Σύγχρονες μορφές δουλείας και η υποχρέωση των κρατών να μην μετατρέπεται σε «έγκλημα χωρίς τιμωρία»

ΑΠΟΦΑΣΗ 

Chowdury κ.α. κατά Ελλάδας 30-03-2017 (αριθμ. προσφ. 21884/15)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι προσφεύγοντες είναι 42 υπήκοοι από το Μπαγκλαντές οι οποίοι ζουν στην Ελλάδα. Σύγχρονες μορφές δουλείας και οι υποχρέωση των κρατών να μην μετατρέπεται σε «έγκλημα χωρίς τιμωρία». Όταν προσελήφθησαν από τον Οκτώβριο του 2012 έως και τον Φεβρουάριο του 2013 για τη συγκομιδή φραουλών σε ένα αγρόκτημα στη Μανωλάδα, δεν είχαν άδεια εργασίας. Τις ώρες της δουλειάς εποπτεύονταν από ένοπλους άνδρες και  ζούσαν σε πρόχειρα καταλύματα, χωρίς τουαλέτες ή τρεχούμενο νερό. Τον 2013, οι εργαζόμενοι κατέβηκαν σε απεργία ζητώντας την καταβολή των απλήρωτων μισθών τους αλλά χωρίς επιτυχία. Φοβούμενοι ότι δεν θα πληρωθούν, 100 έως 150 εργαζόμενοι από το 2012-2013 άρχισαν να κατευθύνονται προς τους δύο εργοδότες τους, απαιτώντας τη καταβολή των δεδουλευμένων  τους. Ένας από τους ένοπλους φρουρούς άνοιξε πυρ, τραυματίζοντας σοβαρά 30 εργαζόμενους, συμπεριλαμβανομένων 21 από τους προσφεύγοντες. Οι υπεύθυνοι αθωώθηκαν από το αδίκημα της εμπορίας ανθρώπων αμετάκλητα. Το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι τα εθνικά δικαστήρια είχαν ερμηνεύσει και εφαρμόσει την έννοια της εμπορίας ανθρώπων με πολύ περιορισμένο τρόπο, παρομοιάζοντάς την με τη δουλεία. Ωστόσο, η κατάσταση των προσφευγόντων δεν ισοδυναμεί με δουλεία. Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 4 § 2 της Σύμβασης  λόγω της αποτυχίας του κράτους να εκπληρώσει τις θετικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τη διάταξη αυτή, δηλαδή την πρόληψη της εμπορίας ανθρώπων την οποία και την κατήγγειλαν οι προσφεύγοντες, καθώς και την  αποτυχία να διεξάγει αποτελεσματική έρευνα για τα εγκλήματα και να τιμωρήσει τους υπεύθυνους για τη διακίνηση.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 4 § 2 (απαγόρευση της καταναγκαστικής εργασίας)

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες είναι 42 υπήκοοι από το Μπαγκλαντές οι οποίοι ζουν στην Ελλάδα. Όταν προσελήφθησαν από τον Οκτώβριο του 2012 έως και τον Φεβρουάριο του 2013 για τη συγκομιδή φραουλών σε ένα αγρόκτημα στη Μανωλάδα, δεν είχαν άδεια εργασίας. Τους είχαν υποσχεθεί ημερομίσθιο 22 ευρώ για  επτά ώρες εργασίας, και τρία ευρώ για κάθε υπερωρία. Δούλευαν καθημερινά από τις 7 π.μ. έως τις 19:00 υπό την εποπτεία ενόπλων ανδρών. Οι εργοδότες τους τους είχαν προειδοποιήσει ότι θα λάμβαναν τους μισθούς τους μόνο αν συνέχιζαν να εργάζονται. Οι προσφεύγοντες ζούσαν σε πρόχειρα καταλύματα, χωρίς τουαλέτες ή τρεχούμενο νερό.

Τον Φεβρουάριο του 2013, Μάρτη 2013 και τον Απρίλιο του 2013, οι εργαζόμενοι κατέβηκαν σε απεργία ζητώντας την καταβολή των απλήρωτων μισθών τους αλλά χωρίς επιτυχία. Στις 17.04.2013, οι εργοδότες τους προσέλαβαν νέους μετανάστες από το Μπαγκλαντές. Φοβούμενοι ότι δεν θα πληρωθούν, 100 έως 150 εργαζόμενοι από το 2012-2013 άρχισαν να διαμαρτύρονται και κατευθύνθηκαν προς τους δύο εργοδότες τους απαιτώντας τη καταβολή των δεδουλευμένων  τους. Ένας από τους ένοπλους φρουρούς άνοιξε πυρ, τραυματίζοντας σοβαρά 30 εργαζόμενους, συμπεριλαμβανομένων 21 από τους προσφεύγοντες. Οι τραυματίες μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο και στη συνέχεια ανακρίθηκαν από την αστυνομία.

Οι δύο εργοδότες, μαζί με τον φύλακα ο οποίος είχε πυροβολήσει και τον επιστάτη, συνελήφθησαν και δικάστηκαν για απόπειρα ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, κατηγορία η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε πρόκληση σοβαρών σωματικών βλαβών, και  για εμπορία ανθρώπων. Με την απόφαση της 30.07.2014 το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο τους αθώωσε σχετικά με την κατηγορία της εμπορίας ανθρώπων. Καταδίκασε τον ένοπλο φρουρό και έναν από τους εργοδότες για  βαριά σωματική βλάβη και παράνομη χρήση πυροβόλων όπλων. Επιπρόσθετα, οι ποινές τους μετατράπηκαν σε χρηματικές. Όφειλαν επίσης να καταβάλλουν συνολικά 1.500 ευρώ στους 35 εργαζομένους οι οποίοι είχαν παραστεί ως πολιτική αγωγή, δηλαδή, 43 ευρώ έκαστος για ηθική τους βλάβη. Οι δύο καταδικασθέντες άνδρες άσκησαν έφεση κατά της αποφάσεως αυτής. Η έφεση εκκρεμεί επί του παρόντος και έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

Στις 21 Οκτωβρίου 2014, οι εργαζόμενοι ζήτησαν από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ασκήσει αναίρεση κατά της απόφασης του ΜΟΔ, υποστηρίζοντας ότι η κατηγορία της εμπορίας ανθρώπων δεν είχε εξεταστεί ορθά. Το αίτημα απορρίφθηκε και το τμήμα της απόφασης του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου σχετικά με την εμπορία ανθρώπων κατέστη «αμετάκλητο».

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το άρθρο 4 § 2 (απαγόρευση της καταναγκαστικής εργασίας)

  1. Η εμπορία ανθρώπων και καταναγκαστική εργασία

Το ΕΔΔΑ επανέλαβε ότι η εμπορία ανθρώπων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4 της Σύμβασης και ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 (α) της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Δράση κατά της Εμπορίας Ανθρώπων, η εκμετάλλευση μέσω της εργασίας αποτελεί  πτυχή της εμπορίας ανθρώπων.

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι τα εθνικά δικαστήρια είχαν ερμηνεύσει και εφαρμόσει την έννοια της εμπορίας ανθρώπων με πολύ περιορισμένο τρόπο, παρομοιάζοντάς την με τη δουλεία. Ωστόσο, η κατάσταση των προσφευγόντων δεν ισοδυναμεί με δουλεία. Η βασική διαφορά μεταξύ της δουλείας και της καταναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας έγκειται στην αίσθηση των θυμάτων ότι η κατάστασή τους ήταν μόνιμη και ότι ήταν απίθανο να αλλάξει. Στην προκειμένη περίπτωση, οι προσφεύγοντες δεν θα μπορούσαν να έχουν βιώσει αυτό το συναίσθημα, με την έννοια ότι ήταν όλοι τους εποχικοί εργαζόμενοι. Τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά, και ιδιαίτερα οι συνθήκες εργασίας των προσφευγόντων, έδειξαν σαφώς ότι ανέρχονταν σε ανθρώπινη εμπορία  και καταναγκαστική εργασία, και αντιστοιχούσε στον ορισμό της εμπορίας ανθρώπων του άρθρου 3α του «Πρωτόκολλο του Παλέρμο»  και του άρθρου 4 της Σύμβασης κατά της Εμπορίας των ανθρώπων του Συμβουλίου της Ευρώπης. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κατάσταση των προσφευγόντων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4 § 2 της Σύμβασης, στο μέτρο που αφορούσε την εμπορία ανθρώπων και τη καταναγκαστική εργασία.

  1. Οι υποχρεώσεις του κράτους σύμφωνα με το άρθρο 4 § 2

Τα κράτη πρέπει να θέσουν σε εφαρμογή ένα νομοθετικό και διοικητικό πλαίσιο το οποίο να απαγορεύει και να τιμωρεί την αναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία, την υποτέλεια και τη δουλεία. Η Ελλάδα είχε σε μεγάλο βαθμό συμμορφωθεί με αυτήν την υποχρέωση, ιδίως μέσω της επικύρωσης του Πρωτοκόλλου του Παλέρμο και της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Δράση κατά της Εμπορίας Ανθρώπων.

Τα κράτη μέλη ήταν υποχρεωμένα να υιοθετήσουν μια σειρά μέτρων για την πρόληψη της εμπορίας ανθρώπων και την προστασία των δικαιωμάτων των θυμάτων. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο σημείωσε ότι πολύ πριν από τα γεγονότα της 17.04.2013, οι αρχές γνώριζαν για την κατάσταση στις φυτείες φράουλας στη Μανωλάδα, λόγω των άρθρων που γράφθηκαν στον Τύπο. Είχαν διεξαχθεί συζητήσεις στη Βουλή και τρεις υπουργοί είχε διατάξει την διεξαγωγή ελέγχων  και τη σύνταξη νομοθετικών κειμένων με στόχο  τη βελτίωση της κατάστασης των μεταναστών. Ωστόσο, αυτή η κινητοποίηση δεν είχε αποφέρει απτά αποτελέσματα. Τον Απρίλιο του 2008 το Γραφείο Συνηγόρου του Πολίτη είχε ενημερώσει αρκετούς υπουργούς και κρατικούς φορείς, καθώς και το γραφείο του εισαγγελέα, προτρέποντάς τους να υιοθετήσουν μια σειρά μέτρων. Ωστόσο, η αντίδραση των αρχών έλαβε χώρα σε μια ad hoc βάση, και, τουλάχιστον μέχρι το 2013, δεν επέφερε γενική λύση στα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι εργαζόμενοι στη Μανωλάδα.  Επιπλέον, η αστυνομία της Αμαλιάδας φαίνονταν να γνωρίζει την άρνηση καταβολής των δεδουλευμένων των προσφευγόντων, καθώς ένας αστυνομικός είχε καταθέσει στο ΜΟΔ ότι οι εργαζόμενοι από το αγρόκτημα είχαν έρθει στο αστυνομικό τμήμα και είχαν διαμαρτυρηθεί για την άρνηση των εργοδοτών τους να τους καταβάλλουν τα δεδουλευμένα.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα μέτρα που έλαβαν οι αρχές δεν επαρκούσαν ώστε να υπάρξει πρόληψη σχετικά με την  εμπορία ανθρώπων και για την προστασία των προσφευγόντων από τη συμπεριφορά στην οποία είχαν υποβληθεί.

Τα κράτη μέλη όφειλαν να διασφαλίσουν ότι η έρευνα και η δικαστική διαδικασία ήταν αποτελεσματική. Σε περιπτώσεις σχετικά με την εκμετάλλευση, οι αρχές έπρεπε να διεξαγάγουν έρευνα ικανή να οδηγήσει στον εντοπισμό και τη τιμωρία των υπευθύνων. Έπρεπε να ενεργήσουν άμεσα και αυτεπαγγέλτως τη στιγμή που το ζήτημα έπεφτε στην αντίληψή τους.

Όσον αφορά με τους προσφεύγοντες οι οποίοι δεν έλαβαν μέρος στη διαδικασία ενώπιον του Κακουργιοδικείου: είχαν υποβάλλει καταγγελία στις 8 Μαΐου 2013, υποστηρίζοντας ότι  είχαν προσληφθεί και δούλευαν στο αγρόκτημα που ανήκε στους Τ.Α. και Ν.V. υπό συνθήκες εμπορίας ανθρώπων και καταναγκαστικής εργασίας, και ισχυριζόμενοι ότι ήταν παρόντες στη σκηνή του περιστατικού στις 17 Απριλίου 2013, απαιτώντας την καταβολή των απλήρωτων μισθών τους.

Η καταγγελία τους απορρίφθηκε, καθώς ο εισαγγελέας της Αμαλιάδας θεώρησε, μεταξύ άλλων, ότι αν όντως υπήρξαν θύματα μιας κατάστασης, θα την είχαν αναφέρει και καταγγείλει στις αστυνομικές αρχές στις 17 Απριλίου 2013, αντί να περιμένουν μέχρι τις 8 Μαΐου 2013. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, παραλείποντας να ελέγξει αν οι ισχυρισμοί των εν λόγω προσφευγόντων ήταν βάσιμοι, ο εισαγγελέας δεν είχε συμμορφωθεί με την υποχρέωσή του να διενεργήσει έρευνα, και μέσω της απόρριψης της προσφυγής τους, λόγω του ότι είχαν καθυστερήσει να καταγγείλουν το γεγονός στην αστυνομικές αρχές, ο εισαγγελέας είχε παραβιάσει το κανονιστικό πλαίσιο που διέπει την εμπορία ανθρώπων.

Πράγματι, το άρθρο 13 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Δράση κατά της Εμπορίας των  Ανθρώπων προέβλεπε μια περίοδο ανάκαμψης και προβληματισμού για τουλάχιστον 30 ημερών, έτσι ώστε ο ενδιαφερόμενος θα μπορέσει να συνέλθει και να ξεφύγει από την επιρροή των διακινητών και να αποφασίσει να συνεργαστεί με τις αρμόδιες αρχές. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 4 § 2 της Σύμβασης σχετικά με τη διαδικαστική υποχρέωση των κρατικών αρχών να διεξαγάγουν αποτελεσματική έρευνα.

Αναφορικά με τους προσφεύγοντες  που έλαβαν μέρος στη διαδικασία ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου: το Δικαστήριο αυτό της Πάτρας αθώωσε τους κατηγορούμενους από την κατηγορία της εμπορίας ανθρώπων, θεωρώντας, ειδικότερα ότι δεν ήταν απολύτως αδύνατο για τους εργαζόμενους να προστατεύσουν τον εαυτό τους και ότι η ελεύθερη κυκλοφορία τους δεν είχε τεθεί υπό αμφισβήτηση καθώς μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να φύγουν από την εν λόγω εργασία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας δεν ήταν προϋπόθεση ώστε να ταξινομηθεί και να χαρακτηριστεί η εν λόγω κατάσταση ως καταναγκαστική εργασία ή ακόμα και εμπορία ανθρώπων. Μια κατάσταση εμπορίας ανθρώπων θα μπορούσε να υφίσταται παρά την ελευθερία μετακίνησης του θύματος.  Επιπλέον, το Δικαστήριο της Πάτρας αθώωσε τους κατηγορούμενους από την κατηγορία της εμπορίας ανθρώπων και μετέτρεψε τη  ποινή φυλάκισης για πρόκληση σοβαρής σωματικής ζημιά ζημιών σε χρηματική ποινή των 5 ευρώ ανά ημέρα φυλάκισης. Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αρνήθηκε να ασκήσει αναίρεση κατά της αθωωτικής απόφασης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε δώσει εντολή ο  Τ.Α. και ένας από τους ένοπλους φρουρούς να καταβάλουν το συνολικό ποσό των 1.500 ευρώ, ή 43 ευρώ ανά τραυματισμένο εργαζόμενο, για την βλάβη που υπέστη. Παρ΄ όλα αυτά το άρθρο 15 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Δράση κατά της Εμπορίας Ανθρώπων απαιτούσε από τα συμβαλλόμενα κράτη, όπως η Ελλάδα, να προβλέπουν το δικαίωμα για τα θύματα να λαμβάνουν αποζημίωση από τα πρόσωπα που διέπραξαν το αδίκημα, και, μεταξύ άλλων μέτρων, να δημιουργήσουν ένα ταμείο αποζημίωσης για τα θύματα. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 4 § 2 της Σύμβασης αναφορικά με την αποτυχία του κράτους να διεξάγει αποτελεσματική έρευνα σχετικά με την κατάσταση της εμπορίας ανθρώπων και τη καταναγκαστική εργασία, κατάσταση την οποία είχαν καταγγείλει οι προσφεύγοντες και για την παροχή αποτελεσματικής δικαστικής διαδικασίας.

Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 4 § 2 της Σύμβασης  λόγω της αποτυχίας του κράτους να εκπληρώσει τις θετικές υποχρεώσεις που υπέχουν από τη διάταξη αυτή, δηλαδή η πρόληψη της εμπορίας ανθρώπων η οποία και την κατήγγειλαν οι προσφεύγοντες, η αποτυχία να διεξάγει αποτελεσματική έρευνα για τα εγκλήματα και να τιμωρήσει τους υπεύθυνους για τη διακίνηση.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ελλάδα όφειλε να καταβάλει σε κάθε έναν από τους προσφεύγοντες που συμμετείχαν στις διαδικασίες ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου 16.000 ευρώ για ηθική βλάβη και  12.000 ευρώ για το σύνολο της ζημίας που υπέστησαν, καθώς και 4,363.64 ευρώ από κοινού για τα δικαστικά έξοδα και τις δαπάνες.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες