Η υποχρεωτική εργασία στις φυλακές δεν παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα

ΑΠΟΦΑΣΗ:

Meier κατά Ελβετίας της 09.02.2016 (αριθμ. προσφ. 10109/14)
βλ. εδώ

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ:

Για πρώτη φορά το ΕΔΔΑ  εξέτασε το ζήτημα της υποχρεωτικής εργασίας σε συνθήκες  φυλάκισης, μετά την ηλικία συνταξιοδότησης.   Το Δικαστήριο έκρινε  ότι η υποχρεωτική εργασία μέσα στις φυλακές  κρατουμένων που έχουν  συμπληρώσει το όριο συνταξιοδότησης , δεν συνιστά καταναγκαστική εργασία κατά το άρθρο 4  της ΕΣΔΑ . Αποτελεί μέρος της προσπάθειας  μείωσης των επιβλαβών  συνεπειών της φυλάκισης . Η κατάλληλη και μέσα σε λογικά πλαίσια  εργασία μπορεί να βοηθήσει  στη βελτίωση της καθημερινής ζωής  και να κρατήσει σε εγρήγορση  τους κρατούμενους. Ως εκ τούτου το Στρασβούργο έκρινε ότι δεν υπάρχει παραβίαση.

ΣΧΟΛΙΟ-ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ:

Η υποχρεωτική εργασία κρατουμένου στις φυλακές δεν ανάγεται σε επίπεδα καταναγκαστικής εργασίας.

ΔΙΑΤΑΞΗ:

Άρθρο 4 (Απαγόρευση της δουλείας και των καταναγκαστικών έργων) της ΕΣΔΑ.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ:

Ο προσφεύγων, Beat Meier, είναι Ελβετός υπήκοος ο οποίος γεννήθηκε το 1946. Το Εφετείο του καντονιού της Ζυρίχης καταδίκασε τον κ. Meier σε 4 χρόνια και 4 μήνες φυλάκισης. Τον Μάρτιο του 2010, το Εφετείο ανέστειλε την εκτέλεση την ποινής φυλάκισης, αντικαθιστώντάς την με την ποινή της προληπτικής κράτησης (Verwahrung). Στις 06.12.2011, ο κ. Meier ζήτησε να εξαιρεθεί από τα καταναγκαστικά έργα, ενώ εξέτιε την ποινή του. Το αίτημά του απορρίφθηκε. Η αρμόδια αρχή στη φυλακή επέβαλε αυστηρότερο καθεστώς φυλάκισης εξαιτίας της άρνησής του να εργαστεί. Η απόφαση αυτή στη συνέχεια ανακλήθηκε μετά από άσκηση ένστασης από τον κ. Meier.

Στις 15 Φεβρουαρίου 2003, ο προσφεύγων προσέφυγε στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, υποστηρίζοντας ότι υπήρξε εσφαλμένη εφαρμογή του ποινικού κώδικα και κατάφορες παραβιάσεις της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ατομικής ελευθερίας όπως προστατεύονται από το Ομοσπονδιακό Σύνταγμα. Το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή του, ισχυριζόμενο ότι η καταναγκαστική εργασία για τους φυλακισμένους, δεν αποτελεί από μόνη της παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπό την προϋπόθεση ότι η εργασία ήταν προσαρμοσμένη στις ικανότητες του κρατουμένου, την κατάρτισή του και τα ενδιαφέροντά του.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Η υπόθεση αυτή είναι η πρώτη περίπτωση στην οποία το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα της καταναγκαστικής εργασίας σε συνθήκες φυλάκισης μετά την ηλικία συνταξιοδότησης. Το Δικαστήριο έπρεπε να αξιολογήσει την ύπαρξη ή μη οποιαδήποτε «καταναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας» κατά παράβαση του άρθρου 4 της Σύμβασης. Σημείωσε ότι η απόφαση η οποία έδινε εντολή στον προσφεύγοντα να εργαστεί βασίζονταν στο άρθρο 81 του Ποινικού Κώδικα. Αν ο προσφεύγων αρνούνταν να διεκπεραιώσει την απόφαση αυτή, δηλαδή να αρνηθεί να εργαστεί, θα διέπραττε αδίκημα και θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες. Ως εκ τούτου, ο προσφεύγων είχε εκτελέσει την απόφαση υπό την απειλή ποινής.

Το Δικαστήριο υποστήριξε ότι το ερώτημα κατά πόσο το άρθρο 4 § 3 (α) 2 της Σύμβασης εφαρμόζεται σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα του σκοπού, της φύσης και της έκτασης της καταναγκαστικής εργασίας και του τρόπου εκτέλεσης.

Αναφορικά με τον σκοπό της υποχρεωτικής εργασίας, το Δικαστήριο δέχθηκε το επιχείρημα της κυβέρνησης ότι η υποχρέωση των κρατουμένων να συνεχίσουν να εργάζονται ακόμη και μετά την ηλικία συνταξιοδότησης αποτελούσε μέρος της προσπάθειας μείωσης των επιβλαβών συνεπειών της φυλάκισης. H κατάλληλη, και μέσα σε λογικά πλαίσια εργασία θα μπορούσε να βοηθήσει στη βελτίωση της καθημερινής τους ζωής και να κρατήσει σε εγρήγορση τους κρατούμενους, σημαντικό στόχο για την ευημερία των κρατουμένων.

Αναφορικά με τη φύση των εργασιών που πραγματοποιούσαν κρατούμενοι που είχαν συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδότησης, οι παρατηρήσεις που καταγράφηκαν από το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο τον Οκτώβριο του 2012 ως απάντηση στην έκθεση της Επιτροπής για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων, κατά την διάρκεια της επίσκεψής της στην Ελβετία τον Οκτώβριο του 20113, κατέδειξαν ότι η υποχρεωτική εργασία δεν έχει τις ίδιες θετικές επιπτώσεις για όλους τους κρατούμενους και θα έπρεπε να προσαρμοστεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, τις ικανότητες του κρατουμένου, την καταλληλότητα για εργασία και την κατάσταση της υγείας του.

Το Δικαστήριο επισήμανε, επίσης, ότι η υποχρέωση εργασίας ήταν προσαρμοσμένη με τις περιστάσεις και την προσωπική κατάσταση του κ. Μeier, καθώς εργαζόταν περίπου 3 ώρες την ημέρα, δηλαδή 18 ώρες και 20 λεπτά την εβδομάδα. Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο προσφεύγων έπρεπε να εκτελέσει την εργασία, το Δικαστήριο τόνισε ότι στεγαζόταν, μαζί με άλλους κρατούμενους που είχαν φθάσει σε ηλικία συνταξιοδότησης, σε ειδική πτέρυγα των φυλακών. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι ο προσφεύγων πληρώθηκε για την εργασία του.

Αναφορικά με την πρακτική του Συμβουλίου της Ευρώπης των κρατών μελών, το Δικαστήριο επισήμανε ότι βάση μιας συγκριτικής έρευνας η οποία ανέφερε πως στις 28 χώρες τις Ευρώπης, οι 16 δεν υποχρέωναν τους κρατούμενους που έχουν υπερβεί το όριο συνταξιοδότησης να εργαστούν. Στα υπόλοιπα 12 κράτη μέλη που συμμετείχαν στην έρευνα, το θέμα δεν ρυθμίζονταν ρητά στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά εξαιρούσαν καταδίκους από την υποχρέωση εργασίας ανάλογα με τις ικανότητες και την ηλικία των κρατουμένων.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ελλείψει επαρκούς συναίνεσης μεταξύ των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την υποχρέωση εργασίας για κρατούμενους να εργάζονται μετά την ηλικία συνταξιοδότησης τους, θα πρέπει να τονιστεί, πρώτον, ότι οι ελβετικές αρχές διέθεταν σημαντικό περιθώριο εκτίμησης και, δεύτερον, ότι δεν αναγράφεται απόλυτα η απαγόρευση των εν λόγω εργασιών βάσει του άρθρου 4 της Σύμβασης. Η καταναγκαστική εργασία που διεκπεραίωσε ο κ. Meier κατά τη διάρκεια της κράτησής του μπορούσε να θεωρηθεί ως «εργασία που απαιτείται να γίνει κατά τη συνήθη πορεία της κράτησης», σύμφωνα με τους σκοπούς του άρθρου 4 της ΕΣΔΑ. Ως εκ τούτου, δεν συνιστά «αναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία» κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου.

Υπογραμμίζοντας το γεγονός ότι ο κ. Meier είχε απλώς αμφισβητήσει την ίδια την αρχή και την ιδέα της υποχρεωτικής εργασίας των κρατουμένων, οι οποίοι είχαν συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδότησης, και αντιθέτως δεν είχε διαμαρτυρηθεί για τον τρόπο με τον οποίο η ανατιθέμενη από τις ελβετικές αρχές εργασία, έπρεπε να εκτελεστεί, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν υπήρξε καμία παραβίαση του άρθρου 4 της Σύμβασης.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες