Οι δικηγόροι και υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπό την προστασία της ΕΣΔΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ

Aliyev κατά Αζερμπαϊτζάν 20.09.2018  (αριθ. προσφ. 68762/14 και 71200/14)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δικηγόροι-υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δικηγόρος συλλαμβάνεται και κρατείται για οικονομικές παρατυπίες της νομικής οργάνωσης που διηύθυνε. Παραβίαση του δικαιώματος στην ελευθερία και ασφάλεια, δεδομένου ότι είχε στερηθεί την ελευθερία του χωρίς βάσιμες ενδείξεις ενοχής και τα εγχώρια δικαστήρια ενέκριναν την δίωξή του χωρίς πραγματικό και ανεξάρτητο έλεγχο της νομιμότητας της κράτησής του. Παραβίαση του δικαιώματός στην ιδιωτική ζωή, καθώς διεξήχθη έρευνα στο γραφείο και το σπίτι του, χωρίς δικαιολογημένο λόγο ότι υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα αδικήματα που φερόταν να έχει διαπράξει. Οι περιορισμοί τέθηκαν με σκοπό τη φίμωση και τιμωρία του δικηγόρου, ενώ είχαν επίσης ανασταλτικό αποτέλεσμα στην ευρύτερη δραστηριότητα των ΜΚΟ.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ 

Άρθρο 3

Άρθρο 5 §§ 1 και 3

Άρθρο 5 § 4

Άρθρο 8

Άρθρο 18

Άρθρο 11

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Intigam Kamil oglu Aliyev, είναι υπήκοος του Αζερμπαϊτζάν, ο οποίος γεννήθηκε το 1962 και ζει στο  Absheron (Αζερμπαϊτζάν). Τα γεγονότα της υπόθεσής του είναι παρόμοια με εκείνα της υποθέσεως Rasul Jafarov κατά Αζερμπαϊτζάν.

Ο κ. Aliyev είναι γνωστός δικηγόρος και υπερασπιστής ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και μάλιστα έχει εκπροσωπήσει προσφεύγοντες ενώπιον του Δικαστηρίου του Στρασβούργου. Είναι επίσης Πρόεδρος μιας επίσημα καταχωρημένης ένωσης που ονομάζεται Νομική Εκπαιδευτική Εταιρεία. Τον Ιούνιο του 2014 παρουσίασε έκθεση σχετικά με τις δράσεις της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Αζερμπαϊτζάν.

Τον Μάιο του 2014, το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα άνοιξε φάκελο σχετικά με φερόμενες οικονομικές παρατυπίες σε διάφορες μη κυβερνητικές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένης της οργάνωσης του κ. Aliyev. Τον Αύγουστο κατηγορήθηκε για παράνομη επιχειρηματικότητα, φοροδιαφυγή σε μεγάλη κλίμακα και για κατάχρηση εξουσίας.

Ο εισαγγελέας στην υπόθεση ανέφερε ότι ο κ. Aliyev δεν ενημέρωσε τις αρχές ότι είχε χρηστεί επικεφαλής μιας νομικής οντότητας – της ένωσης – και είχε παραλείψει να δηλώσει χορηγίες και δωρεές από διάφορους χορηγούς. Είχε επίσης υπογράψει συμφωνίες για διάφορα ποσά χωρίς νομική εξουσιοδότηση και είχε καταθέσει χρήματα και μεταφέρει χρήματα στον λογαριασμό του και σε τρίτους με το πρόσχημα της καταβολής μισθών και των τελών παροχής υπηρεσιών. Συνεπώς, ο κ. Aliyev, σύμφωνα με τις αρμόδιες εθνικές αρχές, άσκησε παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα, είχε επωφεληθεί από αυτή και είχε αποφύγει να καταβάλλει τον αντίστοιχο φόρο.

Συνελήφθη και φυλακίστηκε για τρεις μήνες, ενώ οι εφέσεις του κατά της κράτησης απορρίφθηκαν. Το σπίτι του και το γραφείο του σωματείου του ερευνήθηκαν επίσης. Έγινε κατάσχεση εγγράφων και διαφόρων αντικειμένων, περιλαμβανομένων φακέλων υποθέσεων που υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα εγχώρια δικαστήρια απέρριψαν τις καταγγελίες του ότι τα μέτρα αυτά ήταν παράνομα.

Τον Δεκέμβριο του 2014, το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα απήγγειλε νέες κατηγορίες: κατάχρηση κακουργηματικού χαρακτήρα, πλαστογραφία και ευρεία φοροδιαφυγή. Καταδικάστηκε τον Απρίλιο του 2015 και έλαβε ποινή κάθειρξης επτά ετών και έξι μηνών, μειωμένη κατά πέντε έτη με αναστολή τον Μάρτιο του 2016, όταν τέθηκε ελεύθερος. Η δίκη του αποτελεί αντικείμενο άλλης προσφυγής.

Βασιζόμενος στο άρθρο 2 (δικαίωμα στη ζωή) και στο άρθρο 3 (απαγόρευση απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης), ο κ. Aliyev καταγγέλλει το γεγονός ότι δεν του χορηγήθηκε επαρκής ιατρική περίθαλψη και ότι η κατάσταση της υγείας του δεν ήταν συμβατή με την κράτησή του. Καταγγέλλει επίσης βάσει του άρθρου 3 τις συνθήκες κράτησης και τις συνθήκες μεταφοράς του στο δικαστήριο.

Ο κ. Aliyev υπέβαλε επίσης καταγγελία σύμφωνα με το άρθρο 5 §§ 1 και 3 (δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια / απουσία βάσιμων ενδείξεων ενοχής/ έλλειψης σχετικών και επαρκών λόγων για συνεχιζόμενη κράτηση) και του άρθρου 5 § 4 (ταχεία απόφαση σχετικά με τη νομιμότητα της κράτησης). Επιπλέον, καταγγέλλει την έρευνα της κατοικίας του και του γραφείου σύμφωνα με το άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και της οικογενειακής ζωής), ενώ σύμφωνα με το άρθρο 18 (όρια στην χρήση των περιορισμών σε δικαιώματα) ισχυρίζεται ότι τα δικαιώματά του περιορίστηκαν για άλλους σκοπούς από εκείνα που προβλέπονται στη Σύμβαση. Τέλος, καταγγέλλει ότι η σύλληψή του και η κράτηση παραβίασαν το δικαίωμά του βάσει του άρθρου 11 (ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι).

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 8

Το Δικαστήριο υπογράμμισε τον ιδιαίτερα αυστηρό έλεγχο που απαιτείται όταν εξετάζεται η έδρα και ο επαγγελματικός χώρος των δικηγόρων, καθώς η δίωξη και η παρενόχληση των μελών του νομικού επαγγέλματος πλήττει την καρδιά του συστήματος της Σύμβασης.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ειδικότερα ότι το εγχώριο δικαστήριο είχε επιτρέψει την έρευνα με αόριστους λόγους, χωρίς να αναφερθεί στα γεγονότα που σχετίζονται με τα συγκεκριμένα εγκλήματα κατάχρησης εξουσίας και πλαστογραφίας. Το δικαστήριο δε φάνηκε να έχει βεβαιωθεί ότι υπήρχαν εύλογες υποψίες εναντίον του κ. Aliyev και ότι υπήρχαν σχετικά αποδεικτικά στοιχεία στο γραφείο και στο σπίτι του.

Συνολικά, η έρευνα δεν είχε επιδιώξει κανέναν από τους νόμιμους στόχους που καθορίζονται στο άρθρο 8, ώστε να δικαιολογείται η παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή κάποιου και υπήρξε παραβίαση αυτής της διάταξης.

Άρθρο 5 §§ 1 και 3

Ο κ. Aliyev κατήγγειλε ότι οι αρχές δεν είχαν παράσχει λογικές και τεκμηριωμένες ενδείξεις ότι διέπραξε τα εν λόγω εγκλήματα. Η κυβέρνηση απέρριψε αυτό το επιχείρημα.

Αναφερόμενος στην αρχή της “εύλογης υποψίας” που διατυπώθηκε στην υπόθεση  Rasul Jafarov, το Δικαστήριο ανέφερε ότι έπρεπε να υπάρχουν συγκεκριμένα γεγονότα ή πληροφορίες που θα επιβεβαίωναν έναν αντικειμενικό παρατηρητή ότι ο ενδιαφερόμενος έχει διαπράξει το σχετικό αδίκημα.

Όπως και ο προσφεύγων στην υπόθεση Rasul Jafarov, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο κ. Aliyev κατηγορήθηκε για εγκληματικές ενέργειες σχετικά με παραλείψεις οι οποίες είτε ήταν διοικητικές (μη ενημέρωση των αρχών ότι ήταν πλέον ο διευθυντής της ένωσης), είτε αφορούσαν την υποχρέωση δήλωσης των επιχορηγήσεων.

Επιπλέον, οι εισαγγελικές αρχές δεν είχαν παράσχει ποτέ έγγραφα μέσω των οποίων θα τεκμηριωνόταν η παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα ή ότι ο προσφεύγων είχε αποκομίσει κέρδος από τις επιχορηγήσεις, πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπήρχε εύλογη υποψία φοροδιαφυγής.

Επίσης, ήταν δύσκολο να γίνουν δεκτές οι κατηγορίες κατάχρησης και πλαστογραφίας: οι χορηγοί, οι οποίοι είχαν δώσει εθελοντικά κάποιο ποσό, δεν είχαν ποτέ διαμαρτυρηθεί για υπεξαίρεση κεφαλαίων, ενώ οι αρχές δεν είχαν προσκομίσει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι ο προσφεύγων θα μπορούσε να διαπράξει το έγκλημα της πλαστογραφίας.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο κ. Aliyev είχε στερηθεί την ελευθερία του χωρίς βάσιμες ενδείξεις ενοχής και ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 1 της Σύμβασης. Δεδομένης αυτής της διαπίστωσης, δεν θεωρήθηκε αναγκαίο να εξεταστούν ξεχωριστά τα ζητήματα που θίγονται από το άρθρο 5 § 3.

Άρθρο 5 § 4

Το Δικαστήριο διαπίστωσε επίσης παραβίαση αυτής της διάταξης της Σύμβασης, διότι τα εγχώρια δικαστήρια, όπως στην περίπτωση του Rasul Jafarov, δεν εξακρίβωσαν την ύπαρξη βάσιμων ενδείξεων ενοχής για τη σύλληψη και κράτηση του κ. Aliyev. Στην ουσία, τα δικαστήρια ενέκριναν αυτομάτως την δίωξη του προσφεύγοντος χωρίς πραγματικό και ανεξάρτητο έλεγχο της νομιμότητας της κράτησής του.

Άρθρο 3

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η ιατρική περίθαλψη του κ. Aliyev δεν είχε οδηγήσει σε παραβίαση του άρθρου 3, καθώς δεν είχε πειστεί ότι ήταν ανεπαρκής. Διαπίστωσε παραβίαση αυτής της διάταξης σχετικά με την προφυλάκισή του από τις 9 έως 12 Αυγούστου 2014 λόγω έλλειψης χώρου στο κελί του, κατάσταση η οποία επιδεινώθηκε λόγω της ανάγκης να μοιράζεται το κρεβάτι με άλλους κρατούμενους. Ωστόσο, από τις 12 Αυγούστου οι συνθήκες κράτησής του ήταν σύμφωνες με τη Σύμβαση.

Το Δικαστήριο απέρριψε την καταγγελία του σχετικά με τις συνθήκες μεταφοράς του στο δικαστήριο στις 24 Οκτωβρίου 2014, επειδή δεν είχε κάνει χρήση όλων των διαθέσιμων εγχώριων ένδικων μέσων προτού προσφύγει στο Στρασβούργο.

Άρθρο 18

Ο κ. Aliyev κατήγγειλε ότι η κράτηση του και η κατάσχεση των φακέλων του σχετικά με υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου είχαν ως στόχο την τιμωρία του και να τον κάνουν να σιωπήσει καθώς ήταν επικριτής της κυβέρνησης και υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το Δικαστήριο υπογράμμισε τα συμπεράσματα σχετικά με τις παραβιάσεις που είχε ήδη βρει στην προκειμένη περίπτωση και ότι ο κ. Aliyev και άλλοι ακτιβιστές για τα ανθρώπινα δικαιώματα επικρίθηκαν έντονα από τους δημόσιους υπαλλήλους. Σημείωσε τον αυθαίρετο τρόπο έρευνας της κατοικίας του και του γραφείου του, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι οι αρχές δεν είχαν μόνο αρχεία που αφορούσαν την ένωση, αλλά και υποθέσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου.

Σημείωσε ότι το περιεχόμενο της υπόθεσης ήταν η όλο και πιο σκληρή και περιοριστική νομοθετική ρύθμιση των μη κυβερνητικών οργανώσεων στο Αζερμπαϊτζάν και ότι τα μέτρα που ελήφθησαν κατά του κ. Aliyev είχαν περιορίσει την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και την ικανότητά του να διεξάγει τη δραστηριότητά του σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα με ουσιαστικό τρόπο. Τα μέτρα είχαν επίσης ανασταλτικό αποτέλεσμα στην ευρύτερη δραστηριότητα των ΜΚΟ.

Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι περιορισμοί του κ. Aliyev αποσκοπούσαν πράγματι στο να τον κάνουν να σιωπήσει και στη τιμωρία του, και όχι για νόμιμο σκοπό στο πλαίσιο της Σύμβασης.

Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 18.

Δεδομένων των άλλων διαπιστώσεών του, δεν έκρινε σκόπιμο να εξετάσει χωριστά την καταγγελία του άρθρου 11.

Άρθρο 46

Το Δικαστήριο σημείωσε τη διαπίστωσή του ότι οι ενέργειες εναντίον του κ. Aliyev αποσκοπούσαν στο να τον κάνουν να σωπάσει και να τον τιμωρήσουν. Είχε διαπιστώσει παρόμοιες παραβιάσεις σε υποθέσεις εναντίον του Αζερμπαϊτζάν, πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως μεμονωμένα περιστατικά. Στην πραγματικότητα, οι αποφάσεις αντανακλούσαν ένα ανησυχητικό πρότυπο αυθαίρετης σύλληψης και κράτησης των επικριτών της κυβέρνησης, της κοινωνίας των πολιτών και των υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Έχει ήδη ασχοληθεί με διάφορες παρόμοιες προσφυγές και υπογράμμισε ως ανησυχητικό το γεγονός ότι τα εθνικά δικαστήρια, ως τελικοί φύλακες του κράτους δικαίου, παρέλειψαν να προστατεύσουν τους προσφεύγοντες από την αυθαίρετη σύλληψη και ενέκριναν αυτόματα τις αιτήσεις κράτησης εκ μέρους της ποινικής δίωξης στις εν λόγω περιπτώσεις.

Δεδομένων των επανειλημμένων παραβιάσεων του άρθρου 18, έκρινε ότι το κράτος έπρεπε να επικεντρωθεί στην προστασία των επικριτών της κυβέρνησης, των ακτιβιστών της κοινωνίας των πολιτών και των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση. Οποιαδήποτε μέτρα έπρεπε να διασφαλίσουν ότι δεν υπήρχαν πλέον αντί ποινές διώξεις και κατάχρηση του ποινικού νόμου κατά αυτής της ομάδας ανθρώπων.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι το Αζερμπαϊτζάν έπρεπε να καταβάλει στον προσφεύγοντα 20.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 6.150 ευρώ για δικαστικά έξοδα και λοιπές δαπάνες σχετικά με τις διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου(επιμέλεια echrcaselaw.com). 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες