Η υπεράσπιση των οικονομικώς αδυνάτων στη νομολογία του ΕΔΔΑ

Βασίλη Χειρδάρη

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Οι σημερινές οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες έχουν δημιουργήσει ένα εξαιρετικά δύσκολο πλαίσιο για τα υπερασπιστικά δικαιώματα των κατηγορουμένων και όχι μόνο. Η πρόσβαση στη δικαιοσύνη για ανθρώπους που έχουν οικονομική αδυναμία καθίσταται όχι μόνον προβληματική αλλά και τις περισσότερες φορές αδύνατη.

Στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια είναι πασιφανές ότι περνάμε μια πολύ δύσκολη οικονομική περίοδο. Μια περίοδο που έχει οδηγήσει πολλούς συμπολίτες μας σε οικονομική εξαθλίωση λόγω των συνθηκών, της μείωσης των αμοιβών, μισθών και συντάξεων, της ανεργίας, της φορολογικής πολιτικής κλπ.

Παρά όμως τις συνθήκες αυτές το κόστος πρόσβασης στην ελληνική δικαιοσύνη όχι μόνον δεν έχει μειωθεί, όπως θα ήταν φυσιολογικό, αλλά αντίθετα έχει αυξηθεί και μάλιστα σημαντικά, με αποτέλεσμα η πρόσβαση σε αυτή να καθίσταται  απαγορευτική όχι μόνον για τους μη έχοντες  αλλά ακόμα και για όσους διαθέτουν μικρά ή ακόμα και μεσαία εισοδήματα.

Δεν είναι δυνατόν όμως να μιλάμε για σύγχρονο κράτος δικαίου, για ατομικά δικαιώματα και για  δίκαιη δίκη, όταν δεν υφίσταται στη πράξη η βάση στήριξης προστασίας όλων αυτών, που δεν είναι άλλη από την πρόσβαση σε δικαστήριο.

Έτσι καθίσταται εξαιρετικά χρήσιμη η παροχή δυνατότητας και αυτών που αδυνατούν οικονομικά στην αποτελεσματική πρόσβαση σε δικαστήριο, δεδομένου ότι η πρόσβαση δεν αποτελεί προνόμιο μιας μερίδας πολιτών (με οικονομικές δυνατότητες) αλλά θεμελιώδες δικαίωμα όλων.

Η παρούσα εισήγηση έχει ως σκοπό την συνοπτική παρουσίαση της νομολογίας του Δικαστηρίου του Στρασβούργου στην παροχή δωρεάν νομικής συνδρομής στους κατηγορουμένους και  στο καθεστώς του αυτεπαγγέλτως διοριζόμενου συνηγόρου και όχι την συνολική παρουσίαση και έρευνα του σοβαρού αυτού θέματος της υπεράσπισης των αδυνάτων.

ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΔΩΡΕΑΝ ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ

Το δικαίωμα της δωρεάν νομικής συνδρομής[1] θεμελιώνεται ρητά στο άρθρο 6 παρ. 3γ της Ευρωπαϊκής Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα («ΕΣΔΑ») αλλά και στο άρθρο 14 παρ. 3δ του Διεθνούς  Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά ∆ικαιώματα (“ΔΣΑΠΔ”)[2]. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (“ΕΣΔΑ”) έχει αναπτύξει μια λεπτομερειακή νομολογία σχετικά με το πώς θα πρέπει να παρασχεθεί η νομική συνδρομή, νομολογία που έχει ακολουθήσει στις βασικότερες πτυχές της και η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, που εφαρμόζει το Διεθνές  Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά ∆ικαιώµατα (ΔΣΑΠΔ).

Επίσης σχετικά πρόσφατα (20.12.2012) η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών υιοθέτησε το πρώτο αυτόνομο διεθνές κείμενο[3] το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής δωρεάν νομικής συνδρομής. Στο κείμενο αναγράφεται ότι : «… η δωρεάν νομική συνδρομή είναι ένα ουσιώδες στοιχείο μιας λειτουργικής και αποδοτικής ποινικής δικαιοσύνης, που βασίζεται στην αρχή του κράτους δικαίου, αποτελώντας τη βάση για την κατοχύρωση άλλων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος της δίκαιης δίκης» και συνεχίζει ότι «…τα κράτη μέλη οφείλουν να εγγυηθούν και να θεσπίσουν το δικαίωμα της δωρεάν νομικής συνδρομής στην εθνική έννομη τάξη τους  στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο …».

Πλέον των παραπάνω τόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων και η Επιτροπή  του ΟΗΕ για την πρόληψη των βασανιστηρίων , έχουν και οι δύο επανειλημμένως υπογραμμίσει την σοβαρότητα της νομικής συνδρομή ως θεμελιώδους εγγύησης ιδιαίτερα κατά του εκφοβισμού, της κακομεταχείρισης  και των βασανιστηρίων των συλλαμβανομένων, εντοπίζοντας τη σημασία  της στη χρονική περίοδο αμέσως μετά την σύλληψη των υπόπτων ή κατηγορουμένων, όπου υπάρχει άμεσος κίνδυνος για την εμφάνιση σοβαρών παραβιάσεων ατομικών δικαιωμάτων. Για τη αποτροπή τέτοιων περιστατικών και συνθηκών και για την πληρέστερη προστασία των ατόμων υπό κράτηση, συνιστούν ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να αναπτύξουν ένα κατάλληλο σύστημα νομικής συνδρομής για εκείνους που έχουν οικονομία αδυναμία να πληρώσουν δικηγόρο[4].

ΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΟΥ ΠΕΔΙΟΥ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΩΡΕΑΝ ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ[5]

Α. ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΔΩΡΕΑΝ ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ

Κατά το άρθρο 6 παρ. 3γ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) κάθε άτομο έχει το δικαίωμα παροχής δωρεάν νομικής συνδρομής, εφόσον πληρούνται δύο προσθετικές προϋποθέσεις. Η πρώτη είναι το οικονομικό, εάν δηλ. ο κατηγορούμενος δεν διαθέτει επαρκή μέσα να πληρώσει δικηγόρο και η δεύτερη, όταν εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης[6]. Παρεμφερή διατύπωση ορίζει και το άρθρο 14 παρ. 3δ του ΔΣΑΠΔ.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ

Εάν ένα πρόσωπο δεν έχει επαρκή μέσα για να πληρώσει δικό του δικηγόρο,  ικανοποιείται  η πρώτη προϋπόθεση που ορίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 3γ, της ΕΣΔΑ. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε πως το ΕΔΔΑ δεν παρέχει συγκεκριμένο ορισμό σχετικά με την έννοια επαρκή μέσα. Αντ ‘ αυτού, το Δικαστήριο του Στρασβούργου λαμβάνει υπ όψιν όλες τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε περίπτωσης, για να καθορίσει  κατά πόσο ο εναγόμενος δικαιούται χορήγησης της δωρεάν νομικής συνδρομής.

Το ΕΔΔΑ έκρινε, πως η συνδρομή της πρώτης προϋπόθεσης αξιολογείται κατ αρχήν από τις εθνικές αρχές που καθορίζουν το όριο του εισοδήματος του αιτούντος[7]. Ενώ το ΕΔΔΑ επιτρέπει στα κράτη μέλη ένα ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως ως προς το πώς θα εφαρμόσουν το κριτήριο αυτό, θα πρέπει παρ’ όλα αυτά να υπάρξουν εγγυήσεις για αποτροπή αυθαιρεσιών[8].

Κατά τη νομολογία του Στρασβούργου ο προσφεύγων φέρει την ευθύνη αποδείξεως της οικονομικής του αδυναμίας[9], αλλά όχι και την απόδειξη της οικονομικής του ανέχειας  «πέραν πάσης αμφιβολίας».

Στην υπόθεση Pakelli κατά Γερμανίας[10] της 25.04.1983, το ΕΔΔΑ βασίστηκε σε «ορισμένες ενδείξεις» για το ότι ο προσφεύγων ήταν άπορος και ότι δεν υπήρχαν «σαφείς ενδείξεις για το αντίθετο», παρότι αναγνώρισε ότι ήταν αδύνατο να αποδειχθεί πλήρως και τεκμηριωμένα η ένδεια του προσφεύγοντος. Το Δικαστήριο στηρίχθηκε  στις  φορολογικές του δηλώσεις, που ο ίδιος προσκόμισε, και στο πρόσθετο γεγονός ότι ο προσφεύγων ήταν κρατούμενος τα προηγούμενα δύο χρόνια προ της υποβολής του αιτήματός του,  στη φυλακή, και ως εκ τούτου η οικονομική του αδυναμία ήταν προφανής, χωρίς επιπλέον και πλήρη τεκμηρίωση. Το Στρασβούργο χρησιμοποίησε στην ελληνική υπόθεση Twalib κατά Ελλάδος της 09.06.1998[11] το ίδιο επιχείρημα περί παραμονής στη φυλακή (3 χρόνια), μαζί με το επιπρόσθετο στοιχείο ότι τον κατηγορούμενο εκπροσώπησε στα δικαστήρια ουσίας δικηγόρος από ΜΚΟ, ως επαρκή ένδειξη της απορίας του.

Το ΕΔΔΑ καταδίκασε την Πολωνία στην υπόθεση RD της 18.12.2001 για παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 3γ της ΕΣΔΑ διότι το ανώτατο ακυρωτικό της χώρας αυτής απέρριψε την παροχή δωρεάν νομικής συνδρομής  ενώπιόν του επειδή η προσφεύγουσα δεν απέδειξε την οικονομική της αδυναμία. Το ΕΔΔΑ επισήμανε στην υπόθεση ότι η ίδια είχε λάβει δωρεάν νομική συνδρομή στους δύο πρώτους βαθμούς δικαιοδοσίας, που αποτελούσε επαρκή ένδειξη περί της απορίας της και ότι η παράσταση δικηγόρου στο ανώτατο ακυρωτικό ήταν υποχρεωτική.

Να επισημανθεί ότι η ελληνική νομοθεσία έχει ευθυγραμμιστεί με την νομολογία του Στρασβούργου και δεν απαιτεί πλήρη απόδειξη για την αποδοχή της αίτησης συνδρομής αλλά αρκείται με ρητό τρόπο  μόνον  στη πιθανολόγησή της[12].

Η ύπαρξη ή όχι της οικονομικής δυνατότητας του αιτούντος τη νομική συνδρομή διαθέτει και μια άλλη πτυχή που δεν έχει ασχοληθεί ακόμα το  Στρασβούργο. Η τυχόν θεσμοθέτηση από το κράτος μέλος ενός άδικου ορίου με βάση το οποίο καθορίζεται η χορήγηση της συνδρομής ή στη περίπτωση όπου ενώ θεωρητικά κάποιος δύναται με βάση τα επίσημα στοιχεία να πληρώσει δικηγόρο μπορεί το χρονικό διάστημα προ ενός σοβαρού δικαστηρίου να έχει πλήρη αδυναμία εξαιτίας πολλών παραγόντων .  Σε κάτι τέτοιο θεωρώ ότι δίνει τη λύση ο ΟΗΕ   που τόνισε  τη σημασία της μη ύπαρξης ενός άδικου ορίου σχετικά με την οικονομική δυνατότητα του προσφεύγοντος, καλώντας τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι τα άτομα των όποιων τα έσοδα υπερβαίνουν τα καθορισμένα όρια, αλλά δεν μπορούν να προσλάβουν δικηγόρο λόγω οικονομικής αδυναμίας , τότε σε αυτή τη περίπτωση αυτοί δεν πρέπει να εξαιρούνται από το δικαίωμα παροχής νομικής συνδρομής[13].

ΤΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Η δεύτερη προσθετική προϋπόθεση που προβλέπεται στο άρθρο 6 παρ. 3γ της ΕΣΔΑ[14] είναι αυτό της εξυπηρέτησης  του συμφέροντος της δικαιοσύνης. Προκειμένου το Δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσο η παροχή νομικής συνδρομής ενδείκνυται από το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνει υπ όψιν του ορισμένα στοιχεία[15]. Σε αυτά περιλαμβάνονται: α) η σοβαρότητα του αδικήματος, β) η σοβαρότητα της επαπειλούμενης ποινής που διακυβεύεται, γ) η πολυπλοκότητα της υπόθεσης  και δ) η κοινωνική και προσωπική κατάσταση του αιτούντα. Το Δικαστήριο του Στρασβούργου πάντως έχει υπογραμμίσει ότι όταν το διακύβευμα  είναι η στέρηση της ελευθερίας , το συμφέρον της δικαιοσύνης υπαγορεύει κατά κανόνα τη παροχή δωρεάν νομικής βοήθειας στον κατηγορούμενο.

α) Η Σοβαρότητα του αδικήματος, και η βαρύτητα της επαπειλούμενης ποινής που διακυβεύεται

Ως ελάχιστη εγγύηση, το δικαίωμα σε δωρεάν νομική συνδρομή ισχύει όταν διακυβεύεται το δικαίωμα της ελευθερίας[16]. Ακόμη και η πιθανότητα εφήμερης ή μικρής διάρκειας  κράτησης, είναι αρκετή για να δικαιολογήσει την παροχή νομικής βοήθειας.

Στην υπόθεση Benham κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 10.06.1996[17], ο προσφεύγων κατηγορείτο για τη μη καταβολή οφειλής και αντιμετώπιζε ποινή φυλάκισης  τριών μηνών. Το Στρασβούργο έκρινε ότι αυτή η πιθανή καταδίκη του μαζί με τη σχετική πολυπλοκότητα της υπόθεσης ήταν αρκετά σοβαρή ώστε «το συμφέρον της δικαιοσύνης» να απαιτήσει την δωρεάν νομική συνδρομή του αιτούντος.

Στην υπόθεση Quaranta κατά Ελβετίας της 24.05.1991  το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 3γ, διότι το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτούσε να δοθεί στον προσφεύγοντα δωρεάν νομική συνδρομή ενώπιον του ανακριτή και στο δικαστήριο. Εδώ, ο προσφεύγων κατηγορήθηκε για χρήση και διακίνηση ναρκωτικών και απειλείτο φυλάκιση μέχρι τρία έτη ή χρηματική ποινή. Το Στρασβούργο διαπίστωσε ότι η δωρεάν νομική συνδρομή θα έπρεπε να του είχε χορηγηθεί εξαιτίας της έκτισής του σε κίνδυνο να απωλέσει την ελευθερία του.

Το Στρασβούργο διαπίστωσε επίσης παραβίαση στην υπόθεση Perks κ.α. κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 12.10.1999. Για τους προσφεύγοντες είχαν εκδοθεί εντάλματα σύλληψης, επειδή δεν κατέβαλαν φόρους και είχαν τεθεί υπό κράτηση για διάστημα από 7-9 μέρες.

Στην ενδιαφέρουσα περίπτωση Padalov ν. Βουλγαρίας της 10.08.2006, το Δικαστήριο διαπίστωσε επίσης παραβίαση. Ο προσφεύγων, ένας Βούλγαρος υπήκοος, καταδικάστηκε σε 14,5 χρόνια κάθειρξη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να του έχει διοριστεί δικηγόρος. Διαμαρτυρήθηκε στο Εφετείο και στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, μεταξύ άλλων και για την έλλειψη νομικής συνδρομής. Ωστόσο, κανένα από τα εθνικά δικαστήρια δεν εξέτασε τα επιχειρήματα σχετικά με αυτό. Η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι ο προσφεύγων είχε σιωπηρά παραιτηθεί του δικαιώματος δωρεάν νομικής συνδρομής, δεδομένου ότι ποτέ δεν είχε ζητήσει ρητά το διορισμό δικηγόρου. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι ο προσφεύγων είχε παραιτηθεί από το δικαίωμά του αυτό. Το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε επίσης ότι οι εθνικές αρχές θα έπρεπε να είχαν δραστηριοποιηθεί περισσότερο να διασφαλίσουν ότι ο προσφεύγων κατανόησε ότι είχε το δικαίωμα σε δωρεάν νομική συνδρομή.

Αντίθετα στη υπόθεση Wolff κατά Ελβετίας[18], της 27.11. 1996, η τότε Επιτροπή διαπίστωσε ότι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης δεν δικαιολογούσαν την χορήγηση της δωρεάν νομικής βοήθειας σε περίπτωση τελωνειακής παράβασης, όπου ούτε το νομικό ούτε τα πραγματικά ζητήματα ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκα, δεν υπήρχε τίποτα στο φάκελο της υπόθεσης που θα πιθανολογούσε ποινής φυλάκισης, και ο προσφεύγων ήταν σε θέση να υπερασπιστεί τον εαυτό του αφού ήταν ένας μορφωμένος οικονομολόγος.

Σε περιπτώσεις όπου η στέρηση της ελευθερίας δεν υφίσταται, το ΕΔΔΑ εξετάζει τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης και τις αρνητικές συνέπειες της καταδίκης. Η διάκριση μεταξύ των υποθέσεων που απαιτούν νομική βοήθεια, λόγω της σοβαρότητας της δυνητικής ποινής και εκείνων που δεν απαιτούν, είναι εξαιρετικά λεπτή. Στην υπόθεση Barsom και Varli κατά Σουηδίας, οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν ότι στερήθηκαν του δικαιώματος δωρεάν νομικής συνδρομής κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης, και αντιμετώπισαν την επιβολή προσαύξησης φόρου μέχρι 15.000 ευρώ. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι η άρνηση της νομικής βοήθειας ήταν αποδεκτή, εν μέρει επειδή οι προσφεύγοντες ήταν σε θέση να καταβάλουν τα ποσά αυτά  στην Φορολογική Αρχή, χωρίς σημαντικές δυσκολίες, και επειδή δεν αντιμετώπιζαν κίνδυνο φυλάκισης[19].

β) Η κοινωνική και προσωπική θέση του κατηγορούμενου

Θα πρέπει γενικά να παρέχεται δωρεάν νομική συνδρομή στις ευάλωτες  κοινωνικές ομάδες και στα άτομα που, λόγω προσωπικών συνθηκών, δεν έχουν την ικανότητα να υπερασπίσουν την υπόθεσή τους οι ίδιοι. Το Στρασβούργο λαμβάνει υπόψη το επίπεδο μόρφωσης, το κοινωνικό υπόβαθρο και την προσωπικότητα του αιτούντος και τα αξιολογεί σε σχέση με την πολυπλοκότητα της υπόθεσης.

Στην υπόθεση Quaranta κατά Ελβετίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα νομικά ζητήματα ήταν ήδη πολύ περίπλοκα, αλλά η κατάσταση ήταν ακόμα περισσότερο για τον προσφεύγοντα λόγω της προσωπικής του κατάστασης, δεδομένου ότι ήταν ένας αλλοδαπός νεαρός ενήλικας προερχόμενος από μη προνομιούχο περιβάλλον, που δεν είχε καμία επαγγελματική κατάρτιση και διέθετε βεβαρυμένο ποινικό μητρώο. Ηταν χρήστης ναρκωτικών για οκτώ χρόνια, και όταν διέπραξε το έγκλημα ζούσε με την οικογένειά του με τη βοήθεια της κοινωνικής πρόνοιας[20].

Στην ελληνική υπόθεση Biba κατά Ελλάδος, το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 και 3γ ,όταν δεν διορίστηκε  δικηγόρος υπεράσπισης στο πλαίσιο της δωρεάν νομικής συνδρομής στον Αλβανό μετανάστη για την ακρόασή του στον ¨Αρειο Πάγο.Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι θα ήταν αδύνατο για τον προσφεύγοντα να προετοιμάσει την υπεράσπισή του του στα ελληνικά δικαστήρια χωρίς βοήθεια, γιατί ήταν ένας αλλοδαπός και δεν μιλούσε τα ελληνικά[21].

Αντίθετα, στην υπόθεση  Barsom και Varli κατά Σουηδίας της 04.01.2008, το Στρασβούργο δεν διαπίστωσε παραβίαση και επισήμανε ότι και οι δύο προσφεύγοντες είχαν ζήσει στη Σουηδία για σχεδόν πάνω από 30 χρόνια και ήταν επιχειρηματίες. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι ήταν εξαιρετικά απίθανο να μη μπορούσαν να υπερασπίσουν την υπόθεσή τους που σχετίζετο με φορολογικές παραβιάσεις, χωρίς νομική συνδρομή, ενώπιον των Σουηδικών δικαστηρίων. Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του κυρίως το γεγονός ότι τα σουηδικά δικαστήρια ήταν υποχρεωμένα με βάσει την ισχύουσα δικονομία να παρέχουν κατευθύνσεις και οδηγίες στους προσφεύγοντες , έτσι ώστε να μπορέσουν να  υπερασπιστούν  και μόνοι τους επαρκώς την υπόθεσή τους.

γ)  Η πολυπλοκότητα της υπόθεσης

Στην υπόθεση Quaranta κατά Ελβετίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι η δυνατότητα να χορηγηθεί αναστολή στον κατηγορούμενο για το αδίκημα των ναρκωτικών που κατηγορείτο και το ευρύ φάσμα των διαθεσίμων μέτρων που διέθετε η ελβετική ποινική δικονομία για την υπόθεσή του καθιστούσε περίπλοκη την υπόθεση και απαιτείτο η χορήγηση δικηγόρου.

Στην υπόθεση Benham κατά Ην. Βασιλείου το ΕΔΔΑ χαρακτήρισε νομικά πολύπλοκη την υπόθεση εξαιτίας της εφαρμογής ενός εκ των ειδών της αμελείας, που απαιτούσε εξειδικευμένες γνώσεις δικηγόρου.

Επίσης στην υπόθεση  Perks κ.α. κατά Ην. Βασιλείου  χαρακτηρίστηκε πολύπλοκη η υπόθεση εξαιτίας της εφαρμοστέας φορολογικής νομοθεσίας.

ΕΚΤΑΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΣΤΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Ένα από τα θεμελιώδη δικονομικά δικαιώματα που αφορά το καθεστώς των κατηγορούμενων  ή των υπόπτων  για εγκλήματα είναι το δικαίωμα της δωρεάν νομικής συνδρομής σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας. Αλλά δεν αρκεί μόνο μία θεωρητική και θεσμική κατοχύρωση του δικαιώματος αυτού. Πρέπει το δικαίωμα αυτό να είναι και πρακτικά εφαρμόσιμο και αποτελεσματικό. Κατά συνέπεια, οι κατηγορούμενοι ή οι ύποπτοι πρέπει να είναι σε θέση να ζητήσουν δωρεάν νομική βοήθεια από το ξεκίνημα των ερευνών σχετικά με την υπόθεση , εφόσον αυτοί οι ίδιοι δεν μπορούν να πληρώσουν για δικαστική συνδρομή και η τελευταία πρέπει να είναι διαθέσιμη σε όλα τα στάδια των ποινικών διαδικασιών, από την προκαταρκτική εξέταση μέχρι και το ανώτατο ακυρωτικό Δικαστήριο.

α) ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΔΙΚΑΣΙΑ

Η δωρεάν νομική βοήθεια θα πρέπει να είναι διαθέσιμη, κατ ‘αρχήν, αμέσως μετά τη σύλληψη, με δεδομένη την ευπάθεια του κατηγορουμένου σε αυτό το στάδιο και την κεφαλαιώδη σημασία αυτού του σταδίου, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας στο σύνολό της από την άποψη της συλλογής αποδεικτικών στοιχείων. Στο στάδιο αυτό η απουσία του δικηγόρου μπορεί να έχει καθοριστικές και καταστρεπτικές συνέπειες για τον κατηγορούμενο ή τον ύποπτο.

Το Στρασβούργο σε σωρεία αποφάσεων έχει αναφερθεί με πάγιο τρόπο ότι το άρθρο 6 παρ. 3γ απαιτεί κατά κανόνα ότι ο κατηγορούμενος δύναται να επωφεληθεί από τη βοήθεια ενός δικηγόρου από τα αρχικά στάδια της αστυνομικής προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης[22]. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει και τις διαδικασίες όπου έχει διοριστεί πραγματογνώμονας[23].  Ωστόσο το δικαίωμα αυτό, μπορεί, να υπόκειται σε περιορισμούς[24]. Το ερώτημα σε κάθε περίπτωση είναι αν ο περιορισμός, υπό το πρίσμα του συνόλου της διαδικασίας, έχει στερήσει από τον κατηγορούμενο τη δίκαιη δίκη[25]. Ακόμη και όταν επιτακτικοί λόγοι μπορούν κατ΄ εξαίρεση να δικαιολογήσουν την άρνηση της παροχής δωρεάν νομικής βοήθειας, ο περιορισμός αυτός δεν πρέπει να θίγει αδικαιολόγητα τα δικαιώματα του κατηγορουμένου σύμφωνα με το άρθρο 6[26] της ΕΣΔΑ.

Στην υπόθεση Imbrioscia κατά Ελβετίας[27] το Στρασβούργο απεφάνθη ότι κάθε πρόσωπο που υπόκειται σε ποινική δίωξη πρέπει να προστατεύεται από το άρθρο 6 παρ. 3γ σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Πιο συγκεκριμένα έκανε ιδιαίτερη αναφορά για το δικαίωμα αυτό στην προδικασία. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη για ένα αδίκημα που σχετίζετο με τα ναρκωτικά και η περίοδος που δεν είχε δικηγόρο ήταν χρονικά πολύ μικρή. Το ΕΔΔΑ έκρινε, σταθμίζοντας το σύνολο της διαδικασίας και  ότι η περίοδος χωρίς δικηγόρο ως εξαιρετικά μικρή, ότι  δεν επηρέασε αυτό το σύνολο της διαδικασίας, που την έκρινε ως δίκαιη και δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 3γ της ΕΣΔΑ.

Στην υπόθεση Can κατά Αυστρίας[28] το ΕΔΔΑ αναφέρει με ξεκάθαρο τρόπο ότι το άρθρο 6 παρ. 3γ δίνει στον κατηγορούμενο ένα γενικότερο δικαίωμα σε βοήθεια και υποστήριξη από δικηγόρο σε ολόκληρη την ποινική  διαδικασία.

Στην υπόθεση Murray κατά Ηνωμένου Βασιλείου[29], το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 σε συνδυασμό με την παρ. 3γ.  Εδώ, αρνήθηκαν στον προσφεύγοντα την παροχή δωρεάν νομικής βοήθειας 48 ώρες μετά τη σύλληψη. Το εθνικό δικαστήριο που εκδίκασε την ουσία της υπόθεσης, τεκμηρίωσε την ενοχή του στην αποτυχία του κατηγορουμένου να δώσει πειστικές απαντήσεις στην προανάκριση  στην αστυνομία. Υπό τις δεδομένες συνθήκες, το Στρασβούργο έκρινε ότι ήταν υψίστης σημασίας για τα δικαιώματα του κατηγορουμένου να έχει πρόσβαση σε δικηγόρο κατά τα αρχικά στάδια της αστυνομικής προανάκρισης.

Στην υπόθεση Magee κατά Ηνωμένου Βασιλείου[30], επίσης  το Δικαστήριο διαπίστωσε την αυτή παραβίαση. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι ο προσφεύγων είχε κρατηθεί σε απομόνωση για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ένα αυστηρό κέντρο κράτησης και ερωτάτο συνεχώς και πιεστικά από εξειδικευμένους αστυνομικούς. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο προσφεύγων, που συνελήφθη στη Βόρεια Ιρλανδία στα πλαίσια του αντιτρομοκρατικού νόμου, θα έπρεπε να είχε πρόσβαση σε δικηγόρο κατά τα αρχικά στάδια της έρευνας ως αντίβαρο στην εκφοβιστική ατμόσφαιρα, που είχε δημιουργηθεί για να κάμψει τη θέλησή του και να τον κάνει να ομολογήσει. Στην περίπτωση αυτή, δεν διέθεσαν δικηγόρο στον προσφεύγοντα για περισσότερο από 48 ώρες, κατά τις οποίες πέρασε από προανάκριση από ομάδες αστυνομικών οκτώ  φορές και τελικά ομολόγησε.

Στην υπόθεση Averill κατά  Ηνωμένου Βασιλείου[31], το Δικαστήριο διαπίστωσε την αυτή παραβίαση δεδομένου ότι ο προσφεύγων στερήθηκε δικηγόρο κατά τη διάρκεια των πρώτων 24 ωρών της προανάκρισής του. Το Στρασβούργο επισήμανε  ότι τα δικαιώματα της υπεράσπισης εθίγησαν αφού δεν είχε δικηγόρο στον κρίσιμο πρώτο διάστημα της προανάκρισης. Να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο ουσίας επικαλέστηκε για την καταδίκη του κατηγορουμένου τη σιωπή του κατά τη διάρκεια των πρώτων 24 ωρών της κράτησής του. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, η νομική συνδρομή θα πρέπει να ήταν εγγυημένη για τον συλλαμβανόμενο πριν από την έναρξη της προανάκρισής του.

Στην υπόθεση Οτσαλάν κατά Τουρκίας[32], το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 3γ για την μη πρόσβαση σε δικηγόρο κατά τη διάρκεια μιας περιόδου 7 ημερών στην οποία ο προσφεύγων, αφού ανακρίθηκε  από την αστυνομία, τον Εισαγγελέα και τον Ανακριτή, έδωσε αρκετές αυτο-ενοχοποιητικές καταθέσεις,  που στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν  από την εισαγγελία και συνετέλεσαν  σημαντικά στην καταδίκη του.

Στην υπόθεση Berlinski κατά Πολωνίας[33], το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση της Σύμβασης, εξαιτίας της αποτυχίας  του εισαγγελέα να εκπληρώσει το αίτημα για δωρεάν νομική συνδρομή. Ετσι οι προσφεύγοντες, που κατηγορήθηκαν για επίθεση κατά αστυνομικών, δεν είχαν συνήγορο για περισσότερο από ένα έτος προ της δίκης, συμπεριλαμβανομένων της ανάκρισης και των ιατρικών πραγματογνωμοσυνών.

Στην υπόθεση Yurttas κατά Τουρκίας[34], το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 3γ, λόγω της έλλειψης βοήθειας από δικηγόρο κατά την αστυνομική κράτηση μιας περιόδου 11 ημερών. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι ο προσφεύγων δεν έδωσε καμία κατάθεση στην αστυνομία που θα μπορούσε στη συνέχεια να χρησιμοποιηθεί εναντίον του στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας. Επιπλέον, επισήμανε ότι η κατάθεσή του ενώπιον του εισαγγελέα στο Δικαστήριο Κρατικής Ασφαλείας δεν είχε καμία επίδραση στις ποινικές διαδικασίες εναντίον του, και ότι η κατηγορία του εισαγγελέα με την οποία ο προσφεύγων επεδίωκε να επιφέρει την κατάρρευση του κράτους με τη χρήση βίας (άρθρο 125 του Ποινικού Κώδικα) δεν έγιναν δεκτές από τα Τουρκικά Δικαστήρια.  Το ΕΔΔΑ δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ότι η έλλειψη νομικής συνδρομής κατά τη διάρκεια της αστυνομικής κράτησης μπορεί να εγείρει ζητήματα σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3γ της Σύμβασης. Ωστόσο, έκρινε ότι οι περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης δεν επιτρέπουν να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα δικαιώματα υπεράσπισης  του προσφεύγοντα εθίγησαν ανεπανόρθωτα κατά τη διάρκεια της κράτησής του ή ότι στερήθηκε δίκαιης δίκης λόγω της έλλειψης επικοινωνίας με δικηγόρο κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου[35] .

β) ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΙΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΤΩΝ ΕΝΔΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ

Η εφαρμογή του δικαιώματος στα πρωτοβάθμια δικαστήρια δεν χρειάζεται ανάλυση, δεδομένου ότι η εφαρμογή σ΄αυτά αποτελεί τον εφαρμοστικό πυρήνα του δικαιώματος αυτού. Το εάν το άρθρο 6 παρ. 3γ εφαρμόζεται στα    δευτεροβάθμια ή αναιρετικά δικαστήρια εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες της διαδικασίας[36] . Πρέπει να ληφθεί υπόψη το σύνολο των εργασιών που πραγματοποιούνται στο εθνικό νομικό σύστημα και το ρόλο του δευτεροβάθμιου ή αναιρετικού δικαστηρίου στο νομικό αυτό σύστημα[37]. Είναι απαραίτητο να εξεταστούν θέματα όπως η φύση της διαδικασίας,  τα ένδικα μέσα και η σημασία τους στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας στο σύνολό της, το πεδίο εφαρμογής των αρμοδιοτήτων στο εφετείο, και τον τρόπο με τον οποίο τα συμφέροντα του προσφεύγοντα στην πραγματικότητα παρουσιάζονται και προστατεύονται ενώπιον του δικαστηρίου της έφεσης ή της αναίρεσης[38].

Στην υπόθεση  Monnell και Morris κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 02.03.1987, το Στρασβούργο έκρινε ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης δεν απαιτεί αυτόματα δωρεάν νομική συνδρομή όταν ο καταδικασθείς, χωρίς αντικειμενική πιθανότητα επιτυχίας, επιθυμεί να ασκήσει ένδικο μέσο, αφού έλαβε μια δίκαιη δίκη σε πρώτο βαθμό σύμφωνα με το άρθρο 6.

Στην υπόθεση Granger κατά Ηνωμένου Βασιλείου[39], το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 3γ, εφόσον ο προσφεύγων, που είχε καταδικαστεί πρωτόδικα για ψευδορκία σε φυλάκιση 5 ετών δεν έλαβε δωρεάν νομική συνδρομή ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου[40]. Το Δικαστήριο έκρινε ότι θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η παροχή δωρεάν νομικής συνδρομής που θα  παρείχε τη δυνατότητα να συμβάλει αποτελεσματικά στη διαδικασία υπεράσπισης του κατηγορουμένου στο Εφετείο.

Στην υπόθεση Pham Hoang κατά Γαλλίας[41], το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 παρ.3γ, γιατί ο προσφεύγων στερήθηκε δωρεάν νομικής συνδρομής στο Ακυρωτικό Δικαστήριο. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η πολυπλοκότητα των νομικών ζητημάτων που ανέκυψαν, δικαιολογούσαν αναμφίβολα δωρεάν νομική συνδρομή.

Στην υπόθεση RD κατά Πολωνίας[42], το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 παρ.3γ, τονίζοντας ότι η νομική εκπροσώπηση ήταν υποχρεωτική στη διαδικασία της αναίρεσης και ο προσφεύγων θα χρειαζόταν αποτελεσματική εκπροσώπηση για να υποστηρίξει την υπόθεσή του. Το εθνικό δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για δωρεάν νομική βοήθεια, μόλις 8 εργάσιμες ημέρες προ της λήξης της προθεσμίας για άσκηση αναίρεσης. Έτσι, το εθνικό δικαστήριο στέρησε από τον προσφεύγοντα την άσκηση αναίρεσης με ένα «αποτελεσματικό τρόπο».

Στην υπόθεση Tabor κατά Πολωνίας[43], το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση, διότι η αίτηση του προσφεύγοντος για νομική συνδρομή δεν αντιμετωπίσθηκε με την απαιτούμενη επιμέλεια. Το ΕΔΔΑ παρατήρησε ότι η απορριπτική απόφαση του δικαστηρίου για νομική συνδρομή εκδόθηκε ένα μήνα μετά τη λήξη της προθεσμίας για την κατάθεση αναίρεσης, και έτσι στέρησε τον προσφεύγοντα τη δυνατότητα να ασκήσει αναίρεση, αφού ήταν υποχρεωτική η εκπροσώπηση απο δικηγόρο στο στάδιο αυτό.

γ) ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΕ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΚΡΑΤΗΣΗ ΚΑΤΑ ΑΡΘΡΟ 5 ΠΑΡ. 4 ΤΗΣ ΕΣΔΑ

Αν και δεν υπάρχει ρητό δικαίωμα συνηγόρου στο πλαίσιο της διαδικασίας προσφυγών κατά της κράτησης στα πλαίσια της προδικασίας, το ΕΔΔΑ έχει αναγνωρίσει το δικαίωμα σε δωρεάν νομική βοήθεια για την εν λόγω διαδικασία που καλύπτεται από το άρθρο 5 παρ. 4 της ΕΣΔΑ.

Στην απόφαση Winterwerp κατά Ολλανδίας[44], το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 παρ. 4 με το αιτιολογικό ότι ο προσφεύγων δεν εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο στη διαδικασία προσφυγής κατά της κράτησής του.[45]

Στην υπόθεση Bouamar κατά Βελγίου[46], ο προσφεύγων, ο οποίος ήταν ένας νεαρός, κρατήθηκε προσωρινά λόγω της παραβατικής συμπεριφοράς του. Δεν του διορίστηκε δικηγόρος σε καμία από τις ακροάσεις προσφυγών κατά της κράτησής του. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο προσφεύγων  θα έπρεπε να έχει την αποτελεσματική συνδρομή δικηγόρου, και καταδίκασε το Βέλγιο.

Στην υπόθεση Megyeri κατά Γερμανίας[47], το Δικαστήριο έκρινε ότι, όταν ένα πρόσωπο που περιορίζεται σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα για εγκλήματα που φέρεται ότι διέπραξε  εξαιτίας της ψυχικής του ασθένειας, θα έπρεπε να λάβει νομική συνδρομή σχετικά με τη συνέχιση, την αναστολή ή τον τερματισμό της κράτησής του, εκτός εάν υπάρχουν ειδικές συνθήκες για το αντίθετο. Ο προσφεύγων, ο οποίος έπασχε από ψυχική ασθένεια, κρατήθηκε σε ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο για περισσότερο από 4 χρόνια. Δεν εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο σε οποιαδήποτε από τις δικαστικές διαδικασίες μετά τον εγκλεισμό του στο ψυχιατρείο. Τα εθνικά δικαστήρια όφειλαν ex officio να είχαν διορίσει δικηγόρο για να τον προσφεύγοντα[48].

δ) ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΕ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ ΣΕ ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ

Το άρθρο 6 παρ. 3γ εφαρμόζεται επίσης κατά τη νομολογία του Στρασβούργου και στις πειθαρχικές διαδικασίες εντός σωφρονιστικών καταστημάτων[49], όπου το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει το δικαίωμα των κρατουμένων να διαθέτουν δωρεάν νομική υποστήριξη είτε για να προετοιμάσουν προσφυγές στη δικαιοσύνη εναντίον σωφρονιστικών υπαλλήλων[50], είτε να υπερασπιστούν τον εαυτό του στα πειθαρχικά συμβούλια[51]  είτε ενώπιον πειθαρχικής διαδικασίας ενώπιον του Διευθυντή ή άλλου οργάνου των φυλακών[52].

 

 

ΙΙ . ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΩΣ ΔΙΟΡΙΖΟΜΕΝΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟ

Α) ΕΠΙΛΟΓΗ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ

Το άρθρο 6 παρ. 3γ της ΕΣΔΑ ορίζει ρητά ότι κάθε κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα «όπως υπερασπίσει ο ίδιος τον εαυτόν ή αναθέση την υπεράσπισίν του εις συνήγορον της εκλογής του, εν η δε περιπτώσει δεν διαθέτει τα μέσα να πληρώση συνήγορον να τω παρασχεθή τούτος δωρεάν, όταν τούτο ενδείκνυται υπό του συμφέροντος της δικαιοσύνης».

Το άρθρο 14 παρ. 3δ του ΔΣΑΠΔ ορίζει ότι κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαμβάνει μεταξύ άλλων και την εγγύηση  «να παρίσταται στη δίκη και να υπερασπισθεί τον εαυτό του αυτοπροσώπως ή με τη βοήθεια του συνηγόρου της επιλογής του. Εάν δεν έχει συνήγορο, να ενημερωθεί για το δικαίωμά του αυτό και να διορισθεί συνήγορος αυτεπαγγέλτως σε κάθε περίπτωση που αυτό απαιτείται για το συμφέρον της δικαιοσύνης, χωρίς ο κατηγορούμενος να βαρύνεται με την αμοιβή του, εάν δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να τον πληρώσει».

Από την αντιπαραβολή των δύο κειμένων προκύπτει μία σχετικά ευρύτερη διατύπωση του κειμένου του ΔΣΑΠΔ έναντι αυτού της ΕΣΔΑ. Στο κείμενο του ΔΣΠΑΔ αφενός μεν υφίσταται σε ρητή μορφή τόσο το δικαίωμα του κατηγορουμένου σε παράσταση στο δικαστήριο όσο και αυτό της ενημέρωσής του για το δικαίωμα διορισμού συνηγόρου (που υπονοούνται στο κείμενο της ΕΣΔΑ χωρίς να διατυπώνονται ρητά) και αφετέρου η αυτοπρόσωπη υπεράσπιση του κατηγορουμένου έχει σαφές προβάδισμα από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου μέσω συνηγόρου, που το ΔΣΑΠΔ την θεωρεί ως επιβοηθητική («ή με τη βοήθεια του συνηγόρου της επιλογής του»). Ουσιαστικά κατά το ΔΣΑΠΔ το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου με την βοήθεια συνηγόρου εμπεριέχει μεγαλύτερη εξουσία εντολής και επιλογής αυτού, δεδομένης της επικουρικής φύσης του συνηγόρου κατά το παραπάνω κείμενο.

Και στα δύο όμως κείμενα όπου αναφέρεται ο συνήγορος προς υπεράσπιση του κατηγορουμένου, αυτός προσδιορίζεται με τις λέξεις συνήγορος «της εκλογής του» στην ΕΣΔΑ και σε συνήγορο «της επιλογής του» στο ΔΣΑΠΔ. Η επιλεξιμότητα αποτελεί πρωταρχικό στοιχείο στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και αυτό είναι εύλογο αφού η υπεράσπιση κάποιου εμπεριέχει ως πρωταρχική βάση την εμπιστοσύνη και την καλή επικοινωνία που πρέπει να υπάρξει μεταξύ του ενδιαφερομένου και του συνηγόρου του. Η εμπίστευση της διακύβευσης της ελευθερίας του κατηγορουμένου σε δικηγόρο είναι πρωταρχικό δικαίωμα του κατηγορουμένου και δευτερευόντως της πολιτείας. Κατά την άποψή μου η ρητή μη αποδοχή του διορισμένου συνηγόρου από τον κατηγορούμενο  δεν δύναται να εναρμονιστεί σε καμία περίπτωση με την εμμονή στον διορισμό του με το οποιοδήποτε αιτιολογικό, ακόμα και αυτού που υπαγορεύεται από το συμφέρον της δικαιοσύνης. Οι διατυπώσεις των παραπάνω άρθρων της ΕΣΔΑ και του ΔΣΑΠΔ στο πρώτο σκέλος τους που θεσπίζεται ο πυρήνας του δικαιώματος σε υπεράσπιση του κατηγορουμένου με συνήγορο, υπαγορεύουν κατά ρητό τρόπο ότι το δικαίωμα σε συνήγορο υφίσταται μόνον όταν  συνυπάρχει σε αυτό το δικαίωμα επιλογής του από τον κατηγορούμενο. Θα έλεγα ότι δεν υφίσταται δικαίωμα σε οποιοδήποτε συνήγορο υπεράσπισης αλλά αυτό που έχει ρητά θεσπιστεί είναι το δικαίωμα σε συνήγορο της επιλογής του κατηγορουμένου. Επομένως το δεύτερο σκέλος των πιο πάνω άρθρων για την υποχρέωση της πολιτείας σε δωρεάν διορισμό συνηγόρου για την  υπεράσπιση του κατηγορουμένου, οριοθετείται μέσα στα πλαίσια του πρώτου σκέλους. Θα πρέπει δηλ. ο διορισμός αυτός να σέβεται τουλάχιστον την έστω και έμμεση αποδοχή του διορισθέντος συνηγόρου από αυτόν που θα υπερασπιστεί.

Προς τις παραπάνω σκέψεις η νομολογία του  Δικαστηρίου του Στρασβούργου είναι ιδιαίτερα φειδωλή. Όμως, παρόλα αυτά δεν έχει διστάσει να λάβει θετική  νομολογιακή προσέγγιση.

Στην υπόθεση  Pakelli κατά Γερμανίας[53]το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να είναι σε θέση να προσφύγει σε νομική βοήθεια της επιλογής του.

Στην υπόθεση Croissant κατά Γερμανίας της 25.09.1992 αναγνωρίζεται μεν το δικαίωμα σε επιλογή του διορισθέντος δικηγόρου αλλά ως σχετικό και όχι ως απόλυτο δικαίωμα.

Το αυτό δικαίωμα επιλογής αναγνωρίζεται και στην υπόθεση Lagerblom κατά Σουηδίας[54], αλλά όχι ως απόλυτο.

Ωστόσο, το Στρασβούργο, στην πάγια νομολογία του δεν υιοθετεί την προαναφερόμενη άποψη ως προς την επιλογή του συνηγόρου. Έχει κρίνει ότι τα άτομα στα οποία παραχωρείται δωρεάν νομική συνδρομή δεν επιλέγουν πάντα τον δικηγόρο της αρεσκείας τους. Το δικαίωμα υπεράσπισης από δικηγόρο της επιλογής του ατόμου δεν είναι απόλυτο κατά το ΕΔΔΑ, αλλά μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς, όταν το συμφέρον της δικαιοσύνης το  απαιτεί. Στην υπόθεση Croissant κατά Γερμανίας[55], το Στρασβούργο έκρινε από τη μία μεριά ότι δεν πρέπει να αγνοηθούν οι επιθυμίες του προσφεύγοντος, αλλά από την άλλη, ότι η τελική επιλογή του δικηγόρου – λαμβάνοντας  πάντα υπόψη το συμφέρον της δικαιοσύνης – είναι απόφαση των κρατικών οργάνων.

Στην υπόθεση Ramon Franquesa Freixas κατά Ισπανίας[56], ο προσφεύγων παραπονέθηκε ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματά του άρθρου 6 παρ. 3γ, επειδή είχε διοριστεί για την υπεράσπιση της ποινική του υπόθεσης ένας εργατικολόγος. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η καταγγελία του ήταν προδήλως αβάσιμη, επειδή η Σύμβαση δεν εξασφάλιζε στον προσφεύγοντα το δικαίωμα να αποφασίζει ποιόν δικηγόρο το δικαστήριο θα διορίσει ως συνήγορο υπεράσπισης και επιπρόσθετα  λόγω της αδυναμίας του προσφεύγοντος να παρουσιάσει βάσιμες αποδείξεις για τη  μη καταλληλόλητα του διορισθέντος.

Η πρώην Επιτροπή του ΕΔΔΑ είχε αποφανθεί[57] ότι το άρθρο 6 παρ. 3γ δεν εγγυάται το δικαίωμα επιλογής διορισμένου δικηγόρου.

Το Στρασβούργο έχει κυρίως ως στόχο τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας στο σύνολό της, αντί τη ρητή καθιέρωση κανόνων σχετικά με τη διαδικασία διορισμού συνηγόρων.  Πάντως κατά τη διαδικασία διορισμού αυτεπαγγέλτου συνηγόρου, το κράτος οφείλει να εξετάσει τις ιδιαίτερες ανάγκες του προσφεύγοντος όπως τις  γλωσσικές του ικανότητες και γνώσεις.

Στην υπόθεση Lagerblom κατά Σουηδίας, ο Φιλανδός προσφεύγων, ζήτησε την αντικατάσταση του συνηγόρου του από άλλον δικηγόρο, ο οποίος να μιλούσε Φινλανδικά. Τα Σουηδικά δικαστήρια απέρριψαν το αίτημά του. Το ΕΔΔΑ συντάχθηκε με τα Σουηδικά δικαστήρια,  ισχυριζόμενο πως ο προσφεύγων  είχε επαρκή γνώση σουηδικών για την επικοινωνία του με τον δικηγόρο του και ότι επιπρόσθετα, του είχε παραχωρηθεί ερμηνευτική και μεταφραστική βοήθεια από το κράτος. Το ΕΔΔΑ έκρινε λοιπόν ότι μπορούσε  να συμμετάσχει αποτελεσματικά στη δίκη του, και ότι τα εθνικά δικαστήρια είχαν το δικαίωμα να αρνηθούν τον διορισμό δικηγόρου της αρεσκείας του[58].

Στην ίδια παραπάνω υπόθεση το Στρασβούργο επίσης έκρινε ότι το άρθρο 6 παρ. 3γ δεν εξασφαλίζει ούτε δικαίωμα αντικατάστασης του διορισθέντος συνηγόρου. Το ίδιο απεφάνθη και η πρώην Επιτροπή στην υπόθεση Van Ulden κατά Ολλανδίας[59] η οποία αιτιολόγησε την μη αντικατάσταση και με οικονομικά κριτήρια, έχοντας την άποψη ότι η νομική συνδρομή έχει οικονομικό κόστος και αυτό επαυξάνεται με την αντικατάσταση!

Το Στρασβούργο μέσω της νομολογίας του καταλείπει ένα σημαντικό περιθώριο εκτίμησης στις εθνικές νομοθεσίες σχετικά με τα προσόντα των δικηγόρων, που αφορούν περιορισμούς σχετικά με το ποιος μπορεί να παρίσταται ενώπιον ορισμένων δικαστηρίων όπως και τους κανόνες επαγγελματικής συμπεριφοράς τους. Κατά τον τρόπο αυτό τα κράτη μέλη μπορούν  να περιορίσουν την επιλογή συνηγόρου, χωρίς να παραβιάζονται τα δικαιώματα των κατηγορουμένων.

Στην υπόθεση Meftah και άλλοι κατά Γαλλίας, το Στρασβούργο έκρινε ότι η ιδιαιτερότητα του Γαλλικού Ακυρωτικού Δικαστηρίου, απαιτούσε την παράσταση στο Ανώτατο Δικαστήριο μόνο ειδικευμένων δικηγόρων[60]. Ομοίως στην υπόθεση  Mayzit κατά Ρωσίας[61], το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι το άρθρο 6 δεν παραβιάστηκε ,όταν το δικαστήριο αρνήθηκε στον προσφεύγοντα το αίτημά του να εκπροσωπείται από τη μητέρα και η αδελφή του. Το Δικαστήριο δέχθηκε το επιχείρημα του κράτους ότι ο διορισμός δικηγόρου έναντι διορισμού ανειδίκευτου προσώπου εξυπηρετούσε καλύτερα  τα συμφέροντα του προσφεύγοντος και της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των κατηγοριών και την πολυπλοκότητα της υπόθεσης.

Συμπερασματικά το ΕΔΔΑ δέχεται σε θεωρητικό επίπεδο ότι υφίσταται δικαίωμα επιλογής του διορισμένου αυτεπαγγέλτως δικηγόρου αλλά δεν είναι απόλυτο. Η νομολογιακή πρακτική του Δικαστηρίου ουσιαστικά ακυρώνει το δικαίωμα αυτό της επιλογής και υποχρεώνει τον ενδιαφερόμενο να αποδέχεται τον διορισθέντα αυτεπαγγέλτως συνήγορο. Οι νομολογιακές θέσεις περί μη θεσπίσεως δικαιώματος αντικαταστάσεως συνηγόρου, περί οικονομικής επιβάρυνσης των κρατών μελών με τη διαδικασία αυτή, περί σχετικότητος του δικαιώματος και περί του συμφέροντος της δικαιοσύνης, δημιουργούν ένα απαγορευτικό πλέγμα στην επιλογή του κατηγορουμένου και δυστυχώς δεν διαφαίνεται στο Στρασβούργο και κάποια τάση για αλλαγή της πάγιας νομολογίας  του στο θέμα αυτό. Θα μπορούσε να ικανοποιηθεί, κατά τα προεκτεθέντα, ο πυρήνας του θεσπισθέντος αυτού δικαιώματος  με το άρθρο 6 παρ. 3γ εάν ικανοποιείτο στοιχειωδώς το δικαίωμα επιλογής των αυτεπαγγέλτως διοριζομένων συνηγόρων, καταλείποντας την τελική επιλογή στον κατηγορούμενο μεταξύ δύο ή τριών προεπιλεγμένων προς διορισμό συνηγόρων.

Β) ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΩΣ ΔΙΟΡΙΣΘΕΝΤΟΣ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ

Ένα σημαντικό πρόβλημα στην πρακτική του θεσμού της δωρεάν νομικής βοήθειας αποτελεί η ποιότητα των παρεχομένων νομικών υπηρεσιών. Έτσι καθίσταται πολύ σημαντική η γνώση της νομολογιακής τοποθέτησης του Δικαστηρίου του Στρασβούργου στο θέμα αυτό, δεδομένου ότι από την ποιότητα αυτών των υπηρεσιών  εξαρτάται και η επιτυχία ή η αποτελεσματικότητα  του θεσμού στη πράξη.

α) Η δυνατότητα αντικατάστασης δικηγόρου

Ο διορισμός του δικηγόρου από μόνος του δεν είναι αρκετός για να εκπληρώσει την υποχρέωση του κράτους να παράσχει αποτελεσματική νομική συνδρομή. Εάν ο συνήγορος υπεράσπισης αδυνατεί να παράσχει αποτελεσματική εκπροσώπηση τότε το κράτος έχει την υποχρέωση να παρέμβει και να το διορθώσει[62].

Η αρχή αυτή θεμελιώθηκε αρχικά στην υπόθεση Kamasinski κατά Αυστρίας, όπου το ΕΔΔΑ έκρινε ότι: «το κράτος δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο για κάθε παράλειψη εκ μέρους του δικηγόρου που διορίζεται για παροχή δωρεάν νομικής συνδρομής… Το Δικαστήριο συμφωνεί με την Επιτροπή ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές υποχρεούνται, βάσει του άρθρου 6 παρ. 3 γ  να παρέμβουν μόνο εάν είναι εμφανής η αδυναμία του συνηγόρου υπεράσπισης να παρέχει αποτελεσματική εκπροσώπηση ή αυτό επαρκώς περιέρχεται σε γνώση τους με κάποιο άλλο τρόπο». [63]

Το ΕΔΔΑ τόνισε ότι  η υποχρέωση του κράτους δεν σταματάει  στον διορισμό του δικηγόρου, καθώς αυτό  «θα οδηγούσε σε αποτελέσματα που είναι αντίθετα και ασυμβίβαστα  τόσο με το γράμμα της άρθ. 6 παρ. 3γ όσο και με τη δομή του άρθρου 6, με αποτέλεσμα ,σε πολλές περιπτώσεις ,η δωρεάν νομική συνδρομή να αποδειχθεί άχρηστη»[64].

Σε περίπτωση όπου η αποτυχία είναι αντικειμενικά πρόδηλη, ο κατηγορούμενος δεν χρειάζεται να διαμαρτυρηθεί ρητά ή να επιστήσει την παράλειψη στο κράτος. Στην υπόθεση Sannino κατά Ιταλίας, το εθνικό δικαστήριο ανέθεσε σε διαφορετικούς δικηγόρους την υπόθεση, καθώς οι τελευταίοι ήταν απροετοίμαστοι και δεν ήταν εξοικειωμένοι με την υπόθεση. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι το δικαστήριο παρέλειψε να εξασφαλίσει αποτελεσματική υπεράσπιση, παρ’ όλο που ο προσφεύγων  δεν διαμαρτυρήθηκε για την κατάσταση στο δικαστήριο ή στους δικηγόρους του[65].

β) Αδυναμία συνηγόρου να εκτελέσει τα καθήκοντά του

Στην υπόθεση Artico κατά Ιταλίας, ο δικηγόρος υπεράσπισης που διορίστηκε αρνήθηκε να εκπροσωπήσει τον προσφεύγοντα, από την αρχή της υπόθεσης, εξαιτίας επαγγελματικών του δεσμεύσεών και προσωπικών προβλημάτων υγείας. Παρ’  όλα αυτά, οι Ιταλικές αρχές δεν κατάφεραν να τον αντικαταστήσουν. Tο Στρασβούργο έκρινε ότι, όταν ένας αυτεπάγγελτος διορισμένος  συνήγορος  κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του και οι αρχές έχουν γνώση αυτής  της κατάστασης, έχουν την υποχρέωση είτε να τον αντικαταστήσουν ή να τον υποχρεώσουν να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του[66].

Στην υπόθεση Falcao dos Santos κατά Πορτογαλίας, ο δικηγόρος παρέστη στο δικαστήριο, αλλά παρέμεινε σιωπηλός κατά τη διαδικασία εκδίκασης της υπόθεσης , δεν εξέτασε μάρτυρες ούτε αγόρευσε  προς υπεράσπιση του πελάτη του[67]. Ο προσφεύγων επανειλημμένα διαμαρτυρήθηκε για την κακή νομική εκπροσώπησή του στις αρχές. Το Στρασβούργο έκρινε ότι οι αρχές απέτυχαν να εγγυηθούν μια σωστή εκπροσώπηση, καθώς προέβησαν απλά και μόνο στον διορισμό του συνηγόρου, και υπογράμμισε την υποχρέωση των αρχών για παρέμβαση σε αντίστοιχες περιπτώσεις[68].

Να επισημανθεί και σχετική απόφαση της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που εφαρμόζει το ΔΣΑΠΔ στην υπόθεση Borisenko κατά Ουγγαρίας, όπου η Επιτροπή διαπίστωσε παράβαση του άρθρου 14 παρ. 3δ του ΔΣΑΠΔ, επειδή ο διορισθείς  συνήγορος δεν εμφανίστηκε στην ανάκριση αλλά ούτε και στην ακροαματική διαδικασία. Η Επιτροπή έκρινε ότι το κράτος όφειλε να διασφαλίσει την  αποτελεσματική νομική εκπροσώπηση του προσφεύγοντος[69].

γ) Σύγκρουση Συμφερόντων

Εάν ο αυτεπάγγελτος διοριζόμενος δικηγόρος ενεργεί βάση συγκρουόμενων συμφερόντων, αυτό σαφώς δικαιολογεί την κρατική παρέμβαση. Στην υπόθεση  Moldoveanu κατά Ρουμανίας, τρεις κατηγορούμενοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο διοριζόμενο συνήγορο υπεράσπισης, παρά το γεγονός ότι τα συμφέροντά τους ήταν αντιφατικά: δύο από τους κατηγορούμενους είχαν ομολογήσει, ενώ ο τρίτος (ο προσφεύγων στο ΕΔΔΑ) δήλωσε αθώος. Παρά το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν διαμαρτυρήθηκε για την αναποτελεσματική νομική συνδρομή, αυτό δεν απάλλαξε τις αρμόδιες αρχές από την υποχρέωσή τους να εξασφαλίσουν την αποτελεσματική νομική εκπροσώπησή του[70].

δ) Απόδοση του συνηγόρου

Η εκδήλωση δυσαρέσκειας  από τον προσφεύγοντα για τον τρόπο με τον οποίο ο δικηγόρος αναλαμβάνει και διεκπεραιώνει την υπόθεση, ή λόγω ασήμαντων λαθών και παραβλέψεων του συνηγόρου, δεν δεσμεύουν το κράτος στην ανάληψη θετικής δράσης. Στην υπόθεση Kamasinski κατά Αυστρίας, ο προσφεύγων παραπονέθηκε για την ποιότητα των υπηρεσιών του διοριζόμενου συνηγόρου. Ωστόσο, ο δικηγόρος του προσφεύγοντος προέβη σε ενέργειες πριν από τη δίκη, συμπεριλαμβανομένων επισκέψεών του στη φυλακή όπου βρίσκονταν ο πελάτης του και κατάθεση προσφυγής στο δικαστήριο κατά της απόφασης κράτησης του πελάτη του[71]. Αν και θα μπορούσε να επικριθεί το έργο του δικηγόρου, το Στρασβούργο έκρινε ότι η εκπροσώπηση του δεν συνιστά αποτυχία, και ότι ο συνήγορος υπεράσπισης παρείχε ολοκληρωμένη νομική συνδρομή στον προσφεύγοντα[72].

Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι κακές ή αναποτελεσματικές ενέργειες του συνηγόρου μπορούν και ισοδυναμούν  με μια «έκδηλη και προφανή αποτυχία εκπλήρωσης του καθηκόντων του». Στην υπόθεση  Czekalla κατά Πορτογαλίας, ο αυτεπάγγελτος διορισμένος συνήγορος απέτυχε να να ασκήσει εμπροθέσμως και  νομοτύπως το ένδικο μέσο και αυτό είχε ως αποτέλεσμα, αυτό να απορριφθεί. Ο προσφεύγων ήταν σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση, όντας ξένος που δεν μιλούσε τη γλώσσα, και αντιμετώπιζε μια μεγάλη ποινή φυλάκισης. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η εξ αμελείας μη συμμόρφωση σε μια καθαρά τυπική διαδικασία, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μια απρόσεκτη ενέργεια εκπροσώπησης. Ως αποτέλεσμα αυτής της αμέλειας ο κατηγορούμενος στερήθηκε ένδικων μέσων, στερώντας του έτσι τη δυνατότητα  παραπομπής της υπόθεσης σε ανώτερο δικαστήριο[73]. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η παράλειψη του δικηγόρου να εφαρμόσει την ποινική δικονομία κατά την κατάθεση του ενδίκου μέσου, αποτελεί προφανή αποτυχία άσκησης των καθηκόντων του, με αποτέλεσμα την υποχρέωση του κράτους να αναλάβει δράση.

Στην υπόθεση Daud κατά Πορτογαλίας[74], το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 3γ της ΕΣΔΑ. Οι ελλείψεις των επισήμως διορισθέντων δικηγόρων νομικής βοήθειας ήταν τόσο προφανείς ώστε όφειλαν οι εθνικές αρχές να παρέμβουν. Ο μεν πρώτος διορισθείς δικηγόρος δεν έλαβε κανένα μέρος στη διαδικασία και παραιτήθηκε προ της ολοκληρώσεως των διαδικασιών,  ο δε δεύτερος δικηγόρος διορίστηκε πολύ αργά και δεν είχε επαρκή χρόνο για να προετοιμαστεί για το ακροατήριο του Εφετείου και στη συνέχεια άσκησε αναίρεση εκπροθέσμως, με αποτέλεσμα το Ανώτατο Ακυρωτικό να κηρύξει την αναίρεση απαράδεκτη.

Στην υπόθεση Sannino κατά Ιταλίας[75], το ΕΔΔΑ  διαπίστωσε επίσης παραβίαση, κρίνοντας ότι τα σφάλματα των διορισθέντων δικηγόρων ήταν τόσο πρόδηλα ώστε να υποχρεωθούν οι εθνικές αρχές να παρέμβουν. Εδώ, ο διορισθείς δικηγόρος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, διότι δεν είχε ενημερωθεί δεόντως για τον διορισμό του από τις εθνικές αρχές. Στη συνέχεια οι διορισθέντες δικηγόροι, δεν είχαν λάβει κανένα μέτρο για να ενημερωθούν και να προετοιμαστούν επαρκώς για την υπόθεση (δεν ζήτησαν αναβολή της υπόθεσης παρά την ελλειπέστατη προετοιμασία, ούτε μελέτησαν την δικογραφία), και δεν υπέβαλαν ερωτήσεις στους μάρτυρες. Παρ’ ότι ο προσφεύγων ουδέποτε ενημέρωσε τις αρχές για τις δυσκολίες στην προετοιμασία της υπεράσπισής του, και ποτέ δεν επικοινώνησε με τους διορισθέντες  δικηγόρους του ώστε να ζητήσει διευκρινίσεις σχετικά με τη διεξαγωγή της δίκης και τη στρατηγικής της υπεράσπισης, το Στρασβούργο έκρινε ότι  η συμπεριφορά του δεν θα μπορούσε από μόνη της να δικαιολογήσει την ολιγωρία των αρχών να διασφαλίζουν ότι ο κατηγορούμενος είχε αποτελεσματική εκπροσώπηση.

ε) Επαρκής χρόνος προετοιμασίας υπεράσπισης.

Η αποτυχία του κράτους να εξασφαλίσει επαρκή χρόνο και διευκολύνσεις στον διορισμένο συνήγορο για την προετοιμασία της υπόθεσης  παραβιάζει το άρθρο 6 παρ. 3γ της ΕΣΔΑ. Στην υπόθεση Daud κατά Πορτογαλίας, ο συνήγορος υπεράσπισης διορίστηκε 3 ημέρες πριν από τη εκδίκαση σοβαρής και περίπλοκης υπόθεσης. Το Στρασβούργο έκρινε ότι ήταν προφανές πως ο συνήγορος υπεράσπισης δεν είχε επαρκεί χρόνο να προετοιμαστεί για τη δίκη, και ότι θα έπρεπε οι αρμόδιες κρατικές αρχές να παρέμβουν για τη διασφάλιση της ποιότητας της υπεράσπισης[76].

Γ) ΜΕΤΡΑ ΠΟΥ ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ EX OFFICIO ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ

Η υπεράσπιση του κατηγορουμένου είναι ουσιαστικά ένα θέμα μεταξύ του κατηγορουμένου και του δικηγόρου του, δεδομένου ότι η υπεράσπιση και η στρατηγική της είναι πρωταρχικό θέμα του κατηγορουμένου, ο οποίος είτε την καθορίζει ο ίδιος είτε την αναθέτει στο συνήγορο της επιλογής του είτε συνεργάζεται αυτόν είτε υποβοηθάται από τον τελευταίο.  Ένα  συμβαλλόμενο κράτος δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο για κάθε παράλειψη εκ μέρους του δικηγόρου που διορίζεται για λόγους νομικής βοήθειας ή επιλέγεται από τον κατηγορούμενο[77]. Τα συμβαλλόμενα κράτη υποχρεούνται να παρέμβουν μόνο σε περίπτωση που ο δικηγόρος διακόπτει να  παρέχει αποτελεσματική εκπροσώπηση κάτι που είναι πρόδηλο ή υποπίπτει επαρκώς στην αντίληψή τους[78]. Ευθύνη του κράτους μπορεί να προκύψει όταν ένας δικηγόρος παραλείπει απλώς να ενεργήσει για τον κατηγορούμενο[79] ή όταν παραλείπει να συμμορφωθεί με μια κρίσιμη διαδικαστική απαίτηση που δεν μπορεί απλά να εξομοιωθεί με απρόσεκτη υπερασπιστική γραμμή ή με απλά ελαττωματική ή ελλειπτική  επιχειρηματολογία[80].

Στην υπόθεση Goddi κατά Ιταλίας το κράτος βρέθηκε να είναι υπεύθυνο για τη μη προσέλευση του διορισθέντος συνηγόρου όταν απέστειλε την κοινοποίηση της διαδικασίας σε λάθος δικηγόρο. Οι προσπάθειες των αρχών να διορθωθεί η κατάσταση με το διορισμό ενός άλλου δικηγόρου στη συζήτηση της υπόθεσης στα εθνικά δικαστήρια δεν ήταν επαρκής, αφού, ο νέος δικηγόρος ήταν σαφώς απροετοίμαστος και δεν ακολούθησε τις οδηγίες του προσφεύγοντος.

Στην υπόθεση Daud κατά Πορτογαλίας,  το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι το Πορτογαλικό δικαστήριο όφειλε να ερευνήσει το τρόπο με τον οποίο ο δικηγόρος εκπληρώνε  το καθήκον του και, ενδεχομένως, έπρεπε να τον αντικαταστήσει νωρίτερα, χωρίς να περιμένει να δηλώσει ο ίδιος  ότι δεν ήταν σε θέση να υπερασπίσει τον προσφεύγοντα.

Η υπόθεση Renda Martins κατά Πορτογαλίας[81] είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.  Το Δικαστήριο κήρυξε την προσφυγή της προσφεύγουσας σχετικά με την παραβίαση της ΕΣΔΑ απαράδεκτη. Τα Πορτογαλικά δικαστήρια είχαν διορίσει επτά δικηγόρους  στην προσφεύγουσα, οι οποίοι και παραιτήθηκαν λόγω έλλειψης συνεργασίας εκ μέρους της. Ο μη διορισμός όγδοου κατά σειρά δεν συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 3γ, λόγω της έλλειψης συνεργασίας από την προσφεύγουσα. Το Στρασβούργο έκρινε ότι η  προσφεύγουσα δεν στερήθηκε της δυνατότητας να επωφεληθεί από τη δωρεάν παροχή νομικής βοήθειας, αφού ο εθνικός δικαστής ανέστειλε τη διαδικασία, έτσι ώστε η προσφεύγουσα να βρει δικηγόρο πρόθυμος να την εκπροσωπήσει, το κόστος του οποίου θα επιβαρύνει το κράτος.

Στην υπόθεση Michael Edward Cooke κατά  Αυστρίας[82], το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 3γ, επειδή ήταν απαραίτητο για την διεξαγωγή δίκαιης δίκης, να είναι ο προσφεύγων παρών στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθώς διακυβεύετο η πιθανή αύξηση της ποινής που του είχε επιβληθεί πρωτόδικα. Έτσι υπήρχε μια ex officio υποχρέωση του δικαστή να εξασφαλίσει την παρουσία του. Εδώ, ο προσφεύγων δεν ήταν παρών στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και ο διορισθείς δικηγόρος του ψευδώς ενημέρωσε το δικαστήριο ότι δεν είχε την πρόθεση να εμφανιστεί. Προφανώς, αυτό ήταν αποτέλεσμα της έλλειψης επικοινωνίας μεταξύ του προσφεύγοντος και του δικηγόρου του, ο οποίος είχε διοριστεί σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας.

Στην υπόθεση Metelitsa κατά  Ρωσίας[83], επίσης το ΕΔΔΑ διαπίστωσε την αυτή παραβίαση για το λόγο ότι ούτε  ο διορισθείς δικηγόρος ούτε και η προσφεύγουσα ήταν παρόντες στην αναιρετική διαδικασία, η οποία ασχολήθηκε με πραγματικά και νομικά θέματα, επισημαίνοντας την υποχρέωση των εθνικών αρχών να διασφαλίσουν τουλάχιστον την παρουσία του δικηγόρου στην ακρόαση στη περίπτωση όπου η προσφεύγουσα αρνείται να συμμετάσχει στην ακροαματική διαδικασία.

Στην υπόθεση Cuscani κατά Ηνωμένου Βασιλείου[84], το Στρασβούργο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 παρ.3γ λόγω της  αδράνειας του δικαστή, ο οποίος, ως “απόλυτος θεματοφύλακας του δίκαιου χαρακτήρα της διαδικασίας” είχε την υποχρέωση να αντιμετωπίζει τα συμφέροντα του κατηγορούμενου με “άκρα επιμέλεια”. Ο προσφεύγων παραπονέθηκε ότι χρηματοδοτείτο από το δημόσιο ο δικηγόρος του που δεν καταλάβαινε Ιταλικά, δεν ζήτησε διερμηνέα και δεν έθεσε το ζήτημα της διερμηνείας στη δίκη, παρά την προφανή αδυναμία του προσφεύγοντα να παρακολουθήσει τη διαδικασία.

Δ) ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ

Το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ θεσπίζει αναμφίβολα  το  θεμελιώδες δικαίωμα σε ένα πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα να παραστεί στο Δικαστήριο που εκδικάζει την υπόθεσή του[85]. Στενά συνδεδεμένο με το δικαίωμα αυτό το άρθρο 6 § 3 (γ) θεσπίζει στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του αυτοπροσώπως.  Ως εκ τούτου, κατά κανόνα δεν είναι αντίθετο προς τις απαιτήσεις του άρθρου 6, εάν ο κατηγορούμενος αυτο-υπερασπίζεται, σύμφωνα με τη δική του θέληση, εκτός αν το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτεί διαφορετικά[86].

Το δικαίωμα όμως αυτό, το να υπερασπιστεί ο κατηγορούμενος τον εαυτό του αυτοπροσώπως δεν είναι ούτε εγγυημένο ούτε απόλυτο. Κατά το Δικαστήριο του Στρασβούργου το να επιτραπεί σε έναν κατηγορούμενο να υπερασπιστεί τον εαυτό του αυτοπροσώπως ή να του οριστεί δικηγόρος εμπίπτει στο περιθώριο εκτίμησης των Κρατών μελών, τα οποία είναι σε καλύτερη θέση από το Δικαστήριο να επιλέξουν τα κατάλληλα μέσα στο πλαίσιο του δικαστικού τους συστήματος να εξασφαλίσουν τα δικαιώματα της υπεράσπισης[87]. Ως εκ τούτου, τα εθνικά δικαστήρια δικαιούνται να θεωρούν ότι με βάση το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλεται ο υποχρεωτικός διορισμός δικηγόρου[88]. Κατά το ΕΔΔΑ ο υποχρεωτικός διορισμός συνηγόρου είναι ένα μέτρο που έχει θεσπιστεί προς το συμφέρον των κατηγορουμένων για να διασφαλίσει την ορθή υπεράσπιση των συμφερόντων τους[89].

Σε περίπτωση δε που ο κατηγορούμενος επιλέξει να υπερασπιστεί τον εαυτό του, ο ίδιος κατά τον τρόπο αυτό σκόπιμα παραιτείται από το δικαίωμά του να επικουρείται από δικηγόρο και θεωρείται ότι είναι υποχρεωμένος να επιδείξει επιμέλεια στον τρόπο με τον οποίο ασκεί την υπεράσπισή του[90].

Ε) ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥΜΕΝΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΙΟΡΙΣΜΟ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ

Το δικαίωμα αυτό, στο σύνολό του, θεσπίστηκε στα πλαίσια της ΕΣΔΑ αλλά και του ΔΣΑΠΔ για την πληρέστερη και αποτελεσματικότερη υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Ομως η τελευταία πρωταρχικά αποτελεί ίδιον δικαίωμα του κατηγορουμένου και δευτερευόντως δέσμευση της πολιτείας για την υπεράσπισή του.

Στα πλαίσια της δίκαιης δίκης είναι δυνατό για έναν κατηγορούμενο να παραιτηθεί από το δικαίωμά του σε νομική συνδρομή.

Στην υπόθεση  Pishchalnikov κατά  Ρωσίας[91], το ΕΔΔΑ υπενθυμίζει ότι ούτε το γράμμα ούτε το πνεύμα του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ εμποδίζει ένα άτομο να παραιτηθεί με τη δική του ελεύθερη βούληση, ρητά ή σιωπηρά, από τα δικαιώματα της δίκαιης δίκης[92]. Ωστόσο, εάν πρόκειται να είναι αποτελεσματική για τους σκοπούς της Σύμβασης, η παραίτηση από τα δικαιώματα αυτά, πρέπει να προσδιοριστεί αυτή με κατηγορηματικό τρόπο και να ακολουθείται από τις ελάχιστες εγγυήσεις ανάλογες με τη σημασία της[93] .

Η παραίτηση από το δικαίωμα, δεν πρέπει μόνο να στηρίζεται σε αυτόβουλη απόφαση, αλλά πρέπει να στηρίζεται και σε πλήρη γνώση της ενέργειας και των αποτελεσμάτων της. Πριν θεωρηθεί ότι ο κατηγορούμενος έχει σιωπηρά, με τη συμπεριφορά του, παραιτηθεί από ένα σημαντικό δικαίωμα πρέπει να αποδειχθεί ότι θα μπορούσε εύλογα αυτός να προβλέψει ποιές είναι οι συνέπειες της συμπεριφοράς του[94].

Το ΕΔΔΑ θεωρεί ότι το δικαίωμα σε νομική βοήθεια, επειδή είναι ένα θεμελιώδες δικαίωμα μεταξύ εκείνων που συνιστούν την έννοια της δίκαιης δίκης και διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα των υπολοίπων εγγυήσεων του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, απαιτεί ειδική προστασία[95].

Όμως παρά τις εύλογες νομολογικές προσεγγίσεις του Στρασβούργου, που έχουν  ως σκοπό την προστασία του κατηγορουμένου αλλά και των εγγυήσεων του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, η ρητά διατυπωμένη παραίτηση του κατηγορουμένου από το δικαίωμα νομικής βοήθειας και από την εκπροσώπησή του από δικηγόρο πρέπει να γίνει σεβαστή και να θεωρηθεί ότι υπερισχύει κάθε αντίθετης προστατευτικής γι΄αυτόν σκέψης,  εάν προ της παραίτησης ενημερωθεί από το αρμόδιο όργανο για τις συνέπειες της παραίτησής του. Μετά την ενημέρωση αυτή,  η ρητή παραίτηση δεν είναι αντίθετη με την ΕΣΔΑ, ενώ η μη αποδοχή της παραίτησης και ο διορισμός συνηγόρου παρά την θέληση του κατηγορουμένου εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με την έννοια της δίκαιης δίκης.

Πλέον αυτού εάν ο κατηγορούμενος διατυπώσει ρητά την επιθυμία του να ασκήσει το θεμελιώδες δικαίωμά του της καθολικής  σιωπής, ο διορισμός συνηγόρου σ΄αυτόν όχι μόνον είναι ασύμβατος με την ΕΣΔΑ, αλλά παραβιάζει ευθέως όχι μόνον το δικαίωμα σιωπής και δίκαιης δίκης του κατηγορουμένου αλλά και το άρθρο 6 παρ. 3γ της Σύμβασης, αφού η επιλογή, από τον αυθεντικό και κυρίαρχο  προσδιοριστή της υπερασπιστικής γραμμής κατηγορούμενο, της σιωπής ως μοναδικό υπερασπιστικό του μέσο δεν επιτρέπει τον διορισμό συνηγόρου, που αποτελεί δικαίωμα του κατηγορουμένου. Σε αντίθετη περίπτωση ο διορισμός του θα αποτελέσει νόθευση της υπερασπιστικής γραμμής του κατηγορουμένου και  κατάλυση ενός θεμελιώδους δικαιώματός του, αυτού του να υπερασπίζεται τον εαυτό του με τον τρόπο που ο ίδιος επιλέγει, αφού γνωρίσει πρώτα τις συνέπειες της επιλογής του. Εξ άλλου ο συνήγορος δεν έχει λόγο ύπαρξης χωρίς την συναίνεση, την επιλογή, την βοήθεια, την καθοδήγηση και την έγκριση του βασικού πρωταγωνιστή μιας ποινικής υπόθεσης, του κατηγορουμένου. Και βεβαίως εφόσον υπάρξει διορισμός συνηγόρου, ο τελευταίος ναι μεν διαθέτει αυτονομία και ανεξαρτησία και έχει υποχρέωση να βοηθήσει στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου, αλλά αυτό προυποθέτει την είσοδό του στην υπόθεση. Και εκεί το κλειδί της πόρτας το έχει κυρίως ο  κατηγορούμενος…

 

 

 

 

 

 

 

 

[1] Μ.Α.ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ σε «ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ» Δ’νση έκδοσης Λίνος-Αλέξανδρος Σισιλιάνος, ΝΟΜ. ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ , εκδ. 2013, σελ. 282επ.

[2] Το οποίο κυρώθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με το Ν. 2462/1997

 

[3] The United Nations Principles and Guidelines on Access to Legal Aid in Criminal Justice System, 3

October 2012, UN Doc. A/C.3/67/L.6, βλ. στο http://www.uianet.org/sites/default/files/RES_GA_UN_121003_EN.pdf.

[4] 12th General Report on the CPT’s activities παρ. 41, Report on the visit to Armenia carried out by the CPT from 2to 12 April 2006, CPT/Inf (2007) 47, παρ. 23; Report on the visit to Austria carried out by the CPT from 14 to 23 April 2004, CPT/Inf (2005) 13, παρ. 26; Report on the visit to Bulgaria

CPT/Inf (2008) 11, παρ. 27, Report on the visit to Poland CPT/Inf (2011) 20, παρ. 26.

 

[5] Μ. ΚΑΤΣΟΓΙΑΝΝΟΥ σε «Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου & Ποινικό Δίκαιο», επιμέλεια Λ.Γ. Κοτσαλή, εκδ. ΝΟΜ. ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ, 2014, σελ. 616επ.

[6] Karen Reid,  A practitioner’s guide to the European Convention on Human Rights, 3d Edition Thomson/Sweet & Maxwell (2014), σελ. 193

[7] Στην Ελλάδα αυτό προσδιορίζεται από το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 3226/2004 και σύμφωνα με το οποίο «..δικαιούχοι νομικής βοήθειας, είναι εκείνοι των οποίων το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα δεν υπερβαίνει τα δύο τρίτα των κατώτατων ετήσιων ατομικών αποδοχών που προβλέπει η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας..».

[8]Santambrogio κατά Ιταλίας, απόφαση ΕΔΔΑ της  21.09.2004.

[9] βλ. απόφαση ΕΔΔΑ Croissant κατά Γερμανίας της 25.09.1992

[10] βλ. παρ. 34 της απόφασης αυτής, Karen Reid,  οπ.π.

[11] αρ. προσφ. 42/1997/826/1032

[12] άρθρ. 2 παρ. 4 του Ν. 3226/2004

[13] The UN Principles and Guidelines, Guideline 1, παρ. 41α.

[14] Βλ. και  άρθρο 14 παρ. 3δ του ΔΣΑΠΔ

[15] Stephan Treschel, Human Rights in Criminal Proceedings, Oxford University Press, 2005, σελ. 276

[16]  αποφάσεις ΕΔΔΑ: Zdravka Stanev κατά Βουλγαρίας της 06.11.2012, παρ. 38, Prezec κατά Κροατίας της 15.10.2009, παρ. 29,   Talat Tunç κατά Τουρκίας της 27.03.2007,  παρ. 56, Benham κατά Ηνωμένου Βασιλείου  της 10.06.1996 (GC),  παρ. 59 και 60,  Quaranta κατά Ελβετίας της 24.05.1991, παρ. 33.

 

[17] (Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης), παρ. 61, βλ. και Quaranta κατά Ελβετίας της 24.05.1991, παρ. 33

[18] αρ. προσφ. 31983/96

[19] Barsom και Varli κατά Σουηδίας της 04.01.2008.

[20]  απόφαση της  24.05.1991, παρ. 35.

[21] απόφαση  της 26.09.2000, παρ. 29.

[22] βλ. αποφάσεις μεταξύ πολλών άλλων: John Murray κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 08.02.1996 [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], παρ 63,  Öcalan κατά Τουρκίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], παρ. 131,  Salduz  κατά Τουρκίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], παρ. 54, Averill κατά Ηνωμένου Βασιλείου, παρ. 59, Brennan κατά Ηνωμένου Βασιλείου, παρ 45,  Dayanan κατά Τουρκίας παρ. 31

[23] βλ. απόφαση Berlinski κατά Πολωνίας της 20.06.2002

[24] βλ. αποφάσεις ΕΔΔΑ: John Murray κατά Ηνωμένου Βασιλείου, παρ 63, Magee κατά Ηνωμένου Βασιλείου, παρ. 41

[25] βλ. αποφάσεις ΕΔΔΑ: John Murray κατά Ηνωμένου Βασιλείου, ο.π., Brennan κατά Ηνωμένου Βασιλείου, παρ. 45

[26] βλ. απόφαση Salduz κατά Τουρκίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], παρ. 55

[27] βλ. παρ. 37 απόφασης

[28] βλ. παρ. 54 αυτής

[29] απόφαση Τμήματος Μείζονος Συνθέσεως της 08.02.1996

[30] απόφαση της 06.06.2000

[31] απόφαση επίσης της 06.06.2000

[32] απόφαση Τμήματος Μείζονος Συνθέσεως της 12.05.2005

[33] απόφαση της 20.06.2002

[34] απόφαση της 27.05.2004

[35] βλ. ενδεικτικά παρεμφερείς αποφάσεις του ΕΔΔΑ που δεν διαπιστώθηκε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 3γ: Dimke κατά Τουρκίας της 11.07.2000, Brennan κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 16.10.2001, Mills κατά Ηνωμένου Βασιλείου και Γερμανίας της 05.12.2000

[36] βλ. Pakelli κατά Γερμανίας, παρ.9. και, τηρουμένων των αναλογιών, Meftah κ.α. κατά Γαλλίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], παρ. 41, Karen Reid, οπ.π. σελ.194

[37] Βλ. Monnell και Morris κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 02.03.1987, παρ. 56, και, τηρουμένων των αναλογιών, Meftah κ.α. κατά Γαλλίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], παρ. 41

[38] βλ. Monnell και Morris κατά Ηνωμένου Βασιλείου, παρ. 56

[39] απόφαση της 28.03.1990

[40] βλ. επίσης και ενδεικτικές παρεμφερείς καταδικαστικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ: Boner  κατά  Ηνωμένου Βασιλείου της 28.10.1994, B. κατά Ηνωμένου Βασιλείου , της 08.07.1987, Maxwell κατά Ηνωμένου Βασιλείου,  της 21.09.1994

[41] απόφαση της 25.09.1992

[42] απόφαση της 18.12.2001

[43] απόφαση της 27.06.2006

 

[44] απόφαση της 2410.1979

[45] βλ. και αποφάσεις: Duyonov κ.α. κατά Ηνωμ. Βασιλείου της 02.10.2001 και Woukam Moudefo κατά Γαλλίας της 07.10.1998

[46] απόφαση της 29.02.1988

[47] απόφαση της 12.05.1992

[48] βλ. και απόφαση Magalhães Pereira κατά Πορτογαλίας  της 26.02.2002.

 

[49] Μ. ΚΑΤΣΟΓΙΑΝΝΟΥ σε «Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου & Ποινικό Δίκαιο», επιμέλεια Λ.Γ. Κοτσαλή, εκδ. ΝΟΜ. ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ, 2014, σελ. 627,628

.

[50] Βλ. απόφαση Golder κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 21.02.1975

[51] βλ. απόφαση Campbell και Fell κατά Ην. Βασιλείου της 28.06.1984

[52] βλ. απόφαση Ezeh και Connors κατά Ην. Βασιλείου της 09.10.2003, Philip Leach, Taking a Case to the European Court of Human Rights, 3nd  Edition, Oxford University Press 2011, σελ. 301

[53] απόφαση της 25.04.1983

[54] απόφαση της 14.01.2003, David Harris, Michael O’ Boyle, Edward Bates, and Carla Buckley, Law of the European Convention on Human Rights, 2nd Edition, Oxford University Press (2009), σελ 319

[55] απόφαση της 25.09.1992, παρ. 29 . Με ίδιες σκέψεις και η  απόφαση  Lagerblom κατά Σουηδίας της 14.01.2003, παρ. 55.

[56] Απόφαση ΕΔΔΑ  της  21.11.2000

[57] βλ. απόφαση Επιτροπής: Χ. κατά Γερμανίας. Προσφυγή αρ. 6946/75 (6DR 114)

[58] Lagerblom v Sweden, ECtHR, Judgment of 14 January 2003, paras. 60-62

[59] απόφαση επί του παραδεκτού της 21.05.1997 (αρ. προσφ. 24588/94)

[60] απόφαση  Meftah κ.α. κατά Γαλλίας, (Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης) της 26.07.2002, παρ. 42-44.

[61] Απόφαση της 20.01.2005

[62] Karen Reid, οπ.π. 195

[63]  Απόφαση Kamasinski κατά Αυστρίας  της 19.12.1989, παρ. 65. Με το ίδιο σχεδόν σκεπτικό και οι αποφάσεις :Artico κατά Ιταλίας  της 13.05.1980, παρ. 36; Sannino κατά Ιταλίας, της 27.04.2006, παρ.. 49,  Czekalla κατα Πορτογαλίας, της 10.10. 2002, παρ.. 60,  Daud κατά Πορτογαλίας της 21.04.1984,

παρ.  38. David Harris, Michael O’ Boyle, Edward Bates, and Carla Buckley, οπ.π. σελ. 320

[64] Απόφαση Artico κατά Ιταλίας της  13.05.1980, παρ. 33

[65] απόφαση Sannino κατά Ιταλίας της 27.04.2006, παρ. 51.

[66] απόφαση Artico κατά Ιταλίας ο.π., παρ.33

[67] απόφαση Falcao dos Santos κατά Πορτογαλίας της 03.07. 2012, παρ. 12-18.

[68] Ο.π., παρ. 45.

[69] Διαπίστωση (views) Borisenko κατά Ουγγαρίας, της  14.10. 2002, U.N. Doc. CCPR/C/76/D/852/1999, παρ.7.5.

 

[70] απόφαση Moldoveanu κατά Ρουμανίας, της 19.06.2012, παρ. 75.

[71]  Απόφαση Kamasinski κατά Αυστρίας, της 19.12.1989, παρ. 66

[72] ο.π. παρ. 70-71

[73] απόφαση Czekalla κατά Πορτογαλίας, της 10.10.2002, παρ. 65.

[74] απόφαση της 21.4.1998

[75] απόφαση της 27.04.2006

[76] απόφαση Daud κατα Πορτογαλίας της  21.04.1984, παρ. 42. Sakhnovskiy v. Russia N. 21272/03, 2.11.10, Philip Leach, οπ.π., σελ. 302

[77] βλ. αποφάσεις ΕΔΔΑ: Lagerblom κατά Σουηδίας, παρ 56, Kamasinski κατά Αυστρίας, παρ. 65

[78] βλ. αποφάσεις του Στρασβούργου: Kamasinski κατά Αυστρίας, παρ. 65,  Imbrioscia κατά Ελβετίας, παρ. 41, Daud κατά Πορτογαλίας, παρ. 38.

[79] Βλ. Artico κατά Ιταλίας, παρ. 33, 36.

[80] Βλ. απόφαση Czekalla κατά  Πορτογαλίας, παρ. 65, 71.

[81] Αρ. προσφυγής 50085/99, απόφαση του παραδεκτού της 10.01.2002 (απαράδεκτη)

[82] απόφαση της 08.02.2000

 

[83] απόφαση της 22.06.2006

[84] απόφαση της 24.09 2002

[85] αποφάσεις ΕΔΔΑ: Zana κατά Τουρκίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], παρ. 68,  Monnell και Morris κατά Ην. Βασιλείου, παρ. 58

[86] απόφαση Galstyan κατά  Αρμενίας, παρ. 91

[87] απόφαση Correia de Matos κατά  Πορτογαλίας

[88] βλ.αποφάσεις ΕΔΔΑ: Croissant κατά Γερμανίας, παρ. 27,  Lagerblom κατά Σουηδίας, παρ. 50

[89] απόφαση Correia de Matos κατά  Πορτογαλίας

[90] απόφαση Melin κατά Γαλλίας παρ. 25

[91] απόφαση της 24.09.2009, παρ. 77

[92] βλ. απόφαση  Kwiatkowska κατά Ιταλίας  αρ. προσφ. 52868/99, της 30.11.2000

[93] βλ. Αποφάσεις ΕΔΔΑ:  Sejdovic κατα Ιταλίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αρ. προσφ. 56581/00, παρ 86,  Kolu κατά Τουρκίας, αρ. πρ. 35811/97, παρ. 53, της 02.08. 2005, Colozza κατά Ιταλίας, της 12.02.1985, παρ. 28.

[94] βλ. Talat Tunç κατά Τουρκίας, αρ. προσφ. 32432/96, της 27.03.2007, παρ. 59, Jones κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. Προσφ. 30900/02, της 09.09.2003

[95] Pishchalnikov κατά  Ρωσίας, παρ. 78 ciclo steroidi


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες