Αδικαιολόγητη βίαιη αστυνομική επιδρομή κατά συνοικισμού Ρομά με τραυματισμούς. Καταδίκη για εξευτελιστική μεταχείριση και ρατσιστικά κίνητρα!

ΑΠΟΦΑΣΗ

Lingurar κατά Ρουμανίας της 16.04.2019 (αρ. 48474/14)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Επιδρομή από 85 αστυνομικούς στην κοινότητα των Ρομά στη Ρουμανία και τραυματισμός των προσφευγόντων.  Το Στρασβούργο διαπίστωσε ότι δεν υπήρξε καμία δικαιολογία για τη δυσανάλογη χρήση βίας κατά τη διάρκεια της επιδρομής κατά των μελών της προσφεύγουσας οικογένειας. Οι προσφεύγοντες ήταν άοπλοι και δεν είχαν ποτέ κατηγορηθεί για οποιοδήποτε βίαιο έγκλημα. Διαπίστωσε επίσης ότι οι προσφεύγοντες είχαν γίνει στόχο επειδή οι αρχές θεωρούσαν τη κοινότητα Ρομά ως εγκληματική. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη φυλετική κατηγοριοποίησή τους και τη μεροληπτική δράση των αρχών. Παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ (απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης) αναφορικά με την κακομεταχείριση της προσφεύγουσας οικογένειας κατά τη διάρκεια της επιδρομής. Παραβίαση του άρθρου 14 (απαγόρευση των διακρίσεων) σε συνδυασμό με το άρθρο 3 λόγω του ότι η επιδρομή είχε ρατσιστικό κίνητρο και η σχετική έρευνα ήταν αναποτελεσματική.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 3

Άρθρο 14

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η υπόθεση αφορά μια επιδρομή 85 αστυνομικών στη κοινότητα των Ρομά στο Vâlcele της Ρουμανίας το 2011.

Οι προσφεύγοντες, Aron Lingurar, Ana Maria Lingurar, Aron Lingurar και Elena Lingurar, είναι υπήκοοι της Ρουμανίας οι οποίοι γεννήθηκαν το 1949, το 1994, το 1985 και το 1957 αντίστοιχα και ζουν στη Vâlcele. Είναι όλοι τους Ρομά.

Σύμφωνα με την οικογένεια των προσφευγόντων, πολλοί αστυνομικοί φορώντας ειδικά ρούχα, συμπεριλαμβανομένων κουκούλας, έσπασαν την μπροστινή πόρτα κατά τη διάρκεια της επιδρομής στις πρώτες πρωινές ώρες 15 Δεκεμβρίου 2011, τους έσυραν από το κρεβάτι και τους χτύπησαν. Οι δύο άντρες της οικογένειας κακοποιήθηκαν περαιτέρω στην αυλή, και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στο τοπικό αστυνομικό τμήμα για ανάκριση. Απελευθερώθηκαν την ίδια ημέρα με πρόστιμο για παράνομη κοπή ξυλείας. Η οικογένεια πήγε στο τοπικό νοσοκομείο μετά την επιδρομή για θεραπεία κοιλιακού και θωρακικού πόνου και με μώλωπες. Ιατρικές αναφορές για τρεις από τους προσφεύγοντες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι τραυματισμοί τους μπορούσαν να προκληθούν από χτυπήματα με σκληρά αντικείμενα.

Το 2012, η ​​οικογένεια υπέβαλε μήνυση κατηγορώντας την αστυνομία για βία. Αρχική έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για τη δίωξη, τα δικαστήρια διέταξαν τις εισαγγελικές αρχές να διεξαγάγουν περαιτέρω έρευνες και, ιδίως, να δικαιολογήσουν τα τραύματα των προσφευγόντων. Η νέα έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι άνδρες προσφεύγοντες πρέπει να τραυματίστηκαν, όταν η αστυνομία χρησιμοποίησε δύναμη για να τους ακινητοποιήσει, οι τραυματισμοί θα μπορούσαν να εξηγηθούν από  «συμπεριφορά που αφορά ειδικά τους Ρομά», δηλαδή το τράβηγμα των δικών τους μαλλιών και το γεγονός ότι αυτοχαστουκίζονται στο πρόσωπο.

Ο εισαγγελέας σημείωσε επίσης ότι οι περισσότεροι από τους κατοίκους του Vâlcele ήταν γνωστοί για παραβίαση του νόμου και  για επιθετικότητα εναντίον της αστυνομίας.

Τα δικαστήρια απέρριψαν τελικά τις καταγγελίες των προσφευγόντων σχετικά με τις αποφάσεις των εισαγγελέων το 2014. Θεώρησαν ότι οι εξηγήσεις των εισαγγελέων για τους τραυματισμούς των προσφευγόντων ήταν εύλογες και εκτίμησαν ότι οι αστυνομικοί δεν είχαν χρησιμοποιήσει υπερβολική δύναμη.

Τόσο οι εισαγγελικές αρχές όσο και τα δικαστήρια απέρριψαν τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων ότι αποτελούσε συστηματική πρακτική στην περιοχή η αστυνομία να επιτίθεται στη κοινότητα των Ρομά.

Επικαλούμενοι το άρθρο 3 (απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης) και το άρθρο 14 (απαγόρευση διακρίσεων), η προσφεύγουσα οικογένεια διαμαρτύρεται για την κακομεταχείριση από την αστυνομία, ότι η διερεύνηση των ισχυρισμών τους ήταν αναποτελεσματική και η δικαιολογία των αρχών για την επιδρομή ήταν ρατσιστική.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Κακομεταχείριση

Οι προσφεύγοντες είχαν υποστεί τραυματισμούς, οι οποίοι απαιτούσαν ιατρική περίθαλψη μετά την επιδρομή των αστυνομικών και οι οποίοι ανέρχονταν στο ελάχιστο επίπεδο σοβαρότητας βάσει του άρθρου 3. Η κυβέρνηση είχε υποστηρίξει ότι η χρήση βίας ήταν αναγκαία λόγω της επιθετικής συμπεριφοράς των προσφευγόντων. Ωστόσο, δεν είχε κινηθεί καμία διαδικασία εναντίον των προσφευγόντων για οποιοδήποτε βίαιο έγκλημα. Πράγματι, δεν υπήρχε τίποτα που να αποδεικνύει ότι οι τέσσερις αστυνομικοί που ήταν υπεύθυνοι για την επιδρομή στην οικία των προσφευγόντων, μέλος μιας ομάδας 85 άρτια καταρτισμένων αστυνομικών ειδικευμένων στην άμεση παρέμβαση, είχαν  υποστεί οτιδήποτε από τους άοπλους προσφεύγοντες.

Επιπλέον, δεν υπήρχαν αποδείξεις, πέραν των δηλώσεων της αστυνομίας, που να επιβεβαιώνουν ότι οι τραυματισμοί των γυναικών προσφευγόντων είχαν προέλθει από αυτοτραυματισμούς.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν ήταν πεπεισμένο ότι η βία που χρησιμοποίησαν οι αστυνομικοί κατά τη διάρκεια της επιδρομής, ήταν ανάλογη και έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3.

Ρατσιστικά κίνητρα αναφορικά με την επιδρομή της αστυνομίας

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι, για να δικαιολογήσει την επιδρομή, η κυβέρνηση είχε υποβάλει το σχέδιο αστυνομικής παρέμβασης που είχε συνταχθεί πριν από τις 15 Δεκεμβρίου 2011. Το σχέδιο κατέστησε σαφές ότι η επιδρομή είχε ως στόχο την αντικοινωνική συμπεριφορά και το υψηλό ποσοστό εγκληματικότητας μεταξύ αυτών των ομάδων.

Ομοίως, οι ανακριτικές αρχές εξήγησαν την υποτιθέμενη επιθετικότητα των προσφευγόντων βάση των εθνοτικών χαρακτηριστικών  ή των «ειδικών συνηθειών» των Ρομά.

Επομένως, οι προσφεύγοντες είχαν γίνει στόχος, επειδή ήταν Ρομά και επειδή οι αρχές είχαν θεωρήσει την κοινότητα των Ρομά εν γένει ως εγκληματική. Αυτό αποδείκνυε ότι οι αρχές είχαν αυτόματα συσχετίσει την εθνότητα με εγκληματική συμπεριφορά. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι αυτό είχε ανέρχονταν σε φυλετική κατηγοριοποίηση των προσφευγόντων και ότι εισήγαγε διακρίσεις, κατά παράβαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 3.

Έλλειψη αποτελεσματικής έρευνας

Το Δικαστήριο παρατήρησε τα στοιχεία που παρουσίασαν οι διάδικοι ότι οι κοινότητες των Ρομά συχνά αντιμετώπιζαν  θεσμοθετημένο ρατσισμό και αποτελούσαν θύματα της υπερβολικής χρήσης βίας από τις αρχές επιβολής του νόμου στη Ρουμανία. Οι ίδιοι οι προσφεύγοντες είχαν διαμαρτυρηθεί στις αρχές σχετικά με τη συστηματική αυτή βία κατά την έρευνα των ισχυρισμών τους.

Σε μια τέτοια κατάσταση, οι αρχές θα έπρεπε να έχουν κάνει ό, τι είναι δυνατό για να διερευνήσουν εάν η διάκριση είχε παίξει ρόλο στην επιδρομή. Ωστόσο, τόσο οι εγχώριες αρχές όσο και τα δικαστήρια είχαν απορρίψει τους ισχυρισμούς των διαδίκων περί δυσμενούς διακρίσεως χωρίς να προβούν σε ενδελεχή έρευνα. Πράγματι, η ποινική δίωξη είχε αποδεχθεί την αιτιολόγηση της αστυνομίας για τη χρήση βίας με βάση την αντίληψη ότι όλοι οι Ρομά ήταν εγκληματίες.

Υπήρξε, επομένως, επίσης παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 3, αναφορικά με  την έρευνα. Λαμβανομένης υπόψη της διαπίστωσης αυτής, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν προέκυπτε χωριστό ζήτημα μόνο βάσει του άρθρου 3 αναφορικά με την αιτίαση των προσφευγόντων ότι η ποινική έρευνα ήταν αναποτελεσματική.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ρουμανία έπρεπε να καταβάλει σε κάθε προσφεύγοντα 11.700 ευρώ για ηθική βλάβη και 2.251 ευρώ για έξοδα και δαπάνες(επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες