Η διοικητική επιβολή προσαύξησης φόρου και η παράλληλη ποινική καταδίκη για την ίδια φορoλογική παράβαση παραβιάζει την αρχή ne bis in idem. Τα πρόστιμα και οι προσαυξήσεις φόρου έχουν ποινικό χαρακτήρα

ΑΠΟΦΑΣΗ

Bjarni Ármannsson κατά της Ισλανδίας της 16.04.2019 (αρ. 72098/14)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η επιβολή φορολογικών προσαυξήσεων και προστίμων από τις φορολογικές αρχές έχει ποινικό χαρακτήρα. Σε βάρος του προσφεύγοντος επιβλήθηκε  αμετάκλητα από τις φορολογικές αρχές προσαύξηση 25% επί του οφειλόμενου φόρου, την οποία και κατέβαλε μαζί με τους φόρους. Παράλληλα ασκήθηκε για την φορολογική παράβαση και ποινική δίωξη σε βάρος του προσφεύγοντος και καταδικάστηκε αμετάκλητα σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών και σε χρηματική ποινή. Καταγγελία ότι η καταδίκη του προσφεύγοντος για  φορολογικά αδικήματα παραβίασε την αρχή του ne bis in idem. Το Στρασβούργο διαπίστωσε ειδικότερα ότι υπήρξε επικάλυψη των προκείμενων διαδικασιών και πράγματι ο προσφεύγων είχε δικαστεί και τιμωρηθεί δύο φορές για το ίδιο αδίκημα. Παραβίαση του άρθρου 4 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου  της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 4 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Bjarni Ármannsson, είναι υπήκοος της Ισλανδίας, η οποία γεννήθηκε το 1968 και κατοικεί στο Frederiksberg της Δανίας. Ήταν διευθύνων σύμβουλος μιας από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Ισλανδίας, της Glitnir, από τον Σεπτέμβριο του 1997 έως τον Απρίλιο του 2007.

Η υπόθεση αφορά την καταδίκη του για σοβαρά φορολογικά αδικήματα τα οποία φέρεται ότι παραβίασαν την αρχή του ne bis in idem.

Τον Ιούλιο του 2009, η Διεύθυνση Φορολογικού Ελέγχου πραγματοποίησε έλεγχο στον προσφεύγοντα για να εξετάσει αν είχε δηλώσει κέρδη από την πώληση μετοχών που είχε λάβει όταν παραιτήθηκε από Διευθύνων Σύμβουλος της Glitnir. Τον Ιανουάριο του 2012, η Διεύθυνση Εσωτερικών Εσόδων του έστειλε επιστολή κοινοποίησης η οποία ανέφερε ότι οι φόροι του για τα φορολογικά έτη 2007 έως 2009 είχαν επανεκτιμηθεί. Τον Μάιο του 2012, διαπίστωσε ότι, με βάση την έκθεση ελέγχου και λαμβάνοντας υπόψη τις θέσεις του προσφεύγοντος, δεν είχε δηλώσει σημαντικό εισόδημα από κεφάλαιο που εισπράχθηκε από το 2006 έως το 2008. Κατά συνέπεια, επανεξέτασε τους φόρους και επέβαλε προσαύξηση φόρου 25%. Ο προσφεύγων κατέβαλε τους φόρους και την προσαύξηση.

Η απόφαση της Διεύθυνσης Εσωτερικών Εσόδων έγινε αμετάκλητη τον Αύγουστο του 2012.

Τον Μάρτιο του 2012 η Διεύθυνση Φορολογικής Έρευνας ανέφερε το ζήτημα στον Ειδικό Εισαγγελέα. Ο δικηγόρος του Ármannsson διαμαρτυρήθηκε και ισχυρίστηκε ότι η προθεσμία για την αντίκρουση της φορολογικής επανεκτίμησης δεν είχε λήξει και ότι η παραπομπή ήταν αβάσιμη. Τον Δεκέμβριο του 2012 ο Ειδικός Εισαγγελέας, ωστόσο, άσκησε ποινική δίωξη σε βάρος του προσφεύγοντος για μη δήλωση εισοδήματος στις φορολογικές δηλώσεις του 2007 έως το 2009.

Το Περιφερειακό Δικαστήριο τον έκρινε ένοχο τον Ιούνιο του 2013 και τον καταδίκασε σε έξι μήνες φυλάκιση, με αναστολή επί διετία, και την καταβολή χρηματικής ποινής ύψους 38.850.000 ισλανδικών Krónur (ισοτιμίας ISK περίπου 241.000 ευρώ). Ο ίδιος προσέφυγε κατά της απόφασης του Περιφερειακού Δικαστηρίου. Τον Μάιο του 2014 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την καταδίκη του. Η ποινή του  αυξήθηκε σε φυλάκιση οκτώ μηνών, με αναστολή και πάλι επί διετία και μειώθηκε η χρηματική ποινή κατά 3.000.000 ISK.

Βασιζόμενος στο άρθρο 4 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (δικαίωμα να μην δικαστεί κανείς ή να τιμωρηθεί δύο φορές) ο  προσφεύγων διαμαρτυρήθηκε ότι, μέσω της επιβολής φορολογικών προσαυξήσεων και την επακόλουθη ποινική δίκη και καταδίκη του για φορολογικά αδικήματα, συνελήφθη και τιμωρήθηκε δύο φορές για το ίδιο αδίκημα.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7

Σύμφωνα με το άρθρο 4 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, το Δικαστήριο έπρεπε να καθορίσει εάν η επιβολή φορολογικών προσαυξήσεων ήταν ποινικού χαρακτήρα, εάν το ποινικό αδίκημα για το οποίο διώχθηκε και καταδικάσθηκε ο προσφεύγων ήταν το ίδιο για το οποίο του επιβλήθηκαν οι φορολογικές επιβαρύνσεις (idem), αν υπήρξε αμετάκλητη απόφαση και εάν υπήρξε επανάληψη της καταδίκης του (bis).

Αφού διαπίστωσε ότι οι δύο διαδικασίες αφορούσαν ποινικό αδίκημα, το αδίκημα ήταν το ίδιο (η πτυχή του idem) και ότι οι αποφάσεις ήταν αμετάκλητες, το Δικαστήριο εξέτασε λεπτομερώς το ζήτημα  της αλληλεπικάλυψης (η πτυχή του bis) κατά την έννοια της Ευρωπαϊκής Σύμβασης (ΕΣΔΑ). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης στην υπόθεση Α και Β κατά Νορβηγίας, για να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι δεν υπάρχει επικάλυψη δίκης ή τιμωρίας (bis), το εναγόμενο κράτος πρέπει να αποδείξει ότι η εν λόγω διπλή διαδικασία είχε «επαρκώς στενή σχέση με την ουσία και με την πάροδο του χρόνου».

Αξιολογώντας την ουσιαστική σχέση μεταξύ της επιβολής του φόρου και της ποινικής διαδικασίας, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι και οι δύο διαδικασίες επιδίωκαν τον συμπληρωματικό σκοπό αντιμετώπισης του ζητήματος της αποτυχίας τήρησης των νομικών απαιτήσεων του φορολογούμενου σχετικά με την υποβολή φορολογικών δηλώσεων. Επιπλέον, οι συνέπειες της συμπεριφοράς του προσφεύγοντος ήταν προβλέψιμες: η επιβολή φορολογικών επιβαρύνσεων, το κατηγορητήριο και η καταδίκη συγκαταλέγονταν μεταξύ των πιθανών ενεργειών και κυρώσεων που επιβλήθηκαν σύμφωνα με το ισλανδικό δίκαιο για τη μη παροχή ακριβών πληροφοριών στη φορολογική δήλωση.

Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η καταδίκη των εθνικών δικαστηρίων στην ποινική υπόθεση είχε λάβει επαρκώς υπόψη τις κυρώσεις που επιβάλλονται στη φορολογική διαδικασία. Η δε αστυνομία είχε διενεργήσει τη δική της ανεξάρτητη έρευνα, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την καταδίκη του. Η συμπεριφορά και η ευθύνη του στο πλαίσιο των διαφόρων φορολογικών και ποινικών διατάξεων είχε επομένως εξεταστεί από διαφορετικές αρχές και δικαστικές διαδικασίες που ήταν σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητες μεταξύ τους.

Όσον αφορά τη χρονική σχέση μεταξύ των δύο διαδικασιών, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η συνολική διάρκεια της διαδικασίας ήταν περίπου πέντε έτη και δέκα μήνες. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η διαδικασία είχε ουσιαστικά προχωρήσει παράλληλα μόνο μεταξύ του Μαρτίου του 2012, όταν η Διεύθυνση της Φορολογικής έρευνας είχε αναφέρει το θέμα στον Ειδικό Εισαγγελέα, και τον Αύγουστο του 2012, όταν η απόφαση της Διεύθυνσης Εσωτερικών Εσόδων είχε καταστεί αμετάκλητη.

Επιπλέον, ο προσφεύγων κατηγορήθηκε επτά μήνες αφ’ ότου η αμετάκλητη απόφαση της  Διεύθυνσης Εσωτερικών Εισοδημάτων είχε αποκτήσει νομική ισχύ. Η ποινική διαδικασία εξακολουθούσε να βρίσκεται σε εξέλιξη για δύο χρόνια και εννέα μήνες, μέχρι την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου. Δεδομένων αυτών των συνθηκών, ιδίως της έλλειψης αλληλεπικάλυψης στο χρόνο και το μεγάλο βαθμό ανεξάρτητου χαρακτήρα της συλλογής και εκτίμησης των αποδεικτικών στοιχείων, το Δικαστήριο δεν μπορούσε να διαπιστώσει ότι υπήρξε επαρκής στενή σχέση μεταξύ της φορολογικής διαδικασίας και της ποινικής διαδικασίας για να είναι συμβατές με το κριτήριο bis του άρθρου 4 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

Κατά συνέπεια, ο προσφεύγων είχε δικαστεί και τιμωρηθεί για την ίδια ή παρεμφερή συμπεριφορά από διαφορετικές αρχές σε δύο διαφορετικές διαδικασίες, στις οποίες δεν υπήρχε η απαιτούμενη σύνδεση.

Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ισλανδία έπρεπε να καταβάλει στον προσφεύγοντα 5.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 29.800 ευρώ για έξοδα και δαπάνες(επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες