Απαγόρευση συμμετοχής μειονότητας σε εθνικές εκλογές. Παραβίαση του δικαιώματος σε ελεύθερες εκλογές και του δικαιώματος απαγόρευσης των διακρίσεων

ΑΠΟΦΑΣΗ

Cegolea κατά Ρουμανίας της 24.03.2020 (αριθ. 25560/13)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Μειονότητες και δικαίωμα ελεύθερων εκλογών. Νόμιμη εκπρόσωπος ιδρύματος που αντιπροσώπευε την ιταλική μειονότητα στη Ρουμανία ισχυρίστηκε ότι είχε υποστεί διακρίσεις σε σχέση με το  δικαίωμα του εκλέγεσθαι στις κοινοβουλευτικές εκλογές της 09.12.2012.

Το ίδρυμα στο οποίο ήταν μέλος και για λογαριασμό του οποίου επιθυμούσε η προσφεύγουσα να θέσει υποψηφιότητα, έπρεπε ως προϋπόθεση να αποκτήσει φιλανθρωπικό καθεστώς. Το Στρασβούργο διαπίστωσε ότι η διαδικασία με την οποία η προσφεύγουσα θα μπορούσε να αμφισβητήσει την άρνηση της εκτελεστικής εξουσίας να χορηγήσει στο εν λόγω ίδρυμα το καθεστώς αυτό, δεν παρείχε πραγματικές εξουσίες ελέγχου στα εθνικά δικαστήρια και συνεπώς δεν υπήρξαν επαρκείς διασφαλίσεις κατά της αυθαιρεσίας.

Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός αυτό, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η διαφορετική μεταχείριση στην οποία η προσφεύγουσα είχε υποβληθεί σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ενώσεις εθνικών μειονοτήτων που εκπροσωπούνται ήδη στο κοινοβούλιο δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο νόμιμο στόχο (δηλαδή τη διασφάλιση ότι οι εν λόγω ενώσεις ήταν κατάλληλα αντιπροσωπευτικές και ενθαρρύνουν μόνο σοβαρούς υποψηφίους).

Παραβίαση του άρθρου 14 (απαγόρευση των διακρίσεων) της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης (δικαίωμα σε ελεύθερες εκλογές).

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 14

Άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα Gabriela Cegolea, είναι υπήκοος της Ρουμανίας και της Ιταλίας. Γεννήθηκε το 1948 και ζει στη  Cernica (Ρουμανία).

Το 2012, το ίδρυμα Vox Mentis, του οποίου είναι Πρόεδρος η προσφεύγουσα, υπέβαλε αίτηση να του χορηγηθεί φιλανθρωπικό καθεστώς. Αυτό αποτελούσε απαίτηση βάσει του εκλογικού νόμου (Ν. 35/2008) για να δύναται η προσφεύγουσα να υποβάλλει υποψηφιότητα στις κοινοβουλευτικές εκλογές της 9ης Δεκεμβρίου 2012 εξ ονόματος της οργάνωσης που εκπροσωπεί την ιταλική μειονότητα.

Τον Μάιο του 2012, η ​​Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης κατέγραψε την αίτηση και τη διαβίβασε στο Τμήμα Διαπολιτιστικών Σχέσεων (“DRI”) και το Υπουργείο Πολιτισμού και Εθνικής Κληρονομίας (“το Υπουργείο”) για να γνωμοδοτήσουν. Τον επόμενο μήνα, η DRI απέρριψε την αίτηση για την χορήγηση του φιλανθρωπικού καθεστώτος. Η προσφεύγουσα άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής, χωρίς επιτυχία.

Τον Ιούλιο του 2012 εκδόθηκε ο Ν. 145/2012 τροποποιώντας τον προγενέστερο Ν. 26/2000 σχετικά με τα σωματεία και τις ενώσεις. Οι τροποποιήσεις αφορούσαν κυρίως τις διατάξεις σχετικά με την χορήγηση φιλανθρωπικού καθεστώτος.

Τον Οκτώβριο του 2012 η προσφεύγουσα προσπάθησε να εγγραφεί ως υποψήφια εκ μέρους του ιδρύματος στις  κοινοβουλευτικές εκλογές. Δύο ημέρες αργότερα το Κεντρικό Εκλογικό Γραφείο την πληροφόρησε ότι η υποψηφιότητα δεν είχε καταχωρηθεί επειδή το ίδρυμα δεν απέκτησε το φιλανθρωπικό καθεστώς.

Η προσφεύγουσα άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι είχε υποστεί διακρίσεις και η νομοθεσία ήταν αντισυνταγματική. Το δικαστήριο απέρριψε την έφεσή της με το σκεπτικό ότι το ίδρυμα δεν είχε φιλανθρωπικό χαρακτήρα. Ωστόσο, έκανε δεκτό το αίτημά της να προσφύγει στο Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο χαρακτήρισε το αίτημά της απαράδεκτο. Λίγες ημέρες αργότερα η προθεσμία για την εγγραφή της ως υποψήφιας στις  κοινοβουλευτικές εκλογές της 09.12.2012 έληξε.

Τον Ιανουάριο του 2013 η προσφεύγουσα ενημερώθηκε για την απάντηση του Υπουργείου. Το Υπουργείο εξήγησε ότι όταν υποβλήθηκε η αίτηση και εξετάστηκε, το ίδρυμα είχε ικανοποιήσει τα προβλεπόμενα από το νόμο κριτήρια για τη χορήγηση φιλανθρωπικού καθεστώτος. Ωστόσο, μετά την έναρξη ισχύος, την 01.08.2012, του Ν. 145/2012 για τροποποίηση του Ν. 26/2000, θεσπίστηκαν νέα κριτήρια τα οποία το ίδρυμα δεν ικανοποιούσε.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 14 (απαγόρευση των διακρίσεων) σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (δικαίωμα σε ελεύθερες εκλογές)

Η προσφεύγουσα υποβλήθηκε σε διαφορετική μεταχείριση κατά την άσκηση των εκλογικών της δικαιωμάτων δεδομένου ότι, σε αντίθεση με τις ενώσεις που εκπροσωπούνταν ήδη στο Κοινοβούλιο, το ίδρυμα στο οποίο ήταν μέλος και για λογαριασμό του οποίου επιθυμούσε να θέσει υποψηφιότητα έπρεπε να αποκτήσει φιλανθρωπικό καθεστώς για να μπορέσει να θεωρηθεί ως υποψήφια. Ο στόχος της διαφορετικής μεταχείρισης ήταν να διασφαλιστεί ότι οι ενώσεις ήταν ορθώς αντιπροσωπευτικές και να ενθαρρύνουν μόνο σοβαρούς υποψηφίους. Η προσφεύγουσα δεν είχε εκπλαγεί από την επιβολή νέας προϋπόθεσης και είχε έτσι τη δυνατότητα να την οργανώσει την υποβολή αίτησης για φιλανθρωπικό καθεστώς πριν από τις εκλογές της 09.12.2012.

Εντούτοις, το Δικαστήριο παρατήρησε τα ακόλουθα.

Τα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται για την υποβολή αίτησης για υπαγωγή σε φιλανθρωπικό καθεστώς τροποποιήθηκαν σε λιγότερο από πέντε μήνες πριν από τις εκλογές της 09.12.2012 και μετά την υποβολή της αίτησης από το ίδρυμα.

Ο Ν. 26/2000 είχε επομένως άμεσο αντίκτυπο στην εθνική νομοθεσία.

Η αίτηση της προσφεύγουσας υποβλήθηκε σε δύο χωριστές αρχές, δηλαδή στο Τμήμα Διαπολιτιστικών Σχέσεων και στο Υπουργείο, και οι δύο αρχές εξέτασαν το αίτημα διαφορετικά.

Ο Ν. 26/2000 καθόρισε προθεσμίες 60 και 90 ημερών αντιστοίχως, εντός των οποίων η αρμόδια διοικητική αρχή και το Υπουργείο έπρεπε να εξετάσει τις αιτήσεις για τη χορήγηση φιλανθρωπικού καθεστώτος.  Η Κυβέρνηση δεν είχε διευκρινίσει αν οι προθεσμίες αυτές ήταν ενδεικτικές ή δεσμευτικές. Ωστόσο, αυτό ήταν σημαντικό ζήτημα, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα έπρεπε να λάβει το καθεστώς αυτό πριν από την προθεσμία υποβολής της υποψηφιότητάς της. Επιπλέον, ενώ η το Τμήμα Διαπολιτιστικών Σχέσεων είχε απαντήσει πριν από την προθεσμία, το Υπουργείο το είχε πράξει μετά τις εκλογές.

Οι αρχές στις οποίες υποβλήθηκε η αίτηση της προσφεύγουσας είχαν διαφορετικές θέσεις σχετικά με τα κριτήρια που πρέπει να πληροί το ίδρυμα. Το Τμήμα Διαπολιτιστικών Σχέσεων είχε δικαιολογήσει την άρνησή του με το σκεπτικό ότι οι δραστηριότητες του ιδρύματος δεν αφορούσαν τις σχέσεις μεταξύ των εθνοτήτων και ότι η προσφεύγουσα δεν ικανοποιούσε τα νομικά κριτήρια. Το Υπουργείο έκρινε ότι το ίδρυμα είχε ικανοποιήσει όλες τις νομοθετικές προϋποθέσεις κατά την υποβολή και την εξέταση της αίτησης, αλλά δεν το έπραττε πλέον λόγω της εισαγωγής ενός νέου συνόλου κριτηρίων βάσει του Ν. 145/2012.

Οι απαντήσεις των διοικητικών αρχών στην προσφεύγουσα διαφέρουν ως προς την ερμηνεία των νομοθετικών διατάξεων και ως προς το χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή τους. Επιπλέον, το νομικό καθεστώς  των εν λόγω απαντήσεων δεν ήταν σαφές από την άποψη της εθνικής νομοθεσίας και πρακτικής.

Σε απόφαση της 03.10.2007, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ρουμανίας απέρριψε αγωγή ασκηθείσα από ένωση που αμφισβητεί την άρνηση της εκτελεστικής εξουσίας να της χορηγήσει φιλανθρωπικό καθεστώς μολονότι πληρούσε τα προβλεπόμενα από το νόμο κριτήρια. Το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η χορήγηση αυτού του καθεστώτος εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια της εκτελεστικής εξουσίας, ακόμη και όταν η αιτούσα ένωση ή ίδρυμα πληροί τα θεσμικά κριτήρια.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι σε ένα εκλογικό πλαίσιο στο οποίο, προκειμένου η προσφεύγουσα να αποδείξει ότι το ίδρυμα είχε αποκτήσει φιλανθρωπικό καθεστώς, η διακριτική ευχέρεια εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας ήταν ανοικτή προς εξέταση. Επιπλέον, η διαδικασία με την οποία η προσφεύγουσα θα μπορούσε να αμφισβητήσει την άρνηση της εκτελεστικής εξουσίας να χορηγήσει στο εν λόγω ίδρυμα το καθεστώς, δεν παρείχε πραγματικές εξουσίες ελέγχου στα εθνικά δικαστήρια και συνεπώς δεν υπήρξαν επαρκείς διασφαλίσεις κατά της αυθαιρεσίας.

Κατά συνέπεια, ενόψει όλων αυτών των εκτιμήσεων, και ιδίως της έλλειψης δικαστικού ελέγχου να μπορεί να  προστατεύει  από την αυθαιρεσία και λαμβάνοντας υπόψη την ευρεία διακριτική ευχέρεια που απολαμβάνει το κράτος εν προκειμένω, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαφορετική μεταχείριση στην οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα σε σύγκριση με τις ενώσεις των εθνικών μειονοτήτων που εκπροσωπούνταν ήδη στο Κοινοβούλιο δεν δικαιολογείται επαρκώς σε σχέση με τον επιδιωκόμενο θεμιτό σκοπό. Συνεπώς υπήρξε παραβίαση του άρθρου 14 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Δίκαιη ικανοποίηση (Άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαπίστωση της παραβίασης συνιστούσε από μόνη της επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη η προσφεύγουσα.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες