Γάμος μεταξύ κουνιάδων. Ακύρωση του γάμου μετά από δέκα χρόνια έγγαμης συμβίωσης και αφού οι ελληνικές αρχές είχαν εκδώσει άδεια γάμου. Η ακύρωση του γάμου από τα ελληνικά δικαστήρια παραβίασε το δικαίωμα σε γάμο. Καταδίκη της Ελλάδας

ΑΠΟΦΑΣΗ

Θεοδώρου και Τσοτσορού κατά Ελλάδας της 5.09.2019 (αρ. προσφ. 57854/15)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Γάμος μεταξύ κουνιάδων. Δικαστική απόφαση, η οποία ακυρώνει τον γάμο των προσφευγόντων διότι ήταν πρώην «κουνιάδοι». Ο πρώτος προσφεύγων παντρεύτηκε την αδερφή της πρώην συζύγου του. Τα ελληνικά δικαστήρια,  ακύρωσαν τον γάμο των προσφευγόντων 10  χρόνια μετά τη σύναψή του, στηριζόμενα  στο άρθρο 1357 του Αστικού Κώδικα, που απαγορεύει το γάμο μεταξύ προσώπων που συνδέονται με συγγένεια εξ αγχιστείας σε πλάγια γραμμή μέχρι τρίτου βαθμού.

Κατά το Στρασβούργο, παρότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές ήταν υποχρεωμένες να επαληθεύσουν την τήρηση των νομικών όρων για τη σύναψη ενός γάμου, αυτές δεν είχαν εκφράσει οποιεσδήποτε αμφιβολίες πριν από την έκδοση της άδειας του γάμου. Επίσης, η καταγγέλλουσα πρώην σύζυγος δεν είχε διαμαρτυρηθεί στον εισαγγελέα σχετικά με το γάμο για χρονικό διάστημα ενάμιση σχεδόν χρόνου, ενώ ο εισαγγελέας υπέβαλε αίτηση στο δικαστήριο δύο χρόνια μετά τον γάμο. Για το ΕΔΔΑ, δεν κρίθηκαν πειστικά τα επιχειρήματα περί κινδύνου σύγχυσης  και διατάραξης της ενότητας ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας, δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες δεν ήταν συγγενείς εξ αίματος και δεν είχαν παιδιά μαζί. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η ακύρωση του γάμου των προσφευγόντων δέκα χρόνια μετά, είχε περιορίσει δυσανάλογα το δικαίωμά τους να παντρεύονται σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο πυρήνας και η ουσία του δικαιώματος αυτού να έχουν πληγεί. Παραβίαση του άρθρου 12 (δικαίωμα στο γάμο) της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 12

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες, Γεώργιος Θεοδώρου και Σοφία Τσοτσορού, είναι Έλληνες υπήκοοι που γεννήθηκαν το 1951 και 1957 αντίστοιχα. Ζουν στην Κορωπί.

Το 1971 ο πρώτος προσφεύγων παντρεύτηκε την Π.Τ, με την οποία απέκτησε μια κόρη. Το 2001 ο γάμος λύθηκε με δικαστική απόφαση. Κατά την απόφαση διαζυγίου οι σύζυγοι ζούσαν χωριστά από το 1996. Το 2004 εκδόθηκε διαζευκτήριο.

Το 2005 ο πρώτος προσφεύγων παντρεύτηκε με θρησκευτικό γάμο την αδελφή της πρώην συζύγου του και δεύτερη προσφεύγουσα. Το επόμενο έτος, η πρώην σύζυγος κατήγγειλε στο γραφείο του εισαγγελέα τον γάμο αυτό, ζητώντας την ακυρότητά του λόγω συγγένειας εξ αγχιστείας μεταξύ των δύο συζύγων.

Το 2010 το Πρωτοδικείο ακύρωσε το γάμο βάσει του άρθρου 1357 του ελληνικού Αστικού Κώδικα, ο οποίος απαγορεύει, μεταξύ άλλων, τον γάμο μεταξύ προσώπων που συνδέονται με συγγένεια εξ αγχιστείας σε πλάγια γραμμή μέχρι τρίτου βαθμού.

Στην απόφασή του, το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι προσφεύγοντες ήταν συγγενείς εξ αγχιστείας δευτέρου βαθμού σε πλάγια γραμμή και ότι ο ελληνικός αστικός κώδικας απαγόρευε το γάμο για λόγους ευπρέπειας και σεβασμού του θεσμού της οικογένειας. Η έφεση των προσφευγόντων απορρίφθηκε και ο γάμος ακυρώθηκε αμετάκλητα από τον Άρειο Πάγο στις 29 Ιουνίου 2015 μετά την απόρριψη της αναίρεσής τους.

Οι προσφεύγοντες επικαλέστηκαν το άρθρο 12 και το δικαίωμα τους στο γάμο.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ….

Άρθρο 12

Το ΕΔΔΑ επεσήμανε τα εξής:

Πρώτον, υπήρχε συναίνεση στα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης όσον αφορά στη μη ύπαρξη  κωλύματος του γάμου μεταξύ κουνιάδων. Μόνο δύο από τα μέλη, η Ιταλία και ο Άγιος Μαρίνος, είχαν εισάγει ένα τέτοιο κώλυμα στο γάμο, αλλά ακόμη και τότε αυτό το εμπόδιο δεν ήταν απόλυτο. Το Δικαστήριο προσέδωσε ιδιαίτερη σημασία σε αυτή την Ευρωπαϊκή ομοφωνία.

Δεύτερον, οι προσφεύγοντες δεν είχαν αντιμετωπίσει κανένα εμπόδιο πριν από τη σύναψη του γάμου τους και οι εθνικές αρχές δεν είχαν φέρει αντιρρήσεις. Επιπλέον, ο ελληνικός νόμος έθετε μια σειρά από διαδικαστικές προϋποθέσεις πριν από τη σύναψη του γάμου. Ειδικότερα, άτομα που προτίθενται να συνάψουν γάμο έπρεπε να ανακοινώνουν δημόσια την πρόθεσή τους τους. Για το γάμο αυτό δεν είχαν διατυπωθεί αντιρρήσεις μετά τη δημοσίευση της σχετικής ανακοίνωσης. Η Π.Τ. δεν είχε διαμαρτυρηθεί στον εισαγγελέα σχετικά με το γάμο για διάστημα ενός χρόνου και πέντε μηνών και ο εισαγγελέας υπέβαλε αίτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο για ακύρωσή του  επτά μήνες αργότερα, δηλαδή, δύο χρόνια μετά τον γάμο.

Τρίτον, οι αρμόδιες αρχές ήταν υποχρεωμένες να επαληθεύσουν την τήρηση των νομικών όρων για τη σύναψη ενός προβλεπόμενου γάμου και να εκδίδουν άδεια γάμου μόνον εφόσον πληρούνταν οι προϋποθέσεις αυτές. Εν προκειμένω, οι αρμόδιες αρχές δεν είχαν εκφράσει οποιεσδήποτε αμφιβολίες πριν από την έκδοση αυτής της άδειας. Το ζήτημα της εγκυρότητας του γάμου τέθηκε μόνο μεταγενέστερα και οι προσφεύγοντες ήδη απολάμβαναν τόσο τη νομική, όσο και την κοινωνική αναγνώριση της σχέσης που προκύπτει από το γάμο τους, αλλά και την προστασία που παρέχεται αποκλειστικά στα παντρεμένα ζευγάρια για περισσότερο από δέκα χρόνια.

 Τέταρτον, όσον αφορά τα επιχειρήματα της κυβέρνησης σχετικά με τις «βιολογικές εκτιμήσεις» και τον κίνδυνο σύγχυσης, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα προβλήματα αυτά δεν προέκυψαν εν προκειμένω. Δεν ήταν σαφές ποια είναι ακριβώς αυτά τα βιολογικά συμπεράσματα ή ο πρακτικός κίνδυνος σύγχυσης που εμπόδιζαν τον γάμο των προσφευγόντων, δεδομένου ότι δεν ήταν συγγενείς εξ αίματος και δεν είχαν παιδιά μαζί. Επιπλέον, όσον αφορά το επιχείρημα της κυβέρνησης ότι υπήρχε κοινωνική ανάγκη ενότητας και επικοινωνίας μεταξύ των μελών μιας οικογένειας και του εξωτερικού κόσμου, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η Κυβέρνηση δεν είχε διευκρινίσει πώς η εν λόγω απαγόρευση θα μπορούσε να συνδράμει σε αυτή την ενότητα.

Πέμπτον, οι προσφεύγοντες στερήθηκαν επί του παρόντος όλα τα δικαιώματα που απονέμονται στα παντρεμένα ζευγάρια, τα οποία είχαν παρ’ όλα απολαύσει για δέκα χρόνια. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ακύρωση του γάμου των προσφευγόντων είχε περιορίσει δυσανάλογα το δικαίωμά τους να παντρευτούν σε τέτοιο βαθμό, ώστε η ίδια η ουσία του δικαιώματος αυτού να έχει πληγεί.

Κατά συνέπεια, διαπίστωσε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 12.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ελλάδα έπρεπε να καταβάλει από κοινού στους προσφεύγοντες 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική. τους βλάβη και 4,120,79 ευρώ για έξοδα και δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες