης σε δικαστήριο και ακρόαση καθίστανται αναποτελεσματικά, σε περίπτωση μη έγκρισης απόφασης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, δεδομένου ότι αποκλειστικό σκοπό τους είναι η αποκατάσταση της κοινωνικής ειρήνης,

Πρέπει να υπομνησθεί περαιτέρω, ότι τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, μεταξύ των οποίων το δικαίωμα υπερασπίσεως του εαυτού του, καθώς και το δικαίωμα εξετάσεως μαρτύρων, δικαιολογούν, μεταξύ άλλων, τα δικαιώματά του που αποσκοπούν στην εξασφάλιση δίκαιης δίκης στο σύνολό του.

Η παράδοση υπερβολικά μεγάλου χρονικού διαστήματος από την στιγμή πραγματοποίησης μιας αξιόποινης πράξης ή αμφισβήτησης αστικού δικαίου οδηγεί αναμφισβήτητα στην εξασθένηση της κατηγορίας του διαδίκου / κατηγορούμενου, δεδομένου ότι κατά τη φυσική εξέλιξη των γεγονότων η ποιότητα των αποδεικτικών μέσων είναι αλλοιωμένη λόγω α) της απώλειας μνήμης των μαρτύρων αλλά και των διαδίκων , β) της απώλειας των ίδιων των μαρτύρων (λόγω θανάτου, εξαφάνισης, αλλαγής διεύθυνσης κτλ.) , γ) της καταστροφής σχετικών αποδεικτικών μέσων, (πχ. εγγράφων) και δ) της δυσχέρειας στην ανεύρεση αυτών,με την απόρριψη της απόφασης για την έκδοση κινδύνου, στηριζόμενη σε μη ορθή δικαιολογημένη εμπιστοσύνη για την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών. Πρόκειται, επομένως, για αδυναμίες που θα μπορούσαν να αποφευχθούν στην περίπτωση που η υπόθεση εκδόθηκε κοντά στα γεγονότα [44] . Έτσι στην πράξη οι διάδικοι στερούνται της δυνατότητας εξεύρεσης των αποδεικτικών στοιχείων των μέσων που υποστηρίζουν τις ισχυρισμοί τους και, ως εκ τούτου, υφίστανται ανεπανόρθωτες «τεκμηριωμένες ζημίες».

Για παράδειγμα στην υπόθεση Κυριαζής κατά Ελλάδας, απόφαση της 4.06.2009, στην οποία ο προσφεύγων υπέβαλε μήνυση κατά της ιδιοκτήτριας γραφείου ενοικίασης αυτοκινήτων, ισχυριζόμενος ότι η κακή κατάσταση στην οποία βρίσκονταν οι προφυλακτήρες του μισθωμένου οχήματος που οδήγησε ήταν η αιτία για την πρόκληση ατυχήματος. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας, η οποία έλαβε χώρα μετά από τέσσερα (4) χρόνια από την ημέρα του ατυχήματος, ο αιτητής του δικηγόρου ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως ώστε να διαταχθεί νέα έκθεση και να εξεταστούν οι υπό κρίση υαλοκαθαριστήρες, να προσκομιστούν αυτοί ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο όμως απέρριψε την αίτηση του προσφεύγοντος,[45] .

Ωστόσο, είναι λογικό να μην παραγνωρίζεται, και το ότι: «Η επιταχυμένη δικαιοσύνη, είναι θρημμένη δικαιοσύνη» [46] .

Η επιτάχυνση της διαδικασίας δεν συνηγορεί υπέρ των συμφερόντων του διαδίκου. Η ταχύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να επιδιώκεται εις βάρος της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Σε αυτή την προσέγγιση παραπέμπει και η χρήση του όρου «εντός εύλογου χρόνου» σύμφωνα με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Η αναγκαιότητα του δικαιώματος σε μια ταχεία διαδικασία δεν ισοδυναμεί με την προστασία του διαδίκου κατά την καθυστέρηση, αλλά μόνο κατά των καθυστερήσεων που θα μπορούσαν λογικά να αποφευχθούν. Από την άποψη του ποινικού δικαίου, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί πρωτίστως στο δικαίωμα που απορρέει ρητά από το άρθρο 6 § 3 εδ. β ΕΔΔΑ σύμφωνα με την οποία «ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να διαθέτει το χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισής του»,και η οποία σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να υπονομεύεται ή να είναι θύμα της γρήγορης διεξαγωγής του συνόλου των διαδικαστικών πράξεων, διότι ακριβώς όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η απαίτηση της ταχείας διεξαγωγής της διαδικασίας εξυπηρετεί κυρίως τα συμφέροντα του κατηγορούμενου [47] .

Στόχος των δικαστικών οργάνων πρέπει να είναι η επίτευξη ισότιμης ισορροπίας μεταξύ της ταχείας δικαιοσύνης και της δικαιοσύνης [48] .

Η δίκαιη δίκη μπορεί να θεωρηθεί μόνο αυτή η δίκη, η οποία, αφενός, τηρεί όλα τα προβλεπόμενα από τους ισχύοντες κανόνες δικαιώματα των διαδίκων και, αφετέρου, την εκδίκαση των υποχρεώσεων των οργάνων απονομής της δικαιοσύνης, ώστε η υπεράσπιση των ισχυρισμών του διαδίκου να γίνει πλήρης και αποτελεσματική. Πλέον αυτού, ο χρόνος της δίκης, για να καθίσταται αυτή δίκαιη για τον διάδικο, θα πρέπει να προσαρμόζεται σε concreto , ανάλογα με τις υπερασπιστικές ανάγκες αυτού, οι οποίες επουδενί δεν θα πρέπει να παραγνωρίζονται [49] .

Μέσα σε αυτή την προσέγγιση επιβάλλεται και η θεμελιώδης συνταγματική επιταγή της προστασίας και της υπεράσπισης της αξίας του ανθρώπου, η οποία φαίνεται να προσβάλλεται όταν ο διάδικος από το αντικείμενο της διαδικασίας μεταβιβάζεται σε αντικείμενό του και υφίσταται, κατά τον τρόπο αυτό, ανεπανόρθωτη βλάβη των συμφερόντων του [50 ] .

Συνεπώς, θα πρέπει να συμπεράσουμε ότι η απαίτηση διεξαγωγής της δίκης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος αποτελεί εγγύηση ασφάλειας όλων των εγγυήσεων και των δικαιωμάτων που απορρέουν από το γενικότερο δικαίωμα του διαδίκου να δικαστεί δίκαια. Η μη τήρηση της απαιτήσεως διεξαγωγής της δίκης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος αποκλείει έμμεσα το σύνολο των δικαιωμάτων προάσπισης που παρέχονται στον διάδικο, καθιστώντας κατ ‘αυτόν τον τρόπο το σύνολο των δικαιωμάτων του φαινομενικά και ανεπαρκώς κατά παράβαση των εγγυήσεων του άρθρου 6§§1,3 της ΕΣΔΑ .

 

ΙΙΙ. Δίκαιη Ικανοποίηση των διαδίκων σύμφωνα με το άρθρο 41 της ΕΣΔΑ

Το άρθρο Το 41 της Σύμβασης έχει ως ακολούθως: «Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της και εάν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλομένου Μέρους επιτρέπει την ατελή μόνον επανόρθωση των συνεπειών της παραβίασης αυτής , το Δικαστήριο επιδικάζει στον ζημιωθέντα διάδικο, εφόσον συντρέχει λόγος, μία δίκαιη ικανοποίηση. ». Καθώς όμως η φύση της παραβίασης δεν επιτρέπει την επανάκτηση του χρόνου που χάθηκε και ως εκ τούτου στο στάδιο ενώπιον του ΕΔΔΑ δεν υπάρχει πλέον δυνατότητα αυτούσιας αποκατάστασης επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα– της παραβίασης του ευλόγου χρόνου, η δίκαιη ικανοποίηση συνίσταται σε χρηματική αποκατάσταση, η οποία απαρτίζεται από α) ένα ποσό για την υλική ζημία που υπέστη ο διάδικος από την εν λόγω παραβίαση , β) ένα ποσό για την ηθική βλάβη που υπέστη και γ ) ένα ποσό για δαπάνες και δικαστικές δαπάνες που υποβλήθηκαν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων [51] αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου του Στρασβούργου.

Ωστόσο, στην πράξη, στις υποθέσεις ευλόγου χρόνου το ΕΔΔΑ επιδικάζει σπανίως αποζημίωση λόγω υλικής ζημίας και συνήθως απορρίπτει τα σχετικά αιτήματα των προσφευγόντων με την εξής τυποποιημένη αιτιολογία : « Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η διαπίστωση της παραβίασης της Σύμβασης στην οποία κατέληξε απορρέει αποκλειστικά από μία αναγνώριση το δικαίωμα του ενδιαφερομένου να διεξαγάγει την υπόθεση του εντός «λογικής προθεσμίας». Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν υπάρχει διακριτική μεταχείριση μεταξύ της διαπιστωθείσας παραβίασης και οποιασδήποτε υλικής ζημίας μπορεί να υποστεί ο προσφεύγων. Συντρέχει λόγος να απορριφθούν οι σχετικές αξιώσεις του. » [52] .

Αντίθετα, από την νομολογία του ΕΔΔΑ προκύπτει ότι το τελευταίο δέχεται σχεδόν το σύνολο των εξετασθέντων υποθέσεων για την ύπαρξη ηθικής βλάβης, που συνίσταται στη δυσφορία , τη δυσκολία και την ασάφεια που υφίσταται ο διάδικος από την ενδή παραβίαση. Από τη χρήση των όρων « δικαιώματος » και « εφόσον συντρέχει λόγος » στο άρθρο 41 προκύπτει ότι το ΕΔΔΑ απολαμβάνει σχετικής διακριτικής ευχέρειας στην άσκηση της εν λόγω εξουσίας. Ωστόσο, οποιαδήποτε ικανοποίηση πρέπει να επιμετράται σε δίκαιη βάση [53] .

Στην υπόθεση, Apicella κατά Ιταλίας, απόφαση της 10 ης Νοεμβρίου 2004, το ΕΔΔΑ προσδιορίζει τις γενικές αρχές οι οποίες ακολουθούνται συνήθως από το ίδιο κατά τον υπολογισμό του εν λόγω ποσού [54] . Εν συντομία, θα λέγαμε ότι το παραπάνω υπολογισμό πραγματοποιείται σε δύο στάδια. α) Κατά Το Πρώτο στάδιο υπολογίζεται Το Πόσο Βάσης Της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, (το οποίο αντιστοιχεί σε χίλια (1.000) με χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ για κάθε έτος διάρκειας της υπόθεσης, (και όχι για κάθε έτος καθυστέρησης αυτής), β) Κατά το δεύτερο στάδιο το ποσό αυτό αυξάνεται ή μειώνεται ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Έτσι, μπορεί να αυξηθούν τα δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ για κάθε έτος της υπόθεσης, στις υποθέσεις που αφορούν εργατικές διαφορές, διαφορές στην κοινωνική κατάσταση του ατόμου, συνταξιοδοτικές διαφορές ή υποθέσεις που αφορούν την υγεία ή τη ζωή ενός ατόμου. Αντίθετα, παράγοντες που συμβάλλουν στην μείωση του ποσού είναι: α) ο αριθμός των επιληφθέντων δικαστηρίων, β) η συμπεριφορά του αιτούντος – π.χ. η διάρκεια των μηνών ή των ετών που οφείλονται σε αδικαιολόγητες αναβολές για τις οποίες ο αιτών είναι υπεύθυνος [55], γ) η σημασία της ένδικης διαφοράς – π.χ. αν οι οικονομικές συνέπειες είναι ελάχιστες για τον ενάγοντα, δ) το βιοτικό επίπεδο της χώρας, ε) η σύντομη συμμετοχή του προσφεύγοντος στη διαδικασία, σε περίπτωση που έχει περάσει σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας, σε θέση άλλου διαδίκου ως νόμιμος κληρονόμος, κ.α. [56]

Περαιτέρω, σε δύο ελληνικές υποθέσεις, Αρβανιτάκη-Ρομπότη και λοιποί κατά Ελλάδας (91 προσφεύγοντες), και Κακαμούκας και λοιποί κατά Ελλάδας (58 προσφεύγοντες), αποφάσεις του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης, Της 15 ης Φεβρουαρίου 2008, προσδιορίζεται ένας ακόμη παράγοντας μείωσης του επιδικασθέντος ποσού , λόγω ηθικής βλάβης, ήτοι ο αριθμός των ομοδίκων . Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι: «όταν το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον τρόπο με τον οποίο ο αριθμός των ομοδίκων μπορεί να επηρεάσει την αγωνία, τη δυσκολία και την ασάφεια που υφίσταται κάθε ένα από αυτά […] ο αριθμός των ατόμων (…) δεν είναι αδιάφορος από την άποψη της ηθικής βλάβης που μπορεί να υποστεί ο καθένας λόγω της διάρκειας της διαδικασίας αυτής, αν συγκριθεί με την ηθική βλάβη που θα υφίστατο άτομο που θα είχε εισαγάγει την ίδια διαδικασία μεμονωμένα. Η συμμετοχή σε μια ομάδα ατόμων που έχουν αποφασίσει να ασκήσουν προσφυγή στην ίδια νομική ή πραγματική βάση συνεπάγεται ότι τόσο τα πλεονεκτήματα όσο και οι μειονεκτήματα μιας κοινής διαδικασίας θα μοιραστούν εξίσου ».

Περαιτέρω, η σημασία του παράγοντα αυτού υπογραμμίζεται στην συγκλίνουσα άποψη του Αντιπροέδρου του ΕΔΔΑ κ. Bratza, με την οποία συμμερίζεται και ο Αντιπρόεδρος του ΕΔΔΑ, κ. Ροζάκης, σύμφωνα με το οποίο: «[…] πρέπει να ληφθεί υπόψη ένα πρόσθετο στοιχείο, δηλαδή η αναλογικότητα του συνολικού επιμεριζόμενου ποσού (…), συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι αυτή σχετίζεται με την υπερβολική διάρκεια μιας μόνο διαδικασίας. Η τήρηση της αρχής αυτής είναι σημαντική ώστε να δικαιολογεί μια σημαντική μείωση του ποσού που θα είχε επιδικασθεί σε κάθε αιτούντα αν ήταν ο μοναδικός διάδικος στη δίκη ή μέλος της μικρότερης ομάδας διαδίκων. (…) ».

Εντούτοις, ιδιαίτερη ανησυχία παρατηρείται όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού της χρηματικής ικανοποίησης όσον αφορά την παράβαση του εύλογου χρόνου από τους δικαστές κ. Zupančič και Zagrebelsky οι οποίοι επισημαίνουν ότι:«(…) προσθέτουμε ότι μπορούμε εύλογα να κατανοήσουμε την ανησυχία του Δικαστηρίου για το ύψος των σχετικών ποσών εάν δεν μειώθηκαν. Ωστόσο, κατά την κρίση του, ένα τέτοιο πρόβλημα αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια των διαφόρων αμφισβητουμένων πτυχών της πρακτικής του Δικαστηρίου όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 41 σε περίπτωση παραβίασης του δικαιώματος για εύλογη διάρκεια των διαδικασιών. Οι εν λόγω πτυχές ποικίλλουν από μια σχεδόν αυτόματη απόδειξη ότι υφίσταται ηθική βλάβη χωρίς να ζητηθεί σχετική απόδειξη ή επιχειρηματολογία και τη χρήση υπολογιστικών μαθηματικών κριτηρίων που λαμβάνουν υπόψη τη συνολική διάρκεια της διαδικασίας, ακόμη και για την περίοδο που αναγνωρίζεται ως αιτιολογημένη,

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στην  υπόθεση Κοντογεώργας κατά Ελλάδας, απόφαση της 21 ης Φεβρουαρίου 2008 , η οποία αφορούσε μία αγωγή αποζημίωσης ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων και η οποία διήρκησε δεκατρία (13) έτη και οχτώ (8) μήνες για τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας, το ΕΔΔΑ επιδίκασε στον αιτών για την ηθική βλάβη που υπέστη το ποσό των δεκατεσσάρων χιλιάδων (14.000) ευρώ. Περαιτέρω, ΣΤΗΝ Υπόθεση Λουκάς κατά Ελλάδας , απόφαση της 29ης ης Μαΐου 2008 η οποία αφορούσε μία αίτηση ακύρωσης ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων και διήρκησε έντεκα (11) έτη και τρείς (3) μήνες για τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας, το ΕΔΔΑ επιδίκασε στον προσφεύγοντα το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ και τέλος στην υπόθεσηΑγγελοπούλου κατά Ελλάδας , απόφαση της 4 ης Δεκεμβρίου 2008, η οποία αφορούσε την εκδίκαση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων και η οποία διήρκησε για ένα βαθμό δικαιοδοσίας πέντε (5) έτη και επτά (7) μήνες, το ΕΔΔΑ επιδίκασε στον προσφεύγοντα το ποσό των επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ.

Τέλος, αναφορικά με τις δαπάνες και τις δικαστικές δαπάνες, το ποσό που επιδικάζεται κατά μέσο όρο στις ελληνικές υποθέσεις είναι το ποσό των χιλιάδων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Σύμφωνα με την νομολογία του Δικαστηρίου, στον αιτούντα δεν μπορούν να επιστραφούν τα έξοδα και τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε παρά μόνον εφόσον αποδεικνύεται η πραγματικότητα τους (π.χ. νόμιμη απόδειξη δικηγόρου, παραστατικό κ.λπ.), την αναγκαιότητα τους και ο εύλογος χαρακτήρας του ύψους τους [57] .

 

Ι V . Μέτρα αποκατάστασης της παραβίασης του δικαιώματος του δικηγόρου εντός εύλογου χρόνου

 

Ubi Jus ibi remendium : Για να είναι αποτελεσματική η προστασία που εγγυάται ένα κατοχυρωμένο δικαίωμα, θα πρέπει να προβλεφθεί ένα αποτελεσματικό μέτρο θεραπείας της παραβίασης αυτής.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο [58] , σχετικά με το δικαίωμα του εύλογου χρόνου και την αναζήτηση ενός κατάλληλου μέτρου για την άρση, σε κάθε περίπτωση την ελάττωση των συνεπειών της παραβίασής του, υποστηρίχθηκαν διάφορες απόψεις και διάφορες θεραπευτικές ενέργειες έχουν ληφθεί, ex officio από το δικαστήριο ή κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων. Σε ορισμένες χώρες τα μέτρα αυτά ενσωματώνονται στις νομοθεσίες αυτών [59] , ενώ άλλα αναπτύσσονται μέσω της νομολογίας τους [60] .

Προκριτέα δε είναι τα μέτρα που αποβλέπουν στην αυτούσια αποκατάσταση ( restituti ο σε integrum ) της βλάβης που έχει υποστεί ο διάδικος από την εν λόγω παραβίαση , τέτοια δε στα πλαίσια της ποινικής δίκης θα μπορούσε να είναι η μείωση της ποινής ή η κατάργηση της δίκης ή είτε σε περίπτωση αστικής ή διοικητικής διαδικασίας, η λήψη τέτοιας ενέργειας είναι δυνατή μόνο εφόσον οι διαδικασίες είναι ανοικτές και συνίστανται στην επιτάχυνση του υπολοίπου της διαδικασίας ας.

Η απλή αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, ήτοι το πιο συνηθισμένο μέτρο που εφαρμόζεται στις αστικές και διοικητικές υποθέσεις, αποτελεί μέτρο που ενεργοποιείται εκ των υστέρων και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποκαθιστά πλήρως τη ζημία που υφίσταται ο διάδικος. Ωστόσο, όπως αναφέρεται ανωτέρω, το ύψος της επιδικασθείσας αποζημίωσης πρέπει να είναι κατάλληλο και επαρκές και σύμφωνο με την νομολογία του ΕΔΔΑ, διαφορετικά η αποζημίωση αυτή δεν ισοδυναμεί με πραγματική αποκατάσταση της παραβίασης.

Σημειωτέον δε, ότι η Ελλάδα μαζί με την Αρμενία, την Αζερμπαϊτζάν, τη Λετονία, τη Ρουμανία και την Τουρκία είναι τα μόνα Κράτη όλων των Συμβαλλομένων Κρατών-Μελών στα οποία δεν προβλέπεται σχετική ένδικη αγωγή, που επιτρέπει στους διαδίκους να εκφράσουν τις καταγγελίες τους την υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας.

Εν προκειμένω, στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης παρέχονται οι ακόλουθες δυνατότητες:

 

α. Ο εύλογος χρόνος ως λόγος μείωσης της ποινής

 

Η δυνατότητα αυτή είναι ευρέως αποδεκτή από τα νομικά συστήματα πολλών ευρωπαϊκών χωρών, όπως παραδείγματος χάριν της Δανίας, της Βουλγαρίας, της Εσθονίας, της Φινλανδίας, της Ισλανδίας, της Ολλανδίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γερμανίας. Το ίδιο δεχθεί και το ΕΔΔΑ [61] αλλά και η ελληνική θεωρία [62] .

Στην ελληνική έννομη τάξη, η υπέρβαση του ευλόγου χρόνου θα μπορούσε, – ΜΕ Αποκλειστικό σκοπό ΤΗΝ επίτευξη Μιας ουσιαστικά δίκαιης δίκης- ΝΑ αποτελέσει ΕΝΑ εκ ΤΩΝ ανωνύμων ελαφρυντικών, προβλεπόμενων εμμέσως από το άρθρο 84§2 του ΠΚ, ώστε να ληφθεί υπόψη κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής και να μειωθεί αυτή και η κάτω από το κάτω όριο του πλαισίου της νόμιμης ποινής που απειλείται από το νόμο [63] .

Το άρθρο 84§1 του ΠΚ έχει ως εξής: «Η ποινή μειώνεται επίσης κατά το μέτρο που προβλέπεται στο προηγούμενο άρθρο και σε περίπτωση που το δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις».

Περαιτέρω δε, το άρθρο 84§2 του ΠΚ έχει ως εξής: «Ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται ιδιαίτερα …». Από τη νομοτύπως μορφή της διάταξης αυτής και κυρίως από τη χρήση του όρου « ιδίως» προκύπτει ότι η απαρίθμηση των ελαφρυντικών περιστάσεων του νόμου είναι ενδεικτική. Γίνεται διάκριση μεταξύ αυτών των επώνυμων ελαφρυντικά, β) την εκτέλεση του πράγματος από μη ολέθριες αιτίες ή μεγάλη υποβαθμισμένη ποινή, γ) από το γεγονός ότι ο δράστης έχει ωθηθεί στην εκδήλωση του αδικήματος, πράξη από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος, δ) η επίδειξη ειλικρινούς μεταμέλειας από τον δράστη και η επιδίωξη άρσης ή μείωση των συνεπειών αυτής και τέλος ε ) Καλή συμπεριφορά του δράστη για μακρόχρονο σχετικά διάστημα μετά την  τέλεση της πράξης του- και τα ανώνυμα ελαφρυντικ που θα πρέπει να καθορίζονται σύμφωνα με τις ειδικές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.

Κατά συνέπεια, σε περίπτωση υποβάθμισης των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και λόγω της μη δίκαιης ποινικής δίωξης, ο κατηγορούμενος δικαιούται να ζητήσει μειωμένη ποινή, επικαλούμενο παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, λόγω μη εξέτασης της υποθέσει σε αυτό εντός εύλογου χρόνου σε συνδυασμό με τα άρθρα 83, 84 παράγραφος 2 του ΠΚ [64] . Σε συνέχεια των εθνικών δικαστικών οργάνων έχουν υποχρέωση να λάβουν την αναγνώριση), το οποίο πρέπει να είναι επαρκές και θα πρέπει να καταστεί σαφές – με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως – ότι η μείωση του ποινικού σκοπού είναι ακριβώς η αποζημίωση του αιτούντος βλάβη που υπέστη από την υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας. Θα ήταν επίσης σκόπιμο να αναφέρεται στην απόφαση η οποία θα επιβληθεί στην περίπτωση που δεν υπάρξει αποζημίωση λόγω υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας. Σε περίπτωση που οι εν λόγω κατηγορίες απορρέουν από τις δύο αυτές προϋποθέσεις, ο κατηγορούμενος αποκλείει την ιδιότητα του θύματος [ καθεστώς θύματος ] [65] .

 

β. Η λογική διάρκεια ως λόγος οριστικής παύσης (κατάργηση) της ποινικής δίκης

 

Η αναγνώριση της υπερβολικής διάρκειας της δίκης [66] , στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης, στηρίζεται βασικά στο αυτονόητο κοινωνιολογικό γεγονός της αλλοίωσης του ποινικού φαινομένου από το χρόνο. Η πάροδος μεγάλης χρονικής διάρκειας από την ημέρα διεξαγωγής της άδικης πράξης έως την επιβολή της απειλούμενης ποινής, καταστρέφει την ποινή ενόψει του σκοπού της σε αυτό το στάδιο και καθιστά άδικο να επιβληθεί.

Επομένως, με βάση αυτό το σκεπτικό, θα ήταν ορθό κατά την εκτίμηση του εύλογου χρόνου να ληφθεί υπόψη το συνολικό χρονικό διάστημα από την πραγματοποίηση της αξιόποινης πράξης και όχι από την ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος θα λάβει γνώση της κατηγορίας.

Η δυνατότητα αυτή, δηλαδή η κατάργηση της ποινικής διαδικασίας, αξιοποιείται μόνο σε «εξαιρετικές περιπτώσεις» και ειδικότερα από τα δικαστήρια της Ολλανδίας, της Ελβετίας και της Γερμανίας. Τα αγγλικά δικαστήρια δεν εφαρμόζουν το μέτρο αυτό υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ότι η καθυστέρηση οφείλεται αποκλειστικά στην συμπεριφορά των δικαστικών αρχών. Πλέον αυτού, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, ο κατηγορούμενος οφείλει να αποδείξει ότι η καθυστέρηση επηρέασε την έννομη φύση της διαδικασίας και συνεπώς υπέστη βλάβη. Η δίκη όμως δεν καταργείται εάν τα αποτελέσματα αυτής της μη δίκαιης φύσης μπορούν να θεραπευθούν κατά τη συνέχιση αυτής. Αντιστοίχως,[67] .

(1988) BCL 1981 και Watson κατά Clarke (1988) BCL 1980 δέχτηκε ότι: Η υπερβολική υποχρέωση που επιβάλλεται από το ανώτατο δικαστήριο της Νέας Ζηλανδίας, μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Russel κατά Steward (1988) BCL 1981 και Watson κατά Clarke καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης θα μπορούσε να αποτελέσει κατάχρηση της διαδικασίας ( κατάχρηση της διαδικασίας), ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης. Αν η καθυστέρηση είναι τέτοια ώστε να είναι δυνατόν να προβάλλεται μια τεκμαιρόμενη βλάβη ή να έχει αρνητικό αντίκτυπο στη δικαιοσύνη της διαδικασίας, τότε υπάρχει κατάχρηση αυτής και το δικαστήριο οφείλει να απαγγείλει τον κατηγορούμενο. Η τεκμαιρομένη βλάβη δεν προκύπτει στις περιπτώσεις που παρατηρείται πρόδηλη υποβάθμιση των αποδεικτικών μέσων.

 

γ. Η επανάληψη της διαδικασίας του άρθρου 525 § 1 περ. 5 του ΚΠΔ

 

Τέλος, τα τελευταία χρόνια σε πολλά από τα συμβαλλόμενα κράτη έχει προβλεφθεί η δυνατότητα επανάληψης της διαδικασίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων – κυρίως των ποινικών δικαστηρίων – μετά από έκδοση απόφασης του ΕΔΔΑ, το οποίο διαπιστώνει παραβίαση της Σύμβασης [68] . Η επανάληψη της διαδικασίας κατέχει εξέχουσα θέση στον τομέα της εκτέλεσης των αποφάσεων του ΕΔΔΑ. Σε πολλές περιπτώσεις αποτελεί το μόνο αποτελεσματικό μέτρο αποκατάστασης των δυσμενών παραβιάσεων της Σύμβασης.

Το άρθρο 525 § 1 περ. 5 του ΚΠΔ [69] έχει ως εξής: « Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με την αναγκαστική απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασθέντος για παράνομη ή κακούργημα, μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις: … 5) Αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση του δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ».

Επομένως, από τον νόμιμο τύπο της διατάξεως προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος σε περίπτωση καταφατικής παραβιάσεως του δικαιώματος του συστατικού της δίκης, μεταξύ των οποίων και του δικαιώματος διεξαγωγής της δίκης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος – όπως προαναφέρθηκε, το δικαίωμα αυτό αποτελεί προστατευτικό στοιχείο της νομικής φύσεως δίκης , – έχει την δυνατότητα να ζητήσει την επανάληψη της διαδικασίας και το δικαστήριο να την επαναλάβει λαμβάνοντας τα μέτρα εκείνα που είναι κατάλληλα να αποκαταστήσουν την βλάβη που υπέστη ο κατηγορούμενος από την προσαπτόμενη παραβίαση.

Ωστόσο, η ΑΠ 1638/2002 [70] απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας που αφορούσε την καταδίκη της Ελλάδας λόγω υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας με την ακόλουθη αιτιολογία:«Η επανάληψη της διαδικασίας τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η διαπιστωθείσα παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρεάζει αρνητικά την κρίση του ποινικού δικαστηρίου και η επανόρθωση της ζημίας του αιτούντος μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας. Το αίτημα που αναφέρεται στην υπερβολική διάρκεια της ποινικής διαδικασίας είναι απαράδεκτο γιατί δεν προκύπτει ότι η υπέρβαση λογικής προθεσμίας εξέτασης της υπόθεσης […] είχε αρνητικό αντίκτυπο στην κρίση των ποινικών δικαστηρίων που καταδικάστηκαν σε ποινικό αδίκημα από την πρόθεση … επιπλέον ότι η υπέρβαση της λογικής προθεσμίας έχει ήδη γίνει πραγματικότητα , που δεν μπορεί να αναιρεθεί αναδρομικά ». Πλέον δε, η ΑΠ 717/2004 [71] η αναγνώριση της υπερβάσεως ως ελαφρυντικής περιστάσεως, ώστε να αναγνωριστεί η μειωμένη ποινή, δεν έχει σχέση με τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας και την αιτία που προκάλεσε την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. βλάβη του αιτούντος ».

Πράγματι, είναι αυτονόητο ότι στις περιπτώσεις υποθέσεων που έχουν διαπράξει παράβαση του δικαιώματος εύλογου χρόνου δεν είναι δυνατόν, με την επανάληψη της διαδικασίας, να επιτευχθεί η αποκατάσταση της παραβιάσεως αυτής, δηλαδή η διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

Ωστόσο, η Ακυρώσιμη προσφορά μας, με μια νομολογιακή κατασκευή, εξ ολοκλήρου και χωρίς νομική βάση, περιορίζει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 525 παράγραφος 1 περ. 5 Όπως έκρινε προηγουμένως, το δικαίωμά του να εκδικασθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος αποτελεί ένδειξη ασφαλείας της νομιμότητας της δίκης στο σύνολό της και υπερβαίνοντας το σκοπό της ο νομοθέτης αποκλείει τον κατηγορούμενο από την αποκατάσταση της βλάβης που υπέστη, καθ ‘οιονδήποτε τρόπο (π.χ. με μείωση της ποινής, με την αθώωση του κ.λπ.).

Τέλος, στο άρθρο 58 του Σχεδίου Νόμου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προβλέπεται σχετική ρύθμιση και στην πολιτική διαδικασία και θεσπίζεται ως νέος λόγος αναθεώρησης ή διαπίστωσης από το ΕΔΔΑ παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης.

 

V . Επίλογος

 

Το παρουσιαζόμενο εδώ δικαίωμα φαίνεται να αποτελεί μια μικρή πτυχή του ευρύτερου θεμελιώδους δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Έτσι το αποδέχεται και το ανώτατο ακυρωτικό της χώρας μας. Οι πραγματικές συνέπειες της παραβίασης του δικαιώματος διεξαγωγής της δίκης εντός εύλογου χρόνου δεν είναι μόνο επιβλαβείς αλλά και πολλές φορές καταστροφικές για τον διάδικο. Η ζημία αυτή δεν αποκαθίσταται ούτε από την χρηματική ικανοποίηση που επιδικάζει το ΕΔΔΑ ούτε από την εκδίκαση του ελληνικού ακυρωτικού ότι η παραβίαση αυτού του δικαιώματος δεν αφορά τη δίκαιη δίκη. Η πολιτεία πρέπει να αναζητήσει πλήρη αναρθρωτική λύση για τους θύματα της παραβίασης. Μόνο έτσι θα υλοποιήσει την υποχρέωσή της για πραγματική και αποτελεσματική τήρηση του δικαιώματος που παραβιάζει περισσότερο από κάθε άλλο. Δεν είναι αργά …

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[1] . Τα στατιστικά στοιχεία που παρατίθενται είναι διαθέσιμα στην ιστοσελίδα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, www. echr. coe. int , και αφορούν την δεκαετία 1.11.1998 – 31.12.2008.

[2] . Michele de Salvia, Compendium de la CEDH, τόμος 1. Νομολογία 1960 à 2002, Ν.Ρ. Engel, Kehl, Στρασβούργο, Arlington, Va, σ. 346

[3] . Βλ. Eckle κατά Γερμανίας, απόφαση της 15 ης  Ιουλίου 1982, § 73, Πρώιος κατά Ελλάδας , απόφαση της 24 ης  Νοεμβρίου 2005, §15

[4] . Βλ. π.χ. Βλάχος κατά Ελλάδας , απόφαση της 18 ης  Σεπτεμβρίου 2008, § 16

[5] . Βλ. π.χ. Διαμαντίδης κατά Ελλάδας, απόφαση της 23 ης  Οκτωβρίου 2003, § 20

[6] . Βλ. π.χ. Angelov κατά Ελλάδας , απόφαση της 6ης ης  Νοεμβρίου 2008, § 15

[7] . Βλ. π.χ. Αγγελοπούλου κατά Ελλάδας , απόφαση της 4 ης  Δεκεμβρίου 2008, §§ 14, 15

[8] . Βλ. π.χ. Γώρου κατά Ελλάδας (no.1), απόφαση της 31 ης  Ιουλίου 2008, § 14, Σχετικά με το δικαίωμα του πολιτικώς ενάγοντα για εύλογη διάρκεια της ποινικής δίκης , βλ. Ι. Μυλωνάς, Η ποινική «Δίκαιη Δίκη» στην νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Αντ. Ν. Σάκκουλας, σ. 272-274

[9] . Peter van Dijk, Fried van Hoof, Arjen van Rijn, Leo Zwaak (επιμ.) (2006), Θεωρία και πρακτική της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 4η έκδοση, Antwerpen-Oxford: Intersentia, σ. 604-605

[10] . Βλ. μεταξύ άλλων, Ιχτιγιάρογλου κατά Ελλάδος , απόφαση της 19 ης Ιουνίου 2008, όπου το ΕΔΔΑ έλαβε ως αφετηρία της επίδικης διαδικασίας την ημερομηνία κατά την οποία η προσφεύγουσα προσέφυγε ενώπιον της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του ΙΚΑ , δεδομένου ότι αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την προσφυγή ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, Vilho Eskelinen και λοιποί κατά Φιλανδίας, απόφαση της 19 ης  Απριλίου 2007, § 66

[11] . Βλ .: lexandcity.blogspot.com

[12]. Peter van Dijk, Fried van Hoof, Arjen van Rijn, Leo Zwaak (επ.) (2006), ό.π., σ. 605

[13] Παφίτης και λοιποί κατά Ελλάδας, απόφαση της 26ης  Φεβρουαρίου 1998, § 95

[14]. Βλ. π.χ. Κουρούπης κατά Ελλάδας, απόφαση της 27ης  Μαρτίου 2008

[15]. Karen  Reid (2008), A Practitioner ’s guide to the European Convention of Human Rights, Sweet & Maxwell, σ. 162-163, Μetzer κατά Ομ. Γερμανίας, απόφαση της 31 Μαΐου 2001, όπου το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η μείωση της ποινής λόγω της υπερβολικής διάρκειας της δίκης δεν συνιστούσε επαρκή αποκατάσταση της βλάβης που είχε υποστεί ο προσφεύγων και γι’ αυτό του επιδίκασε και χρηματική ικανοποίηση.

[16]. Βλ. π.χ. Καρανίκας κατά Ελλάδας, απόφαση της 29ης  Απριλίου 2008

[17]. Βλ. π.χ. Λαδάς κατά Ελλάδας, απόφαση της 21ης  Φεβρουαρίου 2008

[18]. Βλ. π.χ. Εξαμηλιώτης κατά Ελλάδας (no.3), απόφαση της 4ης  Δεκεμβρίου 2008

[19]. Βλ. π.χ. Κορφιάτης κατά Ελλάδας, απόφαση της 20ης  Μαρτίου 2008

[20]. Βλ. π.χ. Ottomani κατά Γαλλίας, απόφαση της 15ης  Οκτωβρίου 2002, υπόθεση για την εξέταση της οποίας από τις γαλλικές αρχές απαιτήθηκαν συνολικά 6 έτη και 5 μήνες για τρεις βαθμού δικαιοδοσίας, εκ των οποίων για την προδικασία απαιτήθηκαν περισσότερο από 4 έτη.

[21]. Βλ. μεταξύ άλλων, Τερζόγλου κατά Ελλάδας, απόφαση της 27ης Μαρτίου 2008, § 17, όπου το  ΕΔΔΑ δέχτηκε ότι παρόλο που η συνολική διάρκεια της διαδικασίας, ήτοι έξι έτη και επτά μήνες για τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας, δεν μπορεί αφ’ εαυτής να θεωρηθεί υπερβολική, ωστόσο κανένα στοιχείο του φακέλου δεν αιτιολογεί την πλέον των τριών ετών και τριών μηνών διάρκεια της κατ’ έφεση διαδικασίας.

[22]. F. Calvez, Judge (France), Report,  «Length of  Court proceedings in the member states of the Council of Europe based on the case-law of the European Court of  Human Rights», CEPEJ, Council of Europe (2007), σελ.83

[23]. Selmouni κατά Γαλλίας [GC], αριθ. 30210/96, §152, ΕΔΔΑ 2000-ΧΙ, Δημ. και Αικ. Τζιβάνη Ο.Ε κατά Ελλάδας, απόφαση της 27ης Μαρτίου 2008, § 12

[24]. Βλ. π.χ. Πετρούλια κατά Ελλάδος, απόφαση της 6ης  Νοεμβρίου 2008, όπου καίτοι είχε παρέλθει χρονικό διάστημα 9 ετών, η υπόθεση εκκρεμούσε ακόμη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

[25]. K.  Reid, ό.π., σ. 162

[26]. Μαριαλένα Τσίρλη, Δικαιόραμα τεύχος 14ο  (Μάρτιος 2008), σ. 26

[27]. Βλ. μεταξύ πολλών άλλων, Frydlender κατά της Γαλλίας [GC], nο. 30979/96, § 43, ΕΔΔΑ 2000-VII, Pélissier et Sassi κατά Γαλλίας [GC], αριθ. 25444/94, § 67, CEDH 1999-II

[28]. Βλ. π.χ., Wejrup κατά Δανίας, απόφαση της 7ης  Μαρτίου 2002, η οποία αφορούσε υπόθεση απάτης, Καρβουτζής κατά Ελλάδας, απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2008, όπου το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεδομένης της φύσης της διαφοράς και ειδικότερα του αριθμού των ιδιοκτητών των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, η υπόθεση παρουσίαζε αναμφίβολα κάποια πολυπλοκότητα, Παπαθανασίου κατά Ελλάδας, απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2004, όπου η επίδικη διαδικασία διεξαγόταν παράλληλα με άλλες δεκαεπτά διαδικασίες που αναφέρονταν σε παρόμοιες πράξεις, Mitev κατά Βουλγαρίας, απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2004, Sari κατά Τουρκίας και Δανίας, απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2001, η οποία αφορούσε τη διάπραξη ανθρωποκτονίας από Τούρκο υπήκοο στη Δανία και ως εκ τούτου έπρεπε να μεταφραστούν όλα τα νομικά έγγραφα σε δύο γλώσσες, Γερομανώλης και λοιποί κατά Ελλάδας, απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2008, όπου το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο έπρεπε να αποφανθεί επί άλλων υποθέσεων πριν εξετάσει τα ζητήματα που έθεταν οι παρούσες υποθέσεις, Χατζημανίκας κατά Ελλάδας, απόφαση της 31ης Ιουλίου 2008, όπου εξεδόθησαν από τα επιληφθέντα δικαστήρια πέντε αποφάσεις, δύο εκ των οποίων εξεδόθησαν από τον Άρειο Πάγο, Dganzov κατά Βουλγαρίας, απόφαση της 8ης Ιουλίου 2004, κα.

[29]. Βλ. Lechner et Hess κατά Αυστρίας, απόφαση της 23 Απριλίου 1987, série A αριθ. 118, σ. 19, § 49.

[30]. Βλ. π.χ. Δημ. Και Αικ. Τζιβάνη Ο.Ε κατά Ελλάδας, απόφαση της 27ης Μαρτίου 2008, όπου  η συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου αναβλήθηκε τέσσερεις φορές κατόπιν αιτήματος των διαδίκων.

[31]. Οι Ελληνικές Υποθέσεις στο Στρασβούργο, Τόμος Α΄, 1991-2001, Αντ. Ν. Σάκκουλα, σ. 219

[32]. Comingersoll S.A. κατά Πορτογαλίας [GC], no. 35382/97, § 24, CEDH 2000-IV,  Νταλή κατά Ελλάδος, απόφαση της 6 Νοεμβρίου 2008, § 31

[33]. Βλ. π.χ. Blake κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2006, § 45

[34]. Βλ. π.χ. Λιτοσελίτης κατά Ελλάδας, απόφαση της 5ης  Φεβρουαρίου 2004, § 30,

[35]. Βλ. π.χ. Αγαθός και λοιποί κατά Ελλάδας, απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2004, § 23,  Νταλή κατά Ελλάδας, ό. π, § 30

[36]. Βλ. Παπαγεωργίου κατά Ελλάδος, απόφαση της 22ας Οκτωβρίου1997, Συλλογή Αποφάσεων 1997-VI, σ. 2291, § 48), Τσιλήρα κατά Ελλάδας, απόφαση της 22ης Μαΐου 2008, § 15

[37]. Union Alimntaria Sanders SA κατά Ισπανίας, απόφαση της 7ης Ιουλίου 1989, Σ F. Calvez, Judge (France), ο.π. σ. 53, Σχετική προσφυγή, Λουλάκης κατά Ελλάδας, αριθ. προσφ. 58821/09, έχει κατατεθεί ενώπιον του ΕΔΔΑ, την 22.10.2009, λόγω της μεγάλης απόστασης της κατοικίας του προσφεύγοντος από το Εφετείο όπου εκδικάζεται η υπόθεσή του.

[38]. F. Calvez, Judge (France), ό.π., σ. 49-76

[39]. Frédéric Edel, «The length of civil and criminal proceedings in the case-law of the European Court of Human Rights», Human Rights file, No. 16, Strasbourg (1996-2007), Council of Europe, σ. 43 επ.

[40]. Παναγιώτης Βογιατζής, Αποφάσεις Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Συνήγορος , τεύχος 74, σ. 63.

[41]«Justice delayed is Justice denied».

[42]. ΕΔΔΑ, Katte Klitsche de la Grange κατά Ιταλίας, απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1994, § 61.

[43]. Η προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην Ευρώπη (2006), (επιμ. Σ. Ματθίας, Γ. Κτιστάκις, Λ. Σταυρίτη, Κ. Στεφανάκη), Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, σ. 65.

[44]. ΝοΒ 54 (2006),  με παρατηρήσεις Β. Χειρδάρη, στην 11523/2005 Τριμελές Εφετείο Αθηνών, σ. 1842.

[45].  ΝοΒ 57 (2009), με παρατηρήσεις της υπογράφουσας, σελ.1236

[46]. «Justice hurried, is Justice buried»

[47]. Αργ. Καρράς, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, σ. 32, Φ. Παπαδόπουλος (1995), Η παρέλκυση της ποινικής δίκης και η ΕυρΣΔΑ, Υπεράσπιση, σ. 189

[48]. EΔΔΑ, NideröstHuber κατά Ελβετίας, απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 1997, § 30; μεταξύ άλλων, Acquaviva κατά Γαλλίας, απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1995, § 66.

[49].  Οι Ελληνικές Υποθέσεις στο Στρασβούργο, ό.π, σ. 211.

[50]. Φ. Παπαδόπουλος, ό.π., σ. 187.

[51]. Βλ. π.χ. Capuano κατά Ιταλίας, απόφαση της 25ης  Μαΐου 1987, § 37.

[52]. Βλ. π.χ. Παπαστεφάνου κατά Ελλάδας, απόφαση της 20 Μαρτίου 2008, § 24.

[53]. Βλ. π.χ. Guzzardi κατά Ιταλίας, απόφαση της 6ης  Νοεμβρίου 1980, série A no 39, σ. 42, § 114.

[54]. Frédéric Edel, «The length of civil and criminal proceedings in the case-law of the European Court of Human Rights», Human Rights file, No. 16, Strasbourg (1996-2007), Council of Europe, σ. 93-100, στη σ. 97.

[55]. Γκίκας κατά Ελλάδας, απόφαση της 6ης  Μαρτίου 2008, § 19.

[56]. Βλ. π.χ. Κοινοπραξία «Ε. Αποστολόπουλος και Κ. Λυμπερόπουλος» κατά Ελλάδας, απόφαση της 24ης Απριλίου 2008, § 39.

[57]. Ιατρίδης κατά Ελλάδας (δίκαιη ικανοποίηση) [GC], no. 31107/96, § 54, CEDH 2000-XI

[58]. Bλ. σχετ. European Commission for Democracy through law (Venice Commission), «Report on the Effectiveness of national remedies in respect of excessive length of proceedings», adopted by the Venice Commission at its 69th Plenary Session, Venice 15-16 December 2006, (Στρασβούργο: Council of Europe 2008)

[59]. Για παράδειγμα, σχετικά μέτρα προβλέπονται στις νομοθεσίες των: Ανδόρας, Αυστρίας, Βοσνίας Ερζεγοβίνης Βουλγαρίας, Τσεχίας, Φιλανδίας, Εσθονίας, Γαλλίας, Γεωργίας, Ουγγαρίας, Ιταλίας, Λετονίας, Λιθουανίας, Λουξεμβούργου, Πολωνίας, Νορβηγίας, Ρωσίας, Σερβίας, Σλοβακίας, Σλοβενίας, Σουηδίας, Ισπανίας, Ελβετίας, Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, Ουκρανίας.

[60]. Για παράδειγμα, από τα δικαστήρια της Εσθονίας, Γερμανίας, Ολλανδίας, Ελβετίας κ.λ.π.

[61]. Εckle κατά Γερμανίας, απόφαση της 15ης Ιουλίου 1982,

[62]. Η. Αναγνωστόπουλος, «Η παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης», ΠοινΧρ ΝΔ΄ 2004, σ. 5 επ., Δ. Σπινέλλης, «Η εύλογη διάρκεια μιας ποινικής δίκης», ΝοΒ 1998, σελ. 1583, Λ. Κοτσαλής – Γ. Τριανταφύλλου (επ.), Ανθρώπινα Δικαιώματα και Ποινικό Δίκαιο, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή (2007), σ. 148, Κων/νος Χρυσόγονος, «Η επανάληψη της ποινικής δίκης ύστερα από απόφαση του ΕΔΔΑ», ΝοΒ 2001, σελ. 1112 επ.,  Ιππ. Μυλωνάς, «Η σημασία για την ελληνική ποινική δικαιοσύνη της νομολογίας σχετικά με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη», ΠοινΧρ ΜΘ’ 805 επ., Β. Χειρδάρης ό.π. σ. 1843, Φίλιππος Εμμ. Παπαδόπουλος, ό.π., σ. 183 επ. Το ίδιο θέμα διαπραγματεύεται και η με αριθμ. 1454/1997 απόφαση του ΑΠ (ΝοΒ 1998, με σχόλια Χρ. Αργυρόπουλου), η οποία απέρριψε τον λόγο αναίρεσης του αναιρεσείοντος περί μη λήψεως υπόψη του ελαφρυντικού της υπερβολικής διάρκειας της δίκης με την αιτιολογία ότι δεν προέκυπτε από τα πρακτικά της δίκης  η υποβολή τέτοιου  αυτοτελούς ισχυρισμού, δεχθείσα εμμέσως την δυνατότητα υποβολής.

[63] ΝοΒ 54 (2006), με παρατηρήσεις Β. Χειρδάρη, ό.π., σ. 1842.

[64]. Λ. Κοτσαλής – Γ. Τριανταφύλλου (επ.), ό.π.,  σ. 148.

[65]. Stefan Trechsel (2006), Human Rights in Criminal Proceedings, Oxford, σ. 148.

[66]. H. Aναγνωστόπουλος, ό.π., 3, Λ. Κοτσαλής – Γ. Τριανταφύλλου (επ.), οπ. π. σελ.151, Φ. Παπαδόπουλος, ό.π., σ. 196.

[67]. βλ. σχετ. European Commission for Democracy through law (Venice Commission), ό.π., σ. 21

[68] . (Αυστρία, Δανία, Ελβετία, Γαλλία, Γερμανία, Βουλγαρία, Κροατία, Λιθουανία, Πολωνία, Σλοβενία, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Τσεχία, Νορβηγία), Βλ. αναλυτικά Κ. Χρυσόσγονος, «Η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας μετά από απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου», ΝοΒ 2001, σελ. 1110 επ.

[69] . Η περ. 5 της § 1 προστέθηκε με το άρθρο 11 του ν. 2865/2000 (ΦΕΚ Α 271) και ισχύει από 19.12.2000, βλ. σχετικά με την επανάληψη της διαδικασίας (ΚΔΔ § 1 περ. 5η), Η. Αναγνώστουλο, ο.π., σ. 6

[70] . ΠοινΧρ ΝΓ ‘(2003), σ. 607 et seq .

[71] . ΠοινΧρ ΝΕ ‘(2005), με ενημερωτικό σημείωμα Δ. Χριστοπούλου, σ. 252


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες