Απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση Αφγανών από Έλληνες αστυνομικούς!

ΑΠΟΦΑΣΗ

Sarwari κ.α. κατά Ελλάδας της 11.04.2019 (αρ. 38089/12)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Καταγγελία δέκα Αφγανών υπηκόων ότι υπέστησαν κακομεταχείριση από αστυνομικούς στο πλαίσιο αναζήτησης ενός Αφγανού φυγόδικου που είχε δραπετεύσει από μια αίθουσα του Δικαστηρίου. Εννέα από τους προσφεύγοντες κατήγγειλαν ότι υπέστησαν κακομεταχείριση στο κτίριο στο οποίο ζούσαν, ενώ ο δέκατος μέσα στο αστυνομικό τμήμα. Το Στρασβούργο διαπίστωσε ότι η δικαστική διαδικασία είχε διαρκέσει περίπου επτά έτη και ότι η προκαταρκτική ποινική εξέταση περιλάμβανε μία περίοδο αδράνειας μεγαλύτερη από ένα έτος. Ταυτόχρονα, η πιθανότητα ρατσιστικού κινήτρου δεν είχε εξεταστεί διεξοδικά και τα δικαστήρια δεν έδωσαν τη δέουσα βαρύτητα σε ορισμένους παράγοντες, όπως στο γεγονός ότι οι αστυνομικοί είχαν ενεργήσει στο πλαίσιο μιας άτυπης επιχείρησης, οι προσφεύγοντες δεν είχαν επιχειρήσει να επιτεθούν στους αστυνομικούς και δεν είχαν εμπλακεί σε βίαιη συμπεριφορά, ενώ ένας από τους προσφεύγοντες ήταν ανήλικος κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Το ΕΔΔΑ, επίσης, έκρινε ότι η μεταχείριση στην οποία υποβλήθηκαν οι τέσσερις από τους προσφεύγοντες αποτελούσε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, δεδομένου ότι οι αστυνομικοί τους είχαν κλωτσήσει και χτυπήσει με μπαστούνια σε διάφορα μέρη του σώματος τους, προκαλώντας τους σωματικές κακώσεις. Αντίθετα, οι ιατρικές εκθέσεις που αφορούσαν τους υπόλοιπους πέντε προσφεύγοντες δεν εξακρίβωσαν την αιτία των  τραυματισμών τους και το ΕΔΔΑ κατέληξε ότι αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην έλλειψη εμπεριστατωμένης και αποτελεσματικής έρευνας από τις εθνικές αρχές. Παραβίαση της διαδικαστικής και της ουσιαστικής πτυχής του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες είναι δέκα Αφγανοί υπήκοοι που γεννήθηκαν μεταξύ 1975 και 1988. Τον Δεκέμβριο του 2004 ο R.A.N. (Αφγανός υπήκοος) δραπέτευσε από αίθουσα δικαστηρίου ενώ βρίσκονταν υπό την επίβλεψη των αστυνομικών H.D. και Ε.Κ..

Στη συνέχεια, ο H.D. και Ε.Κ. έψαξαν για το φυγόδικο, τόσο μόνοι τους, όσο και με συναδέλφους τους από την αστυνομία, μεταξύ άλλων και σε ένα κτίριο, όπου ζούσαν κάποιοι υπήκοοι του Αφγανιστάν. Λίγες μέρες αργότερα ένας τηλεοπτικός σταθμός εξέδωσε μια έκθεση που περιείχε ισχυρισμούς ότι οι αστυνομικοί είχαν κακομεταχειριστεί ορισμένους Αφγανούς υπηκόους μετά από βίαιη είσοδό τους στο ξενοδοχείο όπου διαμένουν.

Τα γεγονότα, που έλαβαν χώρα στις 14 και 15 Δεκεμβρίου 2004, καθορίστηκαν ως εξής από το Ποινικό Εφετείο της Αθήνας. Οι δύο αστυνομικοί – μαζί με άλλους αστυνομικούς που δεν μπορούσαν να εντοπιστούν και οι οποίοι ήταν με πολιτικά- πήγαν σε ένα κτίριο όπου ζούσαν πολλοί Αφγανοί υπήκοοι, για να αναζητούν τον φυγόδικο (R.A.N.). Ξύπνησαν όλους τους ανθρώπους που διαμένουν εκεί, τους οδήγησαν στο σαλόνι του κτιρίου και τους ανάγκασαν να  κοιτάξουν τον τοίχο. Στη συνέχεια τους έδειξαν μια φωτογραφία του φυγόδικου, ζητώντας τους να τον γνωρίσουν και αν τον είχαν δει στην περιοχή.

Τελικά, τους κλώτσησαν και τους χτύπησαν με μπαστούνια. Την επόμενη μέρα επέστρεψαν στο κτίριο και επανέλαβαν τις πράξεις τους. Επιπλέον, ένας από τους προσφεύγοντες ισχυρίστηκε ότι είχε υποστεί κακομεταχείριση στο αστυνομικό τμήμα στις 15 Δεκεμβρίου 2004.

Σε διαφορετικές ημερομηνίες οι προσφεύγοντες υποβλήθηκαν σε ιατρικές εξετάσεις και μερικοί από αυτούς έφεραν σωματικές βλάβες. Εννέα από τους προσφεύγοντες υπέβαλαν καταγγελίες και όλοι οι προσφεύγοντες κατέθεσαν επίσης αγωγή αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου.

Διεξήχθη διοικητική έρευνα και πειθαρχική διαδικασία. Τον Ιούνιο του 2006 το Πειθαρχικό Συμβούλιο επέβαλε προσωρινή αναστολή έξι μηνών στον H.D. και Ε.Κ. Οι κυρώσεις δεν επιβλήθηκαν, καθώς ο H.D. δεν ήταν εν υπηρεσία και ο E.K. είχε εγκαταλείψει την υπηρεσία.

Επίσης κινήθηκαν ποινικές διαδικασίες. Τον Μάρτιο του 2012, το Εφετείο καταδίκασε τον H.D. σε φυλάκιση 20 μηνών και τον E.K. σε φυλάκιση 25 μηνών για απρόκλητη επίθεση. Και οι δυο ποινές δόθηκαν με αναστολή.

Βασιζόμενοι, ειδικότερα, στο άρθρο 3 (απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης) και στο άρθρο 6 (δικαίωμα δίκαιης δίκης), οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι είχαν υποστεί κακομεταχείριση από την αστυνομία. Επίσης, διαμαρτυρήθηκαν για την έρευνα και τις δικαστικές διαδικασίες, καθώς και για τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 3 (απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης)

Όσον αφορά το παραδεκτό της προσφυγής, το Δικαστήριο έκρινε παραδεκτές εννιά προσφυγές των προσφευγόντων και απαράδεκτη μια προσφυγή ενός προσφεύγοντα, ο οποίος υπέβαλε εκπρόθεσμα την προσφυγή στο Δικαστήριο και δεν υπέβαλε καταγγελία στις εγχώριες αρχές.

Όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των ερευνών, το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση της διαδικαστικής πτυχής του Άρθρου 3 όσον αφορά εννέα προσφεύγοντες, επισημαίνοντας ιδίως τα εξής:

Η διαδικασία διήρκησε επτά έτη και τρεις μήνες. Επιπλέον, το προκαταρκτικό στάδιο της ποινικής έρευνας, που διήρκεσε πέντε χρόνια, περιλάμβανε μια περίοδο αδράνειας μεγαλύτερη του ενός έτους, γεγονός που ενδέχεται να έθεσε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα της έρευνας. Ο διαδραμών χρόνος επηρέασε αναπόφευκτα το πλήθος και την ποιότητα των αποδεικτικών στοιχείων, ενώ η έλλειψη επιμέλειας έθεσε σε αμφιβολία την καλή πίστη των ερευνητικών προσπαθειών.

Οι εκθέσεις των ιατροδικαστών είχαν έλλειψη ακρίβειας και η ποιότητά τους ήταν πολύ κατώτερη των προτεινόμενων πρότυπων της Επιτροπής για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων και της Απάνθρωπης ή Ταπεινωτικής μεταχείρισης ή Τιμωρίας (CPT)  και τις κατευθυντήριες γραμμές του Πρωτοκόλλου της Κωνσταντινούπολης. Πιο συγκεκριμένα, δεν περιέχονταν καταθέσεις των περιστατικών από τους προσφεύγοντες ή τυχόν ενδείξεις σχετικά με το πότε είχαν λάβει χώρα. Περιείχαν απλώς αναφορές ότι δεν είχαν βρεθεί τραυματισμοί, χωρίς να αναφέρουν εάν η εξέταση πραγματοποιήθηκε με τη συνδρομή ενός διερμηνέα, καθώς  οι προσφεύγοντες δεν μιλούσαν ελληνικά.

Η πιθανότητα ενός ρατσιστικού κινήτρου δεν είχε εξεταστεί διεξοδικά από το Εφετείο. Επιπλέον, ο H.D. και Ε.Κ. δεν είχαν εξεταστεί σε κανένα στάδιο σχετικά με την γενική τους στάση έναντι της εθνοπολιτιστικής ομάδας στην οποία ανήκαν τα θύματα. Ομοίως, τα ερευνητικά όργανα δεν είχαν προσπαθήσει να εξακριβώσουν, για παράδειγμα, εάν ο κατηγορούμενος είχε εμπλακεί σε βίαιες πράξεις και περιστατικά με φυλετική χροιά στο παρελθόν ή αν είχαν συγγενείς, για παράδειγμα, με εξτρεμιστικές ή ρατσιστικές ιδεολογίες.

Τα δικαστήρια δεν είχαν δώσει τη δέουσα προσοχή σε ορισμένους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι οι αστυνομικοί είχαν ενεργήσει στο πλαίσιο μιας άτυπης επιχείρησης, δεν είχαν λάβει ένταλμα σύλληψης ή έρευνας, δεν υπήρξε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της χρήσης βίας από τους αστυνομικούς και της συμπεριφοράς των προσφευγόντων  (οι οποίοι δεν είχαν επιχειρήσει να επιτεθούν στους αστυνομικούς και δεν είχαν ασκήσει βίαιη συμπεριφορά) και ένας από τους προσφεύγοντες ήταν ανήλικος κατά τον κρίσιμο χρόνο.

Τα εθνικά δικαστήρια είχαν αναγνωρίσει την ύπαρξη ελαφρυντικών περιστάσεων και είχαν επιβάλει ποινές με αναστολή, με αποτέλεσμα οι αστυνομικοί να μην εκτίσουν ποτέ τις  ποινές. Τέλος, οι πειθαρχικές κυρώσεις (εξαμηνιαία προσωρινή αναστολή) δεν είχαν επιβληθεί.

Ένας από τους προσφεύγοντες δεν είχε συμμετάσχει επαρκώς στη δίκη, και ο προσφεύγων που υπέπεσε σε κακομεταχείριση στο αστυνομικό τμήμα δεν είχε το πλεονέκτημα μιας αποτελεσματικής έρευνας.

Όσον αφορά τους ισχυρισμούς περί βασανιστηρίων και κακομεταχείρισης (ουσιαστική πτυχή), το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε παραβίαση της ουσιαστικής πτυχής του άρθρου 3 όσον αφορά πέντε προσφεύγοντες και παραβίαση επί της ουσίας του άρθρου 3 όσον αφορά τέσσερις προσφεύγοντες. Παρατήρησε ιδίως τα ακόλουθα σημεία:

Πρώτον, το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι ιατρικές εκθέσεις που αφορούσαν πέντε από τους προσφεύγοντες δεν κατέληξαν στο συμπέρασμα όσον αφορά την πιθανή προέλευση των τραυματισμών τους και ότι τα αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου δεν παρέχουν επαρκή βεβαιότητα, πέρα ​​από εύλογες αμφιβολίες, για το από τι προκλήθηκαν. Αυτό οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην απουσία διεξοδικής και αποτελεσματικής έρευνας από τις εθνικές αρχές. Υπήρχαν επομένως, ανεπαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να αποδεικνύουν πέραν της εύλογης αμφιβολίας ότι οι εν λόγω προσφεύγοντες είχαν υποστεί την εικαζόμενη μεταχείριση.

Δεύτερον, το Δικαστήριο σημείωσε ότι το Εφετείο έχει καταστήσει σαφές ότι διαπράχθηκε βίαιη  επίθεση εις βάρος τεσσάρων προσφευγόντων. Συγκεκριμένα, το Εφετείο έκρινε ότι ο H.D. και Ε.Κ. είχαν κλωτσήσει και χτυπήσει τους προσφεύγοντες και μάλιστα με μπαστούνια σε διάφορα μέρη του σώματος τους, προκαλώντας τους σωματικές κακώσεις. Επιπλέον, είχε διαπιστώσει ότι οι δράστες ήταν ένοχοι  για μη προκληθείσα επίθεση των προσφευγόντων και χαρακτηρίσει την πράξη ως «σωματική βλάβη». Σύμφωνα με τη γνώμη του Δικαστηρίου η μεταχείριση στην οποία υποβλήθηκαν αυτοί οι τέσσερις προσφεύγοντες συνιστούσε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ελλάδα έπρεπε να καταβάλει 26.000 ευρώ σε έναν από τους προσφεύγοντες, ποσό 19.500 ευρώ σε κάθε έναν από τους τέσσερις προσφεύγοντες και 16.000 ευρώ σε τέσσερις ακόμη προσφεύγοντες για την ηθική βλάβη που υπέστησαν. Επίσης, επιδικάσθηκε στους προσφεύγοντες από κοινού συνολικά το ποσό των 500 ευρώ για τα έξοδα και τις δαπάνες(επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες