Καταδίκη πολιτικού γιατί δεν συνέδραμε την αστυνομία στη διάλυση διαδηλώσεων! Παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης

ΑΠΟΦΑΣΗ

Ιmrek κατά Τουρκίας  της 10.11.2020 (αρ. προσφ. 45975/12)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ποινική καταδίκη πολιτικού για συμμετοχή σε διαδηλώσεις και μη συνδρομή της αστυνομία στη διάλυσή τους. Ελευθερία της έκφρασης.

Ο προσφεύγων καταδικάστηκε για προπαγάνδα υπέρ τρομοκρατικής οργάνωσης. Τα εγχώρια δικαστήρια, στήριξαν την καταδικαστική  απόφασή τους στην συμμετοχή του σε δύο διαδηλώσεις και στην έλλειψη συνδρομής του  προς τους αστυνομικούς για τη διάλυση των διαδηλωτών.  Έκριναν ότι δεν είχε την κατάλληλη αντίδραση στις αμφισβητούμενες πράξεις των διαδηλωτών, ότι αρκέστηκε μόνο στο να τους προειδοποιήσει, ότι δεν είχε ζητήσει από τον κυβερνητικό επίτροπο να τερματίσει τη διαδήλωση και δεν είχε παράσχει την απαραίτητη βοήθεια σε αυτόν και στην αστυνομία προς το σκοπό αυτό.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι τα εγχώρια δικαστήρια δεν εξήγησαν την συνάφεια μεταξύ των άδικων πράξεων που διαπράχθηκαν από το πλήθος στις διαδηλώσεις και της αντίδρασης του προσφεύγοντος που κρίθηκε ένοχος λόγο της μη συνδρομής του ως προς την καταστολή των πράξεων αυτών. Ούτε αιτιολόγησαν για το αν αυτές οι πράξεις κρίνονται  ως προπαγάνδα και γιατί τον ενοχοποιούσαν. Το  Δικαστήριο έκρινε ότι τα επιχειρήματα των αρχών για να  αιτιολογήσουν την φερόμενη ως εγκληματική συμπεριφορά του προσφεύγοντα δεν ήταν επαρκή και η καταδίκη του δεν ήταν απαραίτητη σε μία δημοκρατική κοινωνία. Επίσης έκρινε ότι οι εθνικές αρχές δεν κατάφεραν να εξισορροπήσουν το δικαίωμα του προσφεύγοντος στην ελευθερία της έκφρασης με τους νόμιμους στόχους που επιδιώκονται με τον κατάλληλο τρόπο και σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζει η νομολογία του ΕΔΔΑ.

Το Στρασβούργο διαπίστωσε παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης (άρθρο 10 ΕΣΔΑ) και επιδίκασε ποσό 5.000 ευρώ για ηθική βλάβη.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 10

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Halil İmrek είναι Τούρκος υπήκοος που γεννήθηκε το 1973. Ζει στην πόλη Adana (Τουρκία).

Η προσφυγή στο ΕΔΔΑ αφορούσε ποινικές διαδικασίες κατά του Γραμματέα του τοπικού παραρτήματος ενός πολιτικού κόμματος  με την κατηγορία της προπαγάνδας υπέρ τρομοκρατικής οργάνωσης, μετά τη  συμμετοχή του σε δύο εκδηλώσεις σε σχέση με τους εορτασμούς του Newroz το 2006.

Την εν λόγω περίοδο ο προσφεύγων ήταν Γραμματέας του τοπικού υποκαταστήματος του EMEP (Εργατικό Κόμμα) στην πόλη Adana.

Τον Απρίλιο του 2006, ο προσφεύγων τέθηκε υπό κράτηση για το αδίκημα της προπαγάνδας υπέρ μιας τρομοκρατικής οργάνωσης, λόγω πράξεων που φέρεται να διαπράχθηκαν στις 18 Μαρτίου 2006 λόγω της συμμετοχής του σε μια εκδήλωση στην πόλη Adana με την ονομασία «21 Μαρτίου Newroz εορτασμοί», και μιας ομιλίας η οποία φέρεται να πραγματοποιήθηκε από τον ίδιο στις 19 Μαρτίου 2006 κατά τη διάρκεια εορτασμών.

Τον Μάιο του 2006 ο εισαγγελέας της πόλης Adana άσκησε δίωξη κατά του κ. Ιmrek για φερόμενα αδικήματα σύμφωνα με το άρθρο 7 (2) του Νόμου αρ. 3713 (προπαγάνδα υπέρ τρομοκρατικής οργάνωσης).

Ο προσφεύγων, ο οποίος αφέθηκε ελεύθερος τον Ιούλιο του 2006.  Στις 16 Σεπτεμβρίου 2008 καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο της πόλης Adana. σύμφωνα με τις κατηγορίες σε ένα έτος  φυλάκιση. Το Ακυρωτικό Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση αυτή τον Ιανουάριο του 2012.

Τον Ιούλιο του 2012, μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 6352, το Κακουργιοδικείο αποφάσισε να αναστείλει την  εκτέλεση της ποινής του. Τον Νοέμβριο του 2012, βάσει του ίδιου νόμου, το Κακουργιοδικείο ακύρωσε την απόφασή του της 16ης Σεπτεμβρίου 2008 και ανέστειλε τη διαδικασία κατά του προσφεύγοντος για τρία χρόνια.

Βασιζόμενος ιδίως στο άρθρο 10 (ελευθερία έκφρασης), ο προσφεύγων υποστήριξε ότι διώχθηκε λόγω των πολιτικών απόψεων που είχε εκφράσει στις δύο παραπάνω περιστάσεις ισχυριζόμενος παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι εθνικές αρχές θεώρησαν ότι ο προσφεύγων είχε τη βούληση και την πρόθεση να συμμετάσχει σε ορισμένες πράξεις που διαπράχθηκαν από συμμετέχοντες στη διαδήλωση της 18ης Μαρτίου 2006, οι οποίες, σύμφωνα με αυτούς, συνιστούσαν  προπαγάνδα υπέρ τρομοκρατικής οργάνωσης. Εκτίμησε ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί αν η «αναγκαιότητα» της προσβολής του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης του προσφεύγοντος αποδεικνύεται πειστικά στην παρούσα υπόθεση, έπρεπε, σύμφωνα με τη νομολογία του, να προσδιοριστεί ουσιαστικά υπό το πρίσμα του κινήτρου που υιοθέτησαν τα τουρκικά δικαστήρια προς υποστήριξη της καταδίκης τους για τον προσφεύγοντα

Το Κακουργιοδικείο, ωστόσο, θεώρησε ότι ο κατηγορούμενος, μέλος της οργανωτικής επιτροπής της διαδήλωσης,  δεν είχε την κατάλληλη αντίδραση στις αμφισβητούμενες πράξεις των διαδηλωτών, γιατί  αρκέστηκε μόνο στο να τους προειδοποιήσει, δεν είχε ζητήσει από τον κυβερνητικό επίτροπο να τερματίσει τη διαδήλωση και δεν είχε παράσχει την απαραίτητη βοήθεια σε αυτόν και στην αστυνομία προς το σκοπό αυτό. Σύμφωνα με το Κακουργιοδικείο, αυτή η στάση απέδειξε ότι ο προσφεύγων είχε τη θέληση και την πρόθεση να συμμετάσχει στις προαναφερθείσες πράξεις των διαδηλωτών.

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι αυτός ο συλλογισμός που υιοθετήθηκε  από το Κακουργιοδικείο δεν περιέχει επαρκή εξήγηση για το ερώτημα γιατί ο προσφεύγων, ως μέλος της οργανωτικής επιτροπής της εν λόγω διαδήλωσης, θα έπρεπε να είναι υπεύθυνος για την καταστολή  των αμφισβητούμενων πράξεων που διαπράχθηκαν από τους διαδηλωτές, ιδίως ενόψει των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων του κυβερνητικού επιτρόπου και της αστυνομίας ως προς αυτό, τις οποίες το ίδιο το Κακουργιοδικείο έχει αναγνωρίσει και συγκεκριμένα αν απαιτούνταν  ή όχι κάποιο αίτημα  από την οργανωτική επιτροπή για τον τερματισμό της διαδήλωσης, εφόσον διαπίστωναν  ότι είχε μετατραπεί σε παράνομη διαδήλωση. Επίσης, το Δικαστήριο θεώρησε ότι, στην παρούσα υπόθεση, το Κακουργιοδικείο δεν εξήγησε τη σχέση που θα υπήρχε μεταξύ των ενοχοποιητικών συνθημάτων, πλακάτ, σημαιών και φωτογραφιών, καθώς και των άλλων πράξεων που διαπράχθηκαν από το πλήθος κατά τη διάρκεια αυτής της διαδήλωσης, αφενός, και της αντίδρασης του προσφεύγοντος που κρίθηκε ανεπαρκής, έναντι αυτών των πράξεων, ως μέλος της οργανωτικής επιτροπής, αφετέρου, προκειμένου να αποδείξει τη βούληση και την πρόθεση του τελευταίου να  συμμετέχουν σε πράξεις που θα συνιστούσαν  αδίκημα προπαγάνδας υπέρ μιας τρομοκρατικής οργάνωσης. Θεώρησε ότι το Κακουργιοδικείο παρέλειψε επίσης να αιτιολογήσει σχετικά με το αν οι πράξεις που φέρονταν κατά του προσφεύγοντος θα μπορούσαν εν γένει, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου στο οποίο έλαβαν χώρα, να προκαλέσουν βλάβη, να υποκινήσουν τη χρήση βίας, ένοπλης αντίστασης ή εξέγερσης, ή ότι αποτελούσαν ρητορική μίσους.

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, καταδικάζοντας τον προσφεύγοντα για την κατηγορία προπαγάνδας υπέρ μιας τρομοκρατικής οργάνωσης για τα προαναφερθέντα γεγονότα που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης της 18ης Μαρτίου 2006, οι εθνικές αρχές δεν κατάφεραν να εξισορροπήσουν το δικαίωμα του ατόμου στην ελευθερία της έκφρασης με τους νόμιμους στόχους που επιδιώκονται με τον κατάλληλο τρόπο και σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζει η νομολογία του ΕΔΔΑ.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο σημείωσε ότι, στην απόφαση καταδίκης που εκδόθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, το Κακουργιοδικείο δεν επιδίωξε να εξακριβώσει εάν τα μόνα αποδεικτικά στοιχεία που είχε στη διάθεσή του για να ενοχοποιήσουν τον προσφεύγοντα για την επίμαχη απόφασή του κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης της 19ης Μαρτίου 2006, δηλαδή των πρακτικών της 22ας Μαρτίου 2006, επιβεβαιώθηκαν  από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις ανεξάρτητων μαρτύρων, πιθανές άλλες ηχογραφήσεις της εν λόγω ομιλίας, ούτε έλαβε  αποκρυπτογραφημένα βίντεο που θα είχε γίνει από έναν ανεξάρτητο ειδικό. Το Κακουργιοδικείο δεν απάντησε επίσης στα επιχειρήματα του προσφεύγοντος σχετικά με σφάλματα που περιείχαν αυτά τα πρακτικά, ούτε στις διαφωνίες του σχετικά με την ακρίβεια αυτών των πρακτικών, αποδίδοντάς του «[αλληλεγγύη] με PKK », ούτε στον ισχυρισμό του ότι τα πρακτικά του κυβερνητικού επιτρόπου δεν αφορούσαν αυτά τα αμφισβητούμενα σχόλια.

Το Δικαστήριο  σημείωσε επίσης ότι ο προσφεύγων παρουσίασε τα ίδια επιχειρήματα στην υπόθεση αναίρεσης με εκείνα που υποβλήθηκαν στο Κακουργιοδικείο και ότι το Ανώτατο Ακυρωτικό δεν του απάντησε.

Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο χωρίς αιτιολογία. Κατά συνέπεια, διαπίστωσε ότι εν προκειμένω, τα εθνικά δικαστήρια, που δεν απάντησαν στα σχετικά επιχειρήματα που προέβαλε ο προσφεύγων  ως προς την αξιοπιστία και την ακρίβεια του περιεχομένου των κύριων αποδεικτικών στοιχείων που στήριξαν την  ποινικής του καταδίκη, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι εφάρμοσαν  τους διαδικαστικούς κανόνες που καθιέρωσε η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 10 της Σύμβασης, προκειμένου να προβεί σε αποδεκτή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και στη συνέχεια σε  σωστή εξισορρόπηση των διαφόρων ενδιαφερόμενων συμφερόντων.

Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο εκτίμησε ότι η κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι οι λόγοι που έδωσαν οι εθνικές αρχές για να δικαιολογήσουν την εγκληματική συμπεριφορά ήταν σχετικοί και επαρκείς και ότι ήταν απαραίτητοι σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Κατά συνέπεια, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρξε παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης (άρθρο 10 της Σύμβασης).

Δίκαιη ικανοποίηση: Το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσό 5.000 ευρώ για ηθική βλάβη (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες