Απαιτείται άμεση κινητοποίηση της αστυνομίας και της δικαιοσύνης για προστασία θύματος σωματεμπορίας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ:

L.E. κατά Ελλάδας της 21.01.2016 (αριθμ. προσφ. 71545/12)
βλ. εδώ 

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ:

Με καθυστέρηση 9 μηνών οι  ελληνικές αρχές  αναγνώρισαν ότι  μία νεαρή Νιγηριανή υπήκοος είχε πέσει θύμα σωματεμπορία, με αποτέλεσμα να μην ληφθούν εγκαίρως και τα αναγκαία μέτρα προστασίας για την κοπέλα.  Επιπλέον, οι αστυνομικές αρχές  δεν ενήργησαν με γρήγορους ρυθμούς ως όφειλαν για την συγκέντρωση  αποδεικτικών στοιχείων, ούτε έλαβαν ειδικά μέτρα για τη σύλληψη του δράστη προκειμένου να λογοδοτήσει ενώπιον της Δικαιοσύνης . Το αποτέλεσμα;  Η έλλειψη   ταχύτητας  καθώς και τα κενά σε σχέση με τις διαδικαστικές υποχρεώσεις του  Ελληνικού Δημοσίου  που απορρέουν από το άρθρο 4 της ΕΣΔΑ  (απαγόρευση δουλείας και καταναγκαστικών έργων) έκρινε το ΕΔΔΑ ότι συνιστούν πολλαπλές παραβιάσεις και καταδίκασε την Ελλάδα.

ΣΧΟΛΙΟ-ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ:

Σε υποθέσεις σωματεμπορίας δεν πρέπει να ολιγωρεί η αστυνομία και η δικαιοσύνη απαιτείται να κινείται με ταχείς ρυθμούς για την σύλληψη των δραστών.

ΔΙΑΤΑΞΗ:

Άρθρο 4 (απαγόρευση δουλείας και καταναγκαστικών έργων)

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ:

Η προσφεύγουσα, L.Ε., είναι Νιγηριανή υπήκοος, η οποίος γεννήθηκε το 1982 και ζει στα Γλυκά Νερά στην Ελλάδα. Τον Ιούνιο του 2004 η προσφεύγουσα εισήλθε σε ελληνικό έδαφος συνοδευόμενη από τον Κ.Α. Ο τελευταίος της είχε υποσχεθεί ότι μπορούσε να την μεταφέρει στην Ελλάδα και να εργαστεί σε μπαρ και σε νυχτερινά κέντρα με αντάλλαγμα να του καταβάλλει 40.000 ευρώ και να μην αναφέρει τίποτα στις αστυνομικές αρχές. Κατά την άφιξή της στην Ελλάδα ο Κ.Α. της κατάσχεσε το διαβατήριό και την ανάγκασε να ασκεί πορνεία για περίπου δύο χρόνια, όποτε και η προσφεύγουσα επικοινώνησε με τη “Νέα Ζωή”, μια μη κυβερνητική οργάνωση που παρέχει πρακτική και ψυχολογική υποστήριξη σε γυναίκες που έχουν οδηγηθεί στη πορνεία.

Στις 12.07.2004 υπέβαλε αίτηση στο Τμήμα Αλλοδαπών της Αθήνας για τη παροχή ασύλου. Στις 08.06.2005 ενημερώθηκε πως έγινε δεκτή από το Κέντρο Υποδοχής Ερυθρού Σταυρού για τους Αιτούντες Άσυλο. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η L.Ε. δεν πήγε ποτέ στο κέντρο.

Στις 29.08.2005, η L.Ε. συνελήφθη για παραβίαση νόμων περί πορνείας και για παράνομη είσοδο και διαμονή στην Ελλάδα. Αθωώθηκε με απόφαση δικαστηρίου. Τον Μάρτιο του 2006 συνελήφθη και πάλι για πορνεία, καταδικάστηκε πρωτόδικα και αθωώθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Στις 02.04.2006, ο επικεφαλής του τμήματος της αστυνομίας υπεύθυνος για ζητήματα αλλοδαπών διέταξε την απέλασή της. Η απέλασή της ανεστάλη με την αιτιολογία ότι ήταν ανέφικτη. Τον Νοέμβριο του 2006 η L.Ε. συνελήφθη και πάλι για πορνεία, και στη συνέχεια αθωώθηκε. Στη συνέχεια τέθηκε υπό κράτηση εν αναμονή της απέλασης της, καθώς δεν είχε άδεια παραμονής για την Ελλάδα.

Τον Νοέμβριο του 2006, ενώ βρισκόταν υπό κράτηση εν αναμονή της απέλασης, η L.Ε. κατέθεσε μήνυση κατά του Κ.Α. και της συντρόφου του, D.J. Ισχυρίστηκε ότι ήταν θύμα σωματεμπορίας και υπέδειξε και κατηγόρησε τα δύο αυτά πρόσωπα πως οδήγησαν εκείνη και άλλες δύο Νιγηριανές στη πορνεία. Ο εισαγγελέας του Πρωτοδικείου Αθηνών απέρριψε την καταγγελία της, σημειώνοντας ότι δεν υπήρχε τίποτα στο φάκελο της υπόθεσης που να αποδεικνύει ότι ήταν θύμα σωματεμπορίας. Στις 26 Ιανουαρίου του 2007 η L.Ε. ζήτησε από τον εισαγγελέα την εκ νέου εξέταση των καταγγελιών της και συμμετείχε στη διαδικασία ως πολιτικώς ενάγουσα. Τον Φεβρουάριο του 2007 ο διευθυντής του αστυνομικού τμήματος αλλοδαπών Αθηνών διέταξε την αναστολή της διαταγής απέλασής της. Στις 21.08. 2007 ο εισαγγελέας άσκησε ποινική δίωξη κατά του Κ.Α. και D.J. για το αδίκημα της εμπορίας ανθρώπων. Στις 20.07.2009, η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε μέχρι τη σύλληψη των κατηγορουμένων, οι οποίοι είχαν εξαφανιστεί. Τον Μάιο του 2011 η D.J. συνελήφθη και ετέθη υπό προσωρινή κράτηση. Το δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στις 20.04. 2012 και έκρινε ότι η D.J. δεν ήταν συνεργός του Κ.Α., αλλά, αντίθετα διαπιστώθηκε ότι και η ίδια ήταν θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης του Κ.Α. Οι σχετικές διοικητικές αρχές ανανέωσαν την άδεια παραμονής της L.Ε. μέχρι τις 02.11.2014.

Το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 και 3, το άρθρο 4 καθιερώνει μία από τις βασικές αξίες των δημοκρατικών κοινωνιών που απαρτίζουν το Συμβούλιο της Ευρώπης. Το άρθρο 4 επιβάλει στα κράτη μέλη μια σειρά θετικών υποχρεώσεων και μέτρων που αφορούν την προστασία των θυμάτων σωματεμπορίας. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι, κατά τον εν λόγω χρόνο, το άρθρο 351 του ελληνικού Ποινικού Κώδικα ορίζει την έννοια της σωματεμπορίας σύμφωνα με τον ορισμό που προβλέπεται στο πρωτόκολλο του Παλέρμο και του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με μέτρα δράσης κατά της σωματεμπορίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η σχετική νομοθεσία που ισχύει στην Ελλάδα ήταν σε θέση να παρέχει στην L.Ε. πρακτική και αποτελεσματική προστασία.

Στις 29.11.2006, και κατά τη διάρκεια της κράτησής της εν αναμονή της απέλασης της, η L.Ε. είχε ρητά ενημερώσει τις αρχές ότι υπήρξε θύμα σωματεμπορίας. Πριν από τη παραπάνω ημερομηνία, η L.E δεν επέστησε την προσοχή των αρχών σχετικά με την κατάστασή της. Οι σχετικές αρχές, θορυβημένες από τις καταγγελίες της, ότι ο Κ.Α. και η D.J. την εξέδιδαν, δεν παρέμειναν αδιάφορες. Η αστυνομία έλαβε άμεση δράση, αναθέτοντας την L.E. σε ένα εξειδικευμένο αστυνομικό τμήμα έτσι ώστε οι έρευνες να διεξαχθούν σύμφωνα με τις καταγγελίες της. Σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, η διαδικασία απέλασης που εκκρεμούσε εναντίον της είχε ανασταλεί, και είχε εκδοθεί άδεια διαμονής επιτρέποντας της να παραμείνει σε ελληνικό έδαφος.

Στις 21 Αυγούστου του 2007 ο εισαγγελέας του Πλημμελειοδικών Αθηνών χαρακτήρισε επισήμως την L.Ε. ως θύμα σωματεμπορίας, το οποίο επιβεβαίωσε και η απόφαση του Δικαστηρίου στη συνέχεια. Ωστόσο, ο εισαγγελέας χορήγησε το καθεστώς αυτό εννέα περίπου μήνες αφότου η L.Ε. ενημέρωσε τις αρμόδιες αρχές για την κατάστασή της. Επίσης, το Δεκέμβριο του 2006 ο E.S., διευθυντής της “Νέας Ζωής”, μιας ΜΚΟ που είχε βοηθήσει την προσφεύγουσα, επιβεβαίωσε τις δηλώσεις της τελευταίας και ισχυρίστηκε ότι πράγματι η προσφεύγουσα είχε ανάγκη της κρατικής βοήθειας. Αυτή η δήλωση του E.S. δεν συμπεριλήφθηκε στη δικογραφία εν ευθέτω χρόνω. Κατά συνέπεια, η εννεάμηνη περίοδος ανάμεσα στους ισχυρισμούς της L.Ε. και στην αναγνώρισή της ως θύμα σωματεμπορίας από τις αρχές, δεν μπορεί να περιγραφεί ως «εύλογη». Η καθυστέρηση των εγχώριων αρχών ανήλθε σε αποτυχία όσον αφορά τα μέτρα που θα μπορούσαν να έχουν ληφθεί για την προστασία της προσφεύγουσας.

Αναφορικά με τις διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η πρώτη προσφυγή της L.Ε. απορρίφθηκε από τον εισαγγελέα. Η τελευταία δεν διέθετε τη δήλωση του E.S., διευθυντή της ΜΚΟ “Νέα Ζωή”, ο οποίος επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς της L.Ε. H δήλωσή του δεν συμπεριλήφθηκε στη δικογραφία λόγω της αβλεψίας των αστυνομικών αρχών. Επιπλέον, όταν συμπεριλήφθηκε η κατάθεση του μάρτυρα στη δικογραφία, οι δικαστικές αρχές δεν ανέλαβαν καμία πρωτοβουλία για επανεξέταση των καταγγελιών της. Η ίδια εκκίνησε τις διαδικασίες, προσφεύγοντας στο γραφείο του εισαγγελέα, στις 26.01.2007 και την 01.06.2007, οπότε ο Εισαγγελέας διέταξε την έναρξη των ποινικών διαδικασιών. Η κυβέρνηση δεν παρείχε καμία εξήγηση για τη περίοδο αδράνειας, η οποία διήρκεσε για περισσότερο από 5 μήνες.

Αναφορικά με την προκαταρκτική έρευνα και την συνεπακόλουθη έρευνα, το Δικαστήριο σημείωσε ότι ορισμένες ανεπάρκειες είχαν θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητά των ερευνών. Αμέσως μετά την καταγγελία της προσφεύγουσας, τέθηκε υπό παρακολούθηση της αστυνομίας ένα σπίτι, με σκοπό να εντοπιστεί ο υποτιθέμενος δράστης Κ.Α. Ωστόσο, αφού σημειώθηκε ότι ο Κ.Α δεν βρίσκονταν πλέον στη εν λόγω διεύθυνση, η αστυνομία δεν διεύρυνε και δε συνέχισε την αναζήτησή σε δύο άλλες διευθύνσεις που είχε ειδικώς επισημάνει η L.E. στη κατάθεσή της. Ούτε φάνηκε η αστυνομία να έχει προσπαθήσει να συγκεντρώσει άλλα στοιχεία, μέσω επιπρόσθετων ερευνών. Υπήρξαν σημαντικές καθυστερήσεις στην προκαταρκτική εξέταση και στη διερεύνηση της υπόθεσης. Όταν ασκήθηκαν ποινικές διώξεις κατά των Κ.Α. και D.J. στις 21.08.2007, περισσότερα από 4 χρόνια και 8 μήνες περίπου είχαν περάσει από την δίκη.

Τέλος, σχετικά με τον Κ.Α., τον φερόμενο ως κύριο δράστη, τα στοιχεία δεν αποδεικνύουν ότι η αστυνομία έλαβε περαιτέρω ειδικά μέτρα για να τον συλλάβει και να τον φέρει ενώπιον των δικαστηρίων, πέρα από τη καταχώρηση του ονόματος του στις αναζητήσεις της αστυνομίας. Ούτε είχαν οι αρχές προσπαθήσει να έρθουν σε επαφή ή να συνεργαστούν με τις αρχές της Νιγηρίας, προκειμένου να συλληφθεί ο ύποπτος.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο επισήμανε την έλλειψη ταχύτητας, καθώς και ελλείψεις σε σχέση με διαδικαστικές υποχρεώσεις του Ελληνικού Δημοσίου που απορρέουν από το άρθρο 4 της Σύμβασης και έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του παρόντος άρθρου.

Όσον αφορά τη διάρκεια της διαδικασίας, η περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη άρχισε στις 26.01.2007, ημερομηνία κατά την οποία η L.Ε. ανακοίνωσε την πρόθεσή της να συμμετάσχει στη διαδικασία ως πολιτικώς ενάγουσα, και τελείωσε στις 20.04.2012, όταν το δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του. Ως εκ τούτου, η διαδικασία διήρκεσε περισσότερο από 5 χρόνια στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας. Σε επίπεδο έρευνας, και χωρίς να παραβλέπεται η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι είχαν περάσει περίπου 2,5 χρόνια μεταξύ της αίτησης της L.Ε. όπου δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής και στις 20.07.2009, ημερομηνία κατά την οποία η εκδίκαση της υπόθεσης είχε ανασταλεί έως ότου να εντοπιστούν και να συλληφθούν οι δράστες.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διάρκεια των εν λόγω διαδικασιών ήταν υπερβολική για το πρωτοβάθμιο επίπεδο δικαιοδοσίας και δεν ήταν σύμφωνη με το κριτήριο του “εύλογου χρονικού διαστήματος”. Το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1.

Όσον αφορά την ύπαρξη αποτελεσματικής προσφυγής για διαμαρτυρία της διάρκειας της διαδικασίας, το Δικαστήριο είχε ήδη αποφανθεί, κατά τον κρίσιμο χρόνο, πως το ελληνικό νομικό σύστημα δεν παρείχε σύστημα αποτελεσματικής προσφυγής κατά την έννοια του άρθρου 13 της Σύμβασης για καταγγελίες σχετικά με τη διάρκεια της διαδικασίας. Λόγω της απουσίας μέτρου στο εσωτερικό δίκαιο με το οποίο θα μπορούσε L.E. θα μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά της ακρόασης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ελλάδα όφειλε να καταβάλει στην L.Ε. 12 000 ευρώ για ηθική βλάβη και 3.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα και δαπάνες. anabole


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες