Η χρήση ειδικών αστυνομικών δυνάμεων και η απρόκλητη χρήση βίας σε επιχείρηση σύλληψης υπόπτου στο σπίτι του συνιστούν εξευτελιστική μεταχείριση

ΑΠΟΦΑΣΗ

Castellani κατά Γαλλίας της 30.04.2020 (αριθ. προσφ. 43207/16)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Χρήση βίας από αστυνομικούς και ευθύνη του κράτους.  Ο προσφεύγων κρίθηκε ύποπτος για απειλή και αντίσταση κατά της αρχής με χρήση βίας. Δόθηκε εντολή να συλληφθεί από σώμα  ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας, οι οποίοι εισέβαλαν στην οικία του και άσκησαν βία εναντίον του,  χωρίς ο προσφεύγων να τους προκαλέσει και κυρίως χωρίς να διασφαλιστούν οι απαραίτητες εγγυήσεις για την παρέμβαση τους. Τα εγχώρια Δικαστήρια έκριναν δικαιολογημένη την παρέμβαση των ειδικών δυνάμεων και επιδίκασαν στον προσφεύγοντα ένα μικρό ποσό αποζημίωσης λόγω  της μη παροχής ιατρικής περίθαλψης ενώ ήταν υπό κράτηση.

Το Στρασβούργο επισήμανε ότι η παρέμβαση ειδικών δυνάμεων, οι οποίες συνήθως εμπλέκονταν σε καταστάσεις ακραίας βίας, θα μπορούσε να συνεπάγεται ιδιαίτερους κινδύνους κατάχρησης εξουσίας και παραβίασης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Επομένως, η παρέμβαση τέτοιων μονάδων έπρεπε να περιβάλλεται από επαρκείς εγγυήσεις.

Στην υπό κρίση υπόθεση το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι η επιχείρηση σύλληψης στο σπίτι του προσφεύγοντος έγινε με βίαιο τρόπο από ένοπλους αστυνομικούς, ενώπιον τρίτων ατόμων  χωρίς σωστό σχεδιασμό και κατέληξε ότι δεν πραγματοποιήθηκε με τρόπο ώστε να διασφαλιστεί ότι τα χρησιμοποιούμενα μέσα ήταν απολύτως απαραίτητα για την επίτευξη του τελικού στόχου της. Έκρινε ότι η φυσική δύναμη που χρησιμοποιήθηκε δεν ήταν αναγκαία. Παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης για απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση του προσφεύγοντος.

Επιδίκαση ποσού 22.800 ευρώ για αποζημίωση και ηθική βλάβη.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 3

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Joseph Castellani, είναι Γάλλος υπήκοος που γεννήθηκε το 1956 και ζει στο Contes (Γαλλία).

Τον Μάιο του 2002, κινήθηκε δικαστική έρευνα εναντίον αγνώστων προσώπων  για εκβίαση μαρτύρων και απειλή,   μετά από καταγγελία που υπέβαλε δικηγόρος,  ο οποίος είχε καταθέσει σε υπόθεση σχετικά με πράξεις βίας κατά της αστυνομίας, στην οποία τρία μέλη της οικογένειας  Ε.Η. είχαν  καταδικαστεί. Οι κύριοι ύποπτοι στην έρευνα ήταν μέλη της ίδιας οικογένειας  E.H. , που ήταν φίλοι και γείτονες του προσφεύγοντος.

Στις 18.06.2002 η αστυνομική δύναμη της Νίκαιας ζήτησε και έλαβε την υποστήριξη του GIPN (ειδική ένοπλη μονάδα παρέμβασης της αστυνομίας) για τη σύλληψη μελών της οικογένειας E.H. Κατόπιν αιτήματος του αρχηγού της αστυνομίας R., ο επικεφαλής της μονάδας GIPN συμφώνησε να παρέμβει για να συλλάβει τον προσφεύγοντα,  ο οποίος εμπλέκονταν στην ίδια υπόθεση. Οι συνθήκες της αστυνομικής επιχείρησης αμφισβητούνται από τα μέρη. Στις 13 Νοεμβρίου 2002 εκδόθηκε απόφαση από τον ανακριτή και η υπόθεση ετέθη στο αρχείο, με την οποία αποσύρθηκαν  οι κατηγορίες εκβίασης μαρτύρων και απειλής που οδήγησαν στη σύλληψη του προσφεύγοντος.

Στις 13 Ιανουαρίου 2009, το Ποινικό Δικαστήριο έκρινε τον προσφεύγοντα ένοχο για παράνομη οπλοκατοχή και του επιβλήθηκε χρηματική ποινή με αναστολή. Το δικαστήριο τον αθώωσε από τις κατηγορίες για αντίσταση κατά της αρχής, αποδεχόμενο ότι είχε ενεργήσει για αυτοάμυνα με την αιτιολογία ότι μπορούσε νομίμως να θεωρήσει ότι δέχθηκε επίθεση στο σπίτι του.

Στις 18.11.2002, ο προσφεύγων άσκησε έγκληση με δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής   για παράλειψη λύτρωσης από κίνδυνο ζωής και για άσκηση  βίας. Ξεκίνησε δικαστική έρευνα στις 07.12.2002. Στις 02.07.2004, ο ανακριτής αποφάσισε να διατηρήσει μόνο την κατηγορία εναντίον ορισμένων αστυνομικών για παράλειψη λύτρωσης από κίνδυνο ζωής. Μετά από έφεση του προσφεύγοντος, το Εφετείο ακύρωσε τη μερική παύση της ποινικής δίωξης   και διέταξε να συνεχιστεί η υπόθεση βάσει  των αρχικών διώξεων.

Μια δεύτερη διάταξη αρχειοθέτησης εκδόθηκε την 27.01.2006, απορρίπτοντας τις κατηγορίες  για άσκηση βίας από  πρόσωπα που τους αστυνομικούς. Ο προσφεύγων  άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε.

Στις 26.06.2009 ο προσφεύγων άσκησε αγωγή αποζημίωσης για αστική ευθύνη δημοσίου   για τη ζημία που υπέστη. Σε απόφαση της 04.04.2011, το δικαστήριο έκρινε ότι, στέλνοντας τις ειδικές δυνάμεις  για να συλλάβουν τον προσφεύγοντα, το κράτος είχε διαπράξει σοβαρή αμέλεια αναλαμβάνοντας την ευθύνη του. Το κράτος υποχρεώθηκε  να του καταβάλει 59.000 ευρώ ως αποζημίωση και 3.500 ευρώ για δικαστική δαπάνη. Στις 12 Απριλίου 2012, το Εφετείο Aix-en-Provence ακύρωσε την πρωτόδικη απόφασης και απέρριψε τους ισχυρισμούς του. Ο προσφεύγων καταδικάστηκε να καταβάλει 1.700 ευρώ σύμφωνα με το άρθρο 700 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Το Ακυρωτικό Δικαστήριο αναίρεσε την απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση  στο Εφετείο του Μονπελιέ. Με απόφαση της 27.01.2015, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι η παρέμβαση του GIPN είχε αιτιώδη συνάφεια με το επιζήμιο αποτέλεσμα που υπέστη ο προσφεύγων.  Έκρινε ότι δεν μπορούσε να αποδειχθεί ότι η παρέμβαση αυτή ήταν άσκοπη ή δυσανάλογη, δεδομένου όχι μόνο των πράξεων που διαπράχθηκαν από τον προσφεύγοντα για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά και για την επιμονή του να αντισταθεί στη σύλληψη. Ωστόσο, το Εφετείο διαπίστωσε ότι το κράτος είχε διαπράξει σοβαρή αμέλεια λόγω της μη παροχής ιατρικής περίθαλψης στον προσφεύγοντα ενώ ήταν υπό κράτηση. Το κράτος υποχρεώθηκε να καταβάλει συνολικά 7.000 ευρώ ως αποζημίωση και έξοδα για την έλλειψη ιατρικής περίθαλψης.

Στις 10 Φεβρουαρίου 2016, το Ακυρωτικό Δικαστήριο απέρριψε την αναίρεση του προσφεύγοντος.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 3

Το Δικαστήριο διαπίστωσε εξαρχής ότι όλα τα ιατρικά πιστοποιητικά του φακέλου καταγράφουν ότι ο προσφεύγων  υπέστη σημαντικούς τραυματισμούς. Εκτός από τη σωματική ταλαιπωρία, ο προσφεύγων υπέστη και ψυχική ταλαιπωρία.  Η σύλληψη του, πολύ νωρίς το πρωί στο σπίτι του, αφού η  εξώπορτα και η κυρίως είσοδος της οικίας του παραβιάστηκαν από  ένοπλους αξιωματικούς παρουσία της φίλης του και της κόρης του, είχε προκαλέσει αναγκαστικά έντονα συναισθήματα φόβου και άγχους σε αυτόν, με το ενδεχόμενο   να ταπεινωθεί στα μάτια του και στα μάτια της οικογένειάς του.

Όσον αφορά τον προγραμματισμό της επιχείρησης, το Δικαστήριο έκρινε ότι, κατ’ αρχήν, δεν ήταν καθήκον του να αποφανθεί σχετικά με την επιλογή μιας συγκεκριμένης μονάδας για τη σύλληψη ενός ατόμου που θα εξεταστεί σε ποινική έρευνα. Ωστόσο, επανέλαβε μια προηγούμενη διαπίστωση ότι η παρέμβαση ειδικών δυνάμεων, οι οποίες συνήθως εμπλέκονταν σε καταστάσεις ακραίας βίας ή ιδιαίτερα επικίνδυνες καταστάσεις που απαιτούσαν άμεσες και σταθερές αντιδράσεις, θα μπορούσε να συνεπάγεται ιδιαίτερους κινδύνους κατάχρησης εξουσίας και παραβίασης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Επομένως, η παρέμβαση τέτοιων μονάδων έπρεπε να περιβάλλεται από επαρκείς εγγυήσεις (βλ. Kučera κατά Σλοβακίας, αριθ. 48666/99, § 122, 17.07.2007).

Ο σκοπός της αστυνομικής παρέμβασης με τη βοήθεια του GIPN ήταν αρχικά η σύλληψη της οικογένειας  E.H. Ο διοικητής ζήτησε από τον ανακριτή την παρέμβαση του GIPN, το οποίο στη συνέχεια είχε συμφωνηθεί από τον Διευθυντή Δημόσιας Ασφάλειας, προκειμένου να συλλάβει, όχι τον προσφεύγοντα αλλά μόνο τα μέλη της οικογένειας που είχαν ήδη καταδικαστεί για βία και απαγωγή αστυνομικού. Μόνο μετά τη σύλληψη ορισμένων μελών αυτής της οικογένειας, ο αρχηγός της αστυνομίας R. εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία που παρέσχε η παρουσία του GIPN για να ζητήσει τη βοήθειά του στη σύλληψη του προσφεύγοντος, ο οποίος ήταν ύποπτος ότι εμπλεκόταν στο ίδιο αδικήματα, αλλά χωρίς να ενημερώσει τον ανακριτή ή να εξασφαλίσει τη συμφωνία του Διευθυντή Δημόσιας Ασφάλειας. Συνεπώς, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η επιχείρηση δεν συνοδεύτηκε από τις υφιστάμενες εσωτερικές διασφαλίσεις που συνήθως περιβάλλουν την παρέμβαση αυτού του τύπου ειδικής ομάδας.

Όσον αφορά τον χαρακτήρα του προσφεύγοντος, τα εγχώρια δικαστήρια έκριναν ότι ο ισχυρισμός περί επικινδυνότητας του προσφεύγοντος, ο οποίος είχε χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει την παρέμβαση του GIPN, προήλθε μόνο από δηλώσεις των αστυνομικών που είχαν ζητήσει την παρέμβαση και δεν υποστηρίχθηκε από οποιεσδήποτε αποδείξεις.

Επιπλέον, ορισμένα εσωτερικά δικαστήρια αμφισβήτησαν την αναλογικότητα της παρέμβασης του GIPN στις περιστάσεις της υπόθεσης. Το Ποινικό Δικαστήριο έκρινε στις 13.01.2009 ότι η παρέμβαση μιας ειδικής μονάδας όπως το GIPN σε προκαταρκτική έρευνα για απειλή ήταν ασυνήθιστη και ότι, μετά την επεισοδιακή  σύλληψη του προσφεύγοντα, δεν είχε ποτέ τεθεί υπό δικαστική έρευνα ούτε καν ανακρίθηκε από τον ανακριτή που είχε εκδώσει την διάταξη  που οδήγησε στην αστυνομική παρέμβαση.

Το Δικαστήριο παρατήρησε επίσης ότι το Εφετείο έκρινε ωστόσο ότι ήταν «πιθανό αυτή η επιλογή να είναι δυσανάλογη με την επικινδυνότητα που παρουσιάζει ο κ. Castellani».

Τέλος, ο φάκελος έδειξε ότι δεν έγινε καμία αναφορά σε προηγούμενες έρευνες για να καθοριστεί εάν ο προσφεύγων θα ήταν μόνος κατά τη σύλληψή του. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η πιθανή παρουσία μελών της οικογένειας του υπόπτου στον τόπο της σύλληψης έπρεπε να ληφθεί υπόψη στον σχεδιασμό και την εκτέλεση αυτού του τύπου αστυνομικής επιχείρησης. Η εν λόγω πιθανότητα  δεν υπήρχε στην παρούσα υπόθεση και η αστυνομία δεν είχε προγραμματίσει την επιχείρηση της  στο σπίτι της οικογένειας του προσφεύγοντος με βάση αυτή την προοπτική.

Αφού έλαβε υπόψη όλες τις ιδιαίτερες περιστάσεις το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αστυνομική επιχείρηση στο σπίτι του προσφεύγοντος δεν είχε προγραμματιστεί ή πραγματοποιηθεί κατά τρόπο ώστε να διασφαλιστεί ότι τα χρησιμοποιούμενα μέσα ήταν απολύτως απαραίτητα για την επίτευξη του τελικού στόχου της, δηλαδή τη σύλληψη προσώπου για το οποίο υπάρχει υπόνοια ότι διέπραξε ποινικό αδίκημα.

Όσον αφορά τη χρήση βίας από τους αστυνομικούς, δεν αμφισβητήθηκε, το  πρώτον, ότι οι καταγεγραμμένοι τραυματισμοί του προσφεύγοντος προκλήθηκαν από τους αστυνομικούς που τον συνέλαβαν ή, το δεύτερον, ότι ο προσφεύγων κτύπησε έναν από αυτούς με σιδερένια μπάρα. Ωστόσο, ο προσφεύγων και η κυβέρνηση είχαν διαφορετική εκδοχή για τα γεγονότα. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι το Ποινικό Δικαστήριο είχε αποφανθεί, με απόφαση που είχε καταστεί τελεσίδικη, ότι ο προσφεύγων  είχε την πεποίθηση ότι ενεργούσε νόμιμα δεδομένου ότι είχε δεχτεί επίθεση στο σπίτι του και ότι είχε ενεργήσει για αυτοάμυνα. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν μπορούσε να δεχτεί τον ισχυρισμό της Κυβέρνησης ότι ο προσφεύγων  είχε επιτεθεί με πρόθεση στους αστυνομικούς, μια εκδοχή που προήλθε μόνο από τους ισχυρισμούς των αστυνομικών που είχαν εμπλακεί στη σύλληψη και κατά των οποίων είχε κινηθεί μεταγενέστερα διαδικασία, χωρίς να υπάρχει  οποιαδήποτε άλλη απόδειξη στη δικογραφία για την υποστήριξη αυτής της κατηγορίας.

Ωστόσο, το Δικαστήριο παρατήρησε, πρώτον, ότι ο προσφεύγων δεν είχε κατηγορηθεί για αντίσταση στη σύλληψη και, δεύτερον, ότι οι ενέργειες ορισμένων αστυνομικών, οι οποίοι φορούσαν κράνη και προστατεύονταν από ασπίδες, ήταν ιδιαίτερα βίαιες.

Έτσι, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν δεν ήταν απολύτως αναγκαία για τη σύλληψη του προσφεύγοντος και ότι η φυσική δύναμη που χρησιμοποιήθηκε εναντίον του δεν κατέστη αναγκαία από τη συμπεριφορά του.

Υπήρξε συνεπώς παραβίαση του Άρθρου 3 της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση : 2.803 ευρώ για αποζημίωση και 20.000 ευρώ για ηθική βλάβη (επιμέλεια echrcaselaw.com).

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες