Δράστης οκτώ τρομοκρατικών επιθέσεων στο Παρίσι αναζητά προστασία στην ΕΣΔΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ

Ramda κατά Γαλλίας της 19.12.2017 (αριθ. προσφ. 78477/11)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Κατηγορίες για τρομοκρατικές επιθέσεις. Αιτιάσεις για απουσία επαρκούς αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης και καταδίκη παρά την ύπαρξη προηγούμενης καταδικαστικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου. Μη παραβίαση δικαιώματος δίκαιης δίκης, αφού τηρήθηκαν όλες οι εγγυήσεις κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας. Μη παραβίαση της αρχής ne bis in idem, δεδομένου ότι η κάθε μία ποινική απόφαση αναφέρονταν σε ξεχωριστή τρομοκρατική επίθεση.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ 

Άρθρο 6§1

Άρθρο 4  Έβδομου Πρωτοκόλλου

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Rachid Ramda, είναι υπήκοος της Αλγερίας, ο οποίος γεννήθηκε το 1969. Κρατείται στη φυλακή Lannemezan. Η υπόθεση αφορά την καταγγελία του προσφεύγοντος σχετικά με προβαλλόμενο σφάλμα στην αιτιολογία της απόφασης που εξέδωσε το Ειδικό Τμήμα του Ανώτατου Εφετείου, το οποίο  τον καταδίκασε και μια περαιτέρω καταγγελία σχετικά με την ποινική καταδίκη του παρά τη προηγούμενη καταδίκη του από τα ποινικά δικαστήρια.

Το 1995 πραγματοποιήθηκαν οκτώ τρομοκρατικές επιθέσεις στη Γαλλία, ιδίως στο Παρίσι, κοντά στο σταθμό του μετρό  Maison Blanche, στο σταθμό Gare d’Orsay και στο σταθμό Saint-Michel RER. Αν και δεν ανέλαβε κανείς την ευθύνη των επιθέσεων, μερικά στοιχεία, όπως η δημοσιοποίηση επιθετικών ανακοινωθέντων κατά της Γαλλίας και ο τρόπος δράσης, υπονοούσαν τη συμμετοχή του Ισλαμικού Στρατού (GIA). Στο πλαίσιο δικαστικής έρευνας με στόχο τον προσδιορισμό των δραστών, πραγματοποιήθηκαν τηλεφωνικές υποκλοπές, με αποτέλεσμα να συλληφθούν πολλά άτομα. Οι έρευνες τελικά οδήγησαν στον προσφεύγοντα. Ο τελευταίος, που είναι μέλος του Ισλαμικού Μετώπου, είχε εγκαταλείψει την Αλγερία για να εγκατασταθεί στο Λονδίνο, όπου υπήρχε η υποψία ότι ήταν ο ηγέτης της GIA στο Ηνωμένο Βασίλειο, ιδίως λόγω της συμμετοχής του στο περιοδικό Al Ansar, το οποίο η GIA χρησιμοποιούσε ως το μέσο διάδοσης πληροφοριών στο εξωτερικό.

Ο προσφεύγων αποτέλεσε αντικείμενο τριών διεθνών ενταλμάτων σύλληψης, για την επίθεση που έλαβε χώρα στις 6 Οκτωβρίου 1995 κοντά στο σταθμό του μετρό Maison Blanche, για την επίθεση της 17ης Οκτωβρίου 1995 στο Gare d’Orsay  και για την επίθεση της 25ης Ιουλίου 1995 στον σταθμό Saint-Michel RER, αντίστοιχα. Την 1η Δεκεμβρίου 2005 παραδόθηκε στις γαλλικές αρχές και κρατήθηκε προσωρινά.

Διαδικασία στα κοινά ποινικά δικαστήρια.  Με απόφαση της 29ης Μαρτίου 2006, η οποία περιλάμβανε τριάντα σελίδες αιτιολογικού, το Ποινικό Δικαστήριο του Παρισιού έκρινε τον προσφεύγοντα ένοχο συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση στο πλαίσιο τρομοκρατικής συνωμοσίας, και τον καταδίκασε σε κάθειρξη δέκα ετών, απελαύνοντάς τον από την γαλλική επικράτεια εφ’ όρου ζωής.

Στις 18 Δεκεμβρίου 2006, το Εφετείο του Παρισιού επικύρωσε την εν λόγω απόφαση. Με ρητή αναφορά στα πραγματικά περιστατικά που περιέχονται στην απόφαση, αφιέρωσε περίπου τριάντα σελίδες στην ανάλυση των πραγματικών περιστατικών και εκθέτοντας τη συλλογιστική του επί των κατηγοριών κατά του προσφεύγοντος. Παρέχοντας περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την ανάπτυξη και τη λειτουργία της GIA, παρατήρησε ότι ο προσφεύγων ήταν ο κύριος εκπρόσωπος στην Ευρώπη, ο κύριος προπαγανδιστικός πράκτοράς της εκτός Αλγερίας, διαδραματίζοντας κεντρικό ρόλο στο Λονδίνο και, τέλος, ότι έπαιξε στρατηγικό ρόλο στην εξωτερική οργάνωση της GIA. Η αναίρεσή του απορρίφθηκε στις 14 Μαρτίου 2007.

Ποινική διαδικασία ενώπιον του Εφετείου. Με την έκδοση τριών αποφάσεων στις 13 Φεβρουαρίου, 3 Αυγούστου και 27 Νοεμβρίου 2001 σχετικά με τις επιθέσεις που διεξήχθησαν στο Παρίσι στις 17 Οκτωβρίου, 25 Ιουλίου και 6 Οκτωβρίου 1995 αντιστοίχως, το Εφετείο του Παρισιού διέταξε ο προσφεύγων να παραπεμφθεί σε δίκη ενώπιον ειδικής σύνθεσης του Δικαστηρίου (αποτελούμενη αποκλειστικά από δικαστές). Θα δικάζονταν για συμμετοχή σε ανθρωποκτονία, απόπειρα ανθρωποκτονίας, φθορές ξένης περιουσίας, εξαιτίας των εκρηκτικών ουσιών που προκάλεσαν θάνατο, ακρωτηριασμό ή / και μόνιμη αναπηρία, προσωρινή ολική ανικανότητα για εργασία, στο πλαίσιο τρομοκρατικής συνωμοσίας, καθώς και των σχετικών παραβάσεων της νομοθεσίας περί εκρηκτικών μηχανισμών και υλικών στο πλαίσιο τρομοκρατικής οργάνωσης.

Στις 26 Οκτωβρίου 2007, η ειδική σύνθεση/ ειδικό τμήμα του Εφετείου του Παρισιού, αποτελούμενο από επτά δικαστές, έκρινε τον ενάγοντα ένοχο αναφορικά με τις τρεις τρομοκρατικές επιθέσεις. Το Δικαστήριο τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη, προσδιορίζοντας ελάχιστη ποινή διάρκειας 22 ετών. Ο προσφεύγων άσκησε έφεση. Η διαδικασία έφεσης διεξήχθη ενώπιον του Εφετείου του Παρισιού, με σύνθεση εννέα δικαστές. Εκατόν ενενήντα έξι άτομα, καθώς και η RATP, η SNCF, το Ταμείο Εγγυήσεων για θύματα τρομοκρατικών ενεργειών και άλλων εγκλημάτων, δικαστικοί υπάλληλοι του Υπουργείου Οικονομικών και η ένωση SOS Attentats παρέστησαν στο Δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγοντες. Εξήντα τρία ερωτήματα σχετικά με τον προσφεύγοντα τέθηκαν στο Εφετείο, αναφέροντας διάφορα αδικήματα καθώς και τις ημερομηνίες και τον τόπο των συμβάντων, καθώς και έναν κατάλογο των ονομάτων των θυμάτων και του είδους ζημιών που είχαν υποστεί.

Στις 13 Οκτωβρίου 2009, το Εφετείο έκρινε τον προσφεύγοντα ένοχο και τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη, ορίζοντας ελάχιστη διάρκεια κάθειρξης 22 έτη και απέλαση επ’ αόριστον από τη γαλλική επικράτεια. Στις 15 Ιουνίου 2011, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αναίρεση του προσφεύγοντα, απορρίπτοντας ειδικότερα τους ισχυρισμούς του περί παραλείψεως του Εφετείου να αιτιολογήσει την απόφασή του και την προβαλλόμενη παράβαση του ne bis in idem λόγω της προηγούμενης οριστικής καταδίκης του από το Εφετείο του Παρισιού στις 18 Δεκεμβρίου 2006.

Βασιζόμενος στο άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, ο προσφεύγων καταγγέλλει την αποτυχία του Δικαστηρίου να αιτιολογήσει την απόφαση που τον καταδίκασε. Καταγγέλλει επίσης σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 παραβίαση της αρχής ne bis in idem λόγω του ποινικού χαρακτήρα της καταδικαστικής απόφασης, παρά την ύπαρξη προηγούμενης καταδικαστικής απόφασης του  ποινικού δικαστηρίου.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 § 1 της Σύμβαση

Αφού επανέλαβε τη νομολογία του σχετικά με την αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η παρούσα υπόθεση αφορούσε την ειδική σύνθεση του Εφετείου απαρτιζόμενη αποκλειστικά από δικαστές, χωρίς τη συμμετοχή ενόρκων.

Υπογραμμίζοντας ότι αναφορικά με τις διαδικασίες ενώπιον δικαστών, τα εθνικά δικαστήρια έπρεπε να παρέχουν επαρκώς σαφείς εξηγήσεις σχετικά με τους λόγους στους οποίους στηρίζουν τις αποφάσεις τους, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως ποικίλλει ανάλογα με τη φύση της αποφάσεως και πρέπει να καθορίζεται υπό το φως των περιστάσεων της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, αποφάσισε, στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της επίμαχης διαδικασίας, οι οποίες δεν έμοιαζαν με αυτές που διεξήχθησαν σε δικαστήρια με τη συμμετοχή και ενόρκων, να εκτιμήσει την καταγγελία του προσφεύγοντος υπό το πρίσμα των αρχών που προσδιορίστηκαν στην απόφαση Taxquet (βλέπε Taxquet κατά Βελγίου [GC], αριθ. 926/05, ΕΣΔΑ 2010).

Το Δικαστήριο επανέλαβε κατ’ αρχάς ότι είχαν δοθεί σε όλους τους κατηγορούμενους, συμπεριλαμβανομένης του προσφεύγοντος επαρκείς πληροφορίες και εγγυήσεις κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας στη Γαλλία.

Όσον αφορά τον συνδυασμένο αντίκτυπο του κατηγορητηρίου και των ερωτήσεων που τέθηκαν στο Εφετείο εν προκειμένω, το Δικαστήριο διαπίστωσε κατ’ αρχάς ότι ο προσφεύγων δεν ήταν ο μόνος κατηγορούμενος και ότι η υπόθεση ήταν σύνθετη. Όσον αφορά τις τρεις δεσμευτικές αποφάσεις, παρά το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής τους, διότι είχαν προηγηθεί της κύριας δίκης, κάθε μια από αυτές αφορούσε  και αναφέρονταν σε ξεχωριστή τρομοκρατική επίθεση και ήταν επαρκώς αιτιολογημένη όσον αφορά τα αδικήματα, παρουσιάζοντας τα γεγονότα με μεγάλη λεπτομέρεια. Επιπλέον, κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία ο κατηγορούμενος είχε ήδη την ευκαιρία να αξιολογήσει λεπτομερώς τις κατηγορίες εναντίον του, να προβάλει τους ισχυρισμούς του και να λάβει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις κατηγορίες και τους λόγους για τους οποίους δικάζονταν.

Όσον αφορά τις υποβληθείσες ερωτήσεις στον προσφεύγοντα, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρχαν εξήντα τρεις τέτοιες ερωτήσεις, είκοσι έξι από τις οποίες αφορούσαν τις συνθήκες της τρομοκρατικής επίθεσης της 25ης Ιουλίου 1995, δεκαοκτώ σχετικά με την επίθεση της 6ης Οκτωβρίου 1995 και δεκαεννέα σχετικά με εκείνη της 17ης Οκτωβρίου 1995. Εξήντα μία από αυτές απαντήθηκαν με «ναι κατά πλειοψηφία». Το Δικαστήριο επισήμανε ειδικότερα ότι πέρα των πληροφοριών σχετικά με το μέρος και τις ημερομηνίες κάθε τρομοκρατικής επίθεσης, καθώς και των θυμάτων και των ζημιών που υπέστησαν (θάνατος, ακρωτηριασμός, μόνιμη αναπηρία, πλήρης ανικανότητα για εργασία, φθορά ξένης ιδιοκτησίας), τέθηκαν σχετικά ερωτήματα ιδίως κατά πόσον ο προσφεύγων είχε ενεργήσει ή όχι  προμελετημένα, αν υποκίνησε άλλους να διαπράξουν ορισμένα αδικήματα, αν είχε υποκινήσει και ενθαρρύνει τη διάπραξη των επιθέσεων και αν είχε δώσει οδηγίες για τη διεξαγωγή ορισμένων ποινικών αδικημάτων. Σημειώνοντας ότι ο προσφεύγων  δεν πρότεινε να τροποποιηθούν οι ερωτήσεις ή να τεθούν διαφορετικές ερωτήσεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο αριθμός και η ακρίβεια των ερωτημάτων δημιουργούσαν ένα πλαίσιο στο οποίο μπορούσε να ληφθεί η απόφαση σε επαρκή βάση.

Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη τη συνδυασμένη εκτίμηση των τριών στενά αιτιολογημένων δεσμευτικών αποφάσεων, τις συζητήσεις κατά τη διάρκεια των ακροάσεων τόσο σε πρώτο βαθμό όσο και στις διαδικασίες έφεσης, καθώς και οι πολλές λεπτομερείς ερωτήσεις που τέθηκαν στο Assize Court, ο προσφεύγων είχε θωρακιστεί από επαρκείς εγγυήσεις ώστε να κατανοήσει την ποινική δίωξη που του είχε ασκηθεί.

Συνεπώς, δεν υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.

Άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7

Το Δικαστήριο επανέλαβε εκ προοιμίου ότι το άρθρο 4 του πρωτοκόλλου αριθ. 7 πρέπει να νοηθεί ως η απαγόρευση της δεύτερης δίωξης ή της καταδίκης  για ίδιο αδίκημα, στο μέτρο που πρόκυπτε από ταυτόσημα γεγονότα ή γεγονότα που ήταν ουσιαστικά τα ίδια (βλ. Sergey Zolotukhin κατά Ρωσίας [GC], αριθ. 14939/03, § 82, ΕΣΔΑ 2009, και Α και Β κατά Νορβηγίας ([GC], αρ. 24130/11 και 29758/11, § 108, 15 Νοεμβρίου 2016).

Σημείωσε καταρχάς ότι η καταδίκη του προσφεύγοντος στη συνήθη ποινική διαδικασία στο πλαίσιο της απόφασης του Εφετείου του Παρισιού της 18ης Δεκεμβρίου 2006 κατέστη τελεσίδικη στις 14 Μαρτίου 2007, όταν απορρίφθηκε η έφεσή του. Η ποινική διαδικασία στο Assize Court η οποία είχε οδηγήσει στην καταδίκη του προσφεύγοντος από το ειδικό τμήμα του Δικαστηρίου στις 26 Οκτωβρίου 2007 και στις 13ς Οκτωβρίου 2009 δεν είχε διακοπεί.

Όσον αφορά, πρώτον, τη συνοπτική ποινική διαδικασία, το Δικαστήριο σημείωσε ότι το Δικαστήριο είχε φροντίσει να παρουσιάσει λεπτομερώς τα πραγματικά περιστατικά στην απόφασή του της 29ης Μαρτίου 2006. Έχοντας τοποθετήσει  την υπόθεση σε ευρύτερο πλαίσιο και αφού εξέτασε τους παράγοντες που ενδεχομένως ενοχοποιούν τον προσφεύγοντα, το δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι η συμμετοχή του σε εγκληματική οργάνωση στο πλαίσιο τρομοκρατικής συνωμοσίας αποτελούσε αποδεδειγμένο γεγονός. Στη συνέχεια, σημείωσε ότι το Εφετείο του Παρισιού, με την απόφασή του της 18ης Δεκεμβρίου 2006, διέθετε επαρκή αιτιολογία, ιδίως αναφέροντας τα πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύουν ότι ο προσφεύγων  διηύθυνε οργάνωση η οποία χρηματοδοτούσε  τις δράσεις της GIA στη Γαλλία  και στη συνέχεια παρουσίασε τα γεγονότα και τα στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν ότι ο προσφεύγων ήταν ο κύριος εκπρόσωπος της οργάνωσης, διοργανώνοντας τρομοκρατικές ενέργειες στην Ευρώπη, ότι ήταν ο κύριος πράκτορας της GIA εκτός  Αλγερίας, ηγέτης της ομάδας στο Λονδίνο και, τέλος, στρατηγικός παίκτης στην εξωτερική οργάνωση της GIA.

Το Δικαστήριο επισήμανε, επίσης, ότι η απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως υπογράμμιζε το καθοριστικό ρόλο που διαδραμάτιζε ο προσφεύγων στην Ευρώπη, προκειμένου να ανατραπεί το καθεστώς της Αλγερίας μέσω της δημιουργίας δικτύων στο Βέλγιο και ιδίως στη Γαλλία, παρέχοντας υποστήριξη στους μαχητές της Αλγερίας, παρέχοντας όπλα, πυρομαχικά και πολλά είδη εξοπλισμού, αλλά και μέσω της αποστολής τζιχαντιστών και τη κατασκευή καταφύγιων για τους μαχητές που φεύγουν από την Αλγερία ή φτάνουν για να πραγματοποιήσουν τρομοκρατικές επιθέσεις.

Δεύτερον, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι έρευνες του Πλημμελειοδικείου του Παρισιού εξέδωσαν τρεις αποφάσεις, στις 13 Φεβρουαρίου, στις 3 Αυγούστου και στις 27 Νοεμβρίου 2001, διατάσσοντας τον προσφεύγοντα να παραστεί ενώπιον του Assize Court του Παρισιού για συνέργεια στα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στις τρομοκρατικές επιθέσεις της 25ης Ιουλίου, της 6ης και της 17ης Οκτωβρίου 1995

Αυτές οι αποφάσεις, οι οποίες αυτή τη φορά αφορούσαν μια συγκεκριμένη εγκληματική συμπεριφορά επιδιώκοντας  συγκεκριμένους στόχους και η κάθε μία αναφέρονταν σε ξεχωριστή τρομοκρατική επίθεση, είχαν αναφέρει λεπτομερή γεγονότα και τόνιζαν τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε η ποινική δίωξη, επισημαίνοντας συγκεκριμένα γεγονότα ιδιαιτέρως για κάθε επίθεση.

Κατά τη διεξαγωγή συγκριτικής εξετάσης, αφενός, της αποφάσεως της 18ης Δεκεμβρίου 2006 με την οποία το Εφετείο των Παρισίων καταδίκασε τον προσφεύγοντα και, αφετέρου, των τριών αποφάσεων που εκδόθηκαν στις 13 Φεβρουαρίου, στις 3 Αυγούστου και στις 27 Νοεμβρίου 2001 με τις οποίος καλούνταν ενώπιον της ειδικής έδρας του Assize Court, το Δικαστήριο σημείωσε ότι αυτές οι αποφάσεις βασίστηκαν σε πολλά λεπτομερή και ξεκάθαρα γεγονότα.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο προσφεύγων δεν είχε διωχθεί ή καταδικαστεί στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας για πραγματικά περιστατικά ουσιαστικά ίδια με αυτά που είχαν αποτελέσει το αντικείμενο της τελεσίδικης καταδίκης υπό συνοπτικές διαδικασίες.

Τέλος, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι ήταν νόμιμο για τα συμβαλλόμενα κράτη να υιοθετούν αυστηρή στάση εναντίον προσώπων που εμπλέκονται σε τρομοκρατικές ενέργειες και ότι τα εγκλήματα της συνέργειας σε ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και της απόπειρας ανθρωποκτονίας για τα οποία ο προσφεύγων καταδικάστηκε αποτελούσαν σοβαρές παραβιάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων του άρθρου 2 της Σύμβασης, σύμφωνα με την οποία τα κράτη υποχρεούνται να επιδιώκουν και να τιμωρούν τους δράστες, πάντα όμως με σεβασμό στην τήρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων των κατηγορουμένων, όπως και εν προκειμένω.

Συνεπώς, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου αριθ. 7 της Σύμβασης(επιμέλεια echrcaselaw.com). 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες