Το δικαίωμα λήψης επαρκούς πληροφόρησης των διαθέσιμων ενδίκων μέσων και το ΕΔΔΑ

Andraž Teršek, Αναπληρωτή Καθηγητή  Νομικής, Πανεπιστήμιο Primorska Σλοβενία, email: andraz.tersek@upr.si

Jurij Toplak, Καθηγητή Νομικής, Πανεπιστήμιο του Maribor Σλοβενία, email: jurij.toplak@um.si

 

Εισαγωγή

Το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας και το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο, που κατοχυρώνονται από τα άρθρα 13 και 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, απαιτούν ο νόμος να είναι σαφής σχετικά με το ποια ένδικα μέσα είναι διαθέσιμα σε μια συγκεκριμένη περίσταση και ποια είναι η διαδικασία άσκησής τους. Στη παρούσα αρθρογραφία, παρουσιάζουμε μια υπόθεση που εκκρεμεί επί του παρόντος ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Το ΕΔΔΑ θα εξετάσει εάν παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του προσφεύγοντος επειδή αυτός δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να γνωρίζει ποια ήταν το κατάλληλο ένδικο μέσο προστασίας στην περίπτωσή του.

Οι κανόνες για τα ένδικα μέσα πρέπει να είναι σαφείς και εύκολα κατανοητοί

Τα Ανώτερα εθνικά δικαστήρια συνήθως απαιτούν πρώτα την εξάντληση όλων των διαθέσιμων ενδίκων μέσων στα κατώτερα δικαστήρια. Τα συνταγματικά δικαστήρια συχνά δεν δέχονται προσφυγές εάν οι προσφεύγοντες δεν έχουν προσπαθήσει να επιλύσουν τις υποθέσεις τους ενώπιον των κατώτερων δικαστηρίων.

Ομοίως, τα διεθνή δικαστήρια, συμπεριλαμβανομένου του ΕΔΔΑ, αναμένουν ότι οι προσφεύγοντες θα έχουν εξαντλήσει όλα τα διαθέσιμα εγχώρια ένδικα μέσα. Το δικαίωμα της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας (άρθρο 13) και το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο (άρθρο 6) απαιτούν ο νόμος σχετικά με το ποια ένδικα μέσα είναι διαθέσιμα να είναι σαφής, να ορίζεται ποια είναι η διαδικασία άσκησής τους και οι αρχές να κάνουν αυτές τις πληροφορίες εύκολα προσβάσιμες στους προσφεύγοντες. Εάν τα διαθέσιμα και κατάλληλα ένδικα μέσα δεν είναι ορισμένα, ή εάν οι προσφεύγοντες δεν έχουν πληροφορίες σχετικά τα κατάλληλα ένδικα μέσα προστασία τους, τα δικαιώματά τους σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 13 ενδέχεται να έχουν παραβιαστεί.

Οι πρακτικές των ευρωπαϊκών κρατών διαφέρουν. Μερικά δικαστικά συστήματα έχουν διαμορφώσει απλές και ευκόλως κατανοητές διαδικασίες ενδίκων μέσων, ενώ άλλα όχι. Οι προσφεύγοντες και οι δικηγόροι συνήθως βασίζονται στη νομοθεσία ή στη νομολογία για να γνωρίζουν ποια ένδικα μέσα πρέπει να ασκήσουν, ποιες είναι οι προθεσμίες για την άσκησή τους και που να τα καταθέσουν. Σε πολλές ευρωπαϊκές δημοκρατίες, τα δικαστήρια περιλαμβάνουν αυτές τις πληροφορίες στις δικαστικές αποφάσεις τους (μια εξατομικευμένη «ενημέρωση ένδικων μέσων») ή οι ίδιοι οι δικαστές παρέχουν αυτές τις πληροφορίες στους διαδίκους προφορικά στο δικαστήριο.

Στη Σλοβενία, τα δικαστήρια είναι εξαιρετικά αυστηρά όσον αφορά την εφαρμογή της εξάντλησης των ενδίκων μέσων. Το Ανώτατο Δικαστήριο απαιτεί κάθε υπόθεση που εξετάζει να έχει εκδικασθεί προηγουμένως από κατώτερα δικαστήρια. Το Συνταγματικό Δικαστήριο απαιτεί από τον προσφεύγοντα να έχει ασκήσει όλα τα διαθέσιμα ένδικα μέσα, συμπεριλαμβανομένης της αναίρεσης ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου, πριν προσφύγει στο Συνταγματικό Δικαστήριο. Είναι ευρέως κατανοητό στους Σλοβένους δικηγόρους ότι η άσκηση συνταγματικής προσφυγής δεν επιτρέπεται έως ότου εξαντληθούν όλα τα ένδικα μέσα ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Τα δευτεροβάθμια δικαστήρια δεν ενημερώνουν τα μέρη για τα διαθέσιμα ένδικα μέσα

Στη Σλοβενία, υπάρχει μια εξαίρεση από τον κανόνα σύμφωνα με τον οποίο το Ανώτατο Δικαστήριο πρέπει να έχει εξετάσει την υπόθεση πριν ο προσφεύγων προσφύγει ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Αυτό ισχύει όταν ένα άτομο κρίνεται ένοχο πλημμελήματος σε δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, και επιθυμεί να ασκήσει συνταγματική προσφυγή ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου, επικαλούμενο ότι έχουν παραβιαστεί τα συνταγματικά του δικαιώματα. Ο προσφεύγων πρέπει να εξαντλήσει και τη διαδικασία ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου πριν προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Στην υπόθεση Minis κατά Σλοβενίας, ο προσφεύγων άσκησε έφεση κατά της απόφασης του τοπικού δικαστηρίου της Λιουμπλιάνα. Το Ανώτερο Δικαστήριο της Λιουμπλιάνα, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη. Η απόφαση του Τοπικού Δικαστηρίου περιείχε «ενημέρωση για ένδικα μέσα», αλλά η απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου δεν περιείχε κάποια ενημέρωση. Ενώ οι αποφάσεις πρωτοβάθμιων δικαστηρίων περιλαμβάνουν πάντα οδηγίες σχετικά με τα διαθέσιμα ένδικα μέσα (μια «ενημέρωση ένδικων μέσων») και τις προθεσμίες για την άσκησή τους, τα δευτεροβάθμια δικαστήρια δεν προβαίνουν σε καμία ενημέρωση, ή δηλώνουν ότι «δεν είναι δυνατή η άσκηση ένδικων μέσων».

Ο προσφεύγων βασίστηκε στην ερμηνεία της νομοθεσίας από τους δικηγόρους του ότι, προτού υποβάλει προσφυγή στο Συνταγματικό Δικαστήριο, πρέπει να εξαντλήσει όλα τα ένδικα μέσα και σε επίπεδο Ανώτατου Δικαστηρίου. Η γνώση της νομοθεσίας εκ μέρους του προσφεύγοντος και των δικηγόρων του, βασίστηκε σε μια λογική κατανόηση του νόμου, και στην ερμηνεία του νόμου που έχει δοθεί από δικηγόρους, καθηγητές δικαίου και άλλους. Ήταν επίσης σύμφωνη με τις γενικές διδασκαλίες και τα εγχειρίδια που χρησιμοποιούνται τακτικά στις νομικές σχολές. Δεν υπήρχε κανένας λόγος ο προσφεύγων να αμφισβητήσει τα λεγόμενα των δικηγόρων και δεν είχε κανένα λόγο να εξετάσει τη νομολογία για μια διαφορετική ερμηνεία.

Ο προσφεύγων έστειλε αίτημα στο Γραφείο του Ανώτατου Εισαγγελέα για έναρξη διαδικασίας ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου με αίτημα προστασίας της νομιμότητας. Αυτό ήταν το τελευταίο ένδικο μέσο που είχε στη διάθεσή του ο προσφεύγων πριν προσφύγει ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Το Γραφείο του Ανώτατου Εισαγγελέα απέρριψε το αίτημα.

Στη συνέχεια, ο προσφεύγων υπέβαλε προσφυγή ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή του ως εκπρόθεσμη. Η προσφυγή έπρεπε να κατατεθεί εντός 60 ημερών από την έκδοση απόφασης του τελευταίου ένδικου μέσου. Το Συνταγματικό Δικαστήριο απαιτεί πρώτα από τους προσφεύγοντες να εξαντλήσουν τα ένδικα μέσα μέχρι το  Ανώτατο Δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένου του αιτήματος για προστασία της νομιμότητας (βλ. Αποφάσεις του Σλοβενικού Συνταγματικού Δικαστηρίου (SCC) Up-374/17, 6. 7. 2017; Up-624 / 11-16 , 3. 7. 2014).

Σε αυτήν τη σπάνια περίπτωση, ωστόσο, το Συνταγματικό Δικαστήριο προσμετρά την προθεσμία των 60 ημερών από την έκδοση της απόφασης του Ανώτερου Δικαστηρίου και επομένως η υποβολή αιτήματος για προστασία της νομιμότητας, το οποίο αποτελεί το τελευταίο ένδικο μέσο πριν την προσφυγή ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου, δεν υπολογίζεται στην προθεσμία. Το Συνταγματικό Δικαστήριο, στη νομολογία του, θεωρεί ότι το αίτημα για την προστασία της νομιμότητας, όταν κατατεθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο, θεωρείται «έννομο ένδικο μέσο». Ωστόσο, όταν το αίτημα κατατίθεται στο Ανώτατο Εισαγγελέα, δε θεωρείται «έννομο ένδικο μέσο». Πολλοί δικηγόροι, συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων δικηγορικών εταιρειών, έχουν απωλέσει την προθεσμία των 60 ημερών λόγω αυτής της παρανόησης (SCC Up-58/98, 5. 7.2000; Up-80/94, 23. 11.1995; Up-58/98, 5. 7 2000, Up-748/04, 22. 3. 2005).

Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, ότι η έλλειψη «ενημέρωσης για ένδικα μέσα» στην απόφαση του Ανώτερου Δικαστηρίου της Σλοβενίας, και η έλλειψη σαφήνειας στη νομοθεσία σχετικά με ποια είναι το κατάλληλο ένδικο μέσο και η διαδικασία άσκησής του, ​​παραβίασε τα δικαιώματά του προσφεύγοντος για αποτελεσματική έννομη προστασία και πρόσβαση στο δικαστήριο.

Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι όταν η νομοθεσία είναι ασαφής ή όταν μια νομική διάταξη προκαλεί τέτοια προβλήματα κατά την εφαρμογή ή την ερμηνεία της, το Ανώτατο Δικαστήριο θα έπρεπε να είχε συμπεριλάβει στην απόφαση την κατάλληλη ενημέρωση για τα ένδικα μέσα. Επειδή η Σλοβενία ​​δεν διόρθωσε τη νομοθεσία για να την καταστήσει σαφή, και τα δικαστήρια δεν παρείχαν σαφείς οδηγίες στους διαδίκους, η Σλοβενία ​​παραβίασε τα δικαιώματά τους.

Μόνο όσοι έχουν απωλέσει τουλάχιστον μια φορά την προθεσμία γνωρίζουν αυτόν τον σπάνιο κανόνα

Όταν ο νόμος φαίνεται και είναι ξεκάθαρος από την αρχή, και οι πιο λογικοί άνθρωποι το ερμηνεύουν με τον ίδιο τρόπο, είναι παράλογο να περιμένουμε ότι οι διάδικοι ή οι προσφεύγοντες να εξετάσουν τη νομολογία για να  μάθουν αν το Συνταγματικό Δικαστήριο θα μπορούσε να τον ερμηνεύσει διαφορετικά.

Ζητήσαμε την άποψη  από πολλούς καθηγητές νομικής, τέσσερις δικηγόρους, έναν πρώην δικαστή του Συνταγματικού Δικαστηρίου και έναν εν ενεργεία δικαστή του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Ήταν πεπεισμένοι ότι ο προσφεύγων πρέπει πρώτα να εξαντλήσει όλα τα ένδικα μέσα, ώστε να εκδοθεί απόφαση από το Ανώτατο Δικαστήριο, και μόνο τότε επιτρεπόταν η προσφυγή στο Συνταγματικό Δικαστήριο. Ακόμη και εκείνοι που μελετούν τακτικά τη νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν έχουν ακούσει ποτέ για αυτήν τη σπάνια περίπτωση στην οποία το αίτημα, που υποβλήθηκε στην Εισαγγελία, δεν συνυπολογίζεται στην προθεσμία για την άσκηση της συνταγματικής προσφυγής. Όταν τους ενημερώσαμε για την κατάσταση του προσφεύγοντος, όλοι εξεπλάγησαν και απάντησαν ότι δεν το γνώριζαν. Μόνο αυτοί που στο παρελθόν υπέβαλαν κατά λάθος προσφυγή ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου, αφού είχαν υποβάλει αίτημα στον Ανώτατο Εισαγγελέα, γνωρίζουν αυτόν τον κανόνα.

Η πολιτική εργασίας του Συνταγματικού Δικαστηρίου βοηθά το δικαστήριο να αποφύγει την εκδίκαση συνταγματικών προσφυγών. Δε μπορεί να θεωρηθεί ότι προστατεύει το κράτος δικαίου, τη νομική διαφάνεια ή καθιστά αποτελεσματικά τα ένδικα μέσα και επιτυγχάνει τον στόχο της αποτελεσματικής νομικής προστασίας των συνταγματικών δικαιωμάτων.

Οι αρχές οποιασδήποτε χώρας θα πρέπει να λάβουν μέτρα για να καταστήσουν κατανοητό το σύστημα έννομης προστασίας για τους προσφεύγοντες. Πρέπει να το πράξουν είτε συμπεριλαμβάνοντας ειδοποιήσεις ένδικων μέσων σε αποφάσεις, είτε μη απορρίπτοντας τις συνταγματικές προσφυγές τόσο αυστηρά. Ο προσφεύγων θα έπρεπε να είχε λάβει σαφείς πληροφορίες σχετικά με το ποιο είναι το σωστό και κατάλληλο ένδικο μέσο, είτε μέσω της απόφασης, είτε μέσω της νομοθεσίας.

Το ΕΔΔΑ έχει δηλώσει προηγουμένως (Horvat κατά Κροατίας, §41) ότι, ελλείψει επαρκούς νομολογίας σχετικά με τον τρόπο ερμηνείας και εφαρμογής διαφορετικών προϋποθέσεων για την αποδοχή συνταγματικών καταγγελιών, η συνταγματική προσφυγή δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί αποτελεσματική λύση. Ο Κανονισμός του Συνταγματικού Δικαστηρίου ορίζει ότι μια συνταγματική προσφυγή επιτρέπεται μόνο μετά την εξάντληση όλων των άλλων ένδικων μέσων και πρέπει να υποβληθεί εντός 60 ημερών από την έκδοση της πράξης ή απόφασης κατά της οποίας στρέφεται η συνταγματική καταγγελία. Η νομοθεσία αναφέρει επίσης ότι το τελευταίο ένδικο μέσο πριν από την υποβολή της συνταγματικής προσφυγής είναι το «αίτημα για προστασία της νομιμότητας».

Η απόρριψη της συνταγματικής προσφυγής του προσφεύγοντος εξασθένησε την ίδια την ουσία του δικαιώματος άσκησης ενδίκου μέσου (βλ. Osu κατά Ιταλίας, 11 Ιουλίου 2002, §35,; Vrbica κατά Κροατίας, §72 και Majski κατά Κροατίας (αρ. 2), § 69.). Επιπλέον, η νομική ενημέρωση στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν προειδοποίησε τον προσφεύγοντα για την πρακτική του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Majski κατά Κροατίας (αρ. 2), το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι δεν επιτρέπεται τέτοια έλλειψη σαφήνειας (§69). Παρόμοια συμπεράσματα μπορούν να συναχθούν με την εφαρμογή των αρχών που διατυπώθηκαν στις υποθέσεις Depauw κατά Βελγίου και Provide S.r.l. κατά Ιταλίας, § 18.

Το ΕΔΔΑ έχει υπογραμμίσει τη σημασία του δικαιώματος λήψης επαρκών πληροφοριών, ώστε ένα άτομο να αποκτήσει αποτελεσματική πρόσβαση στις σχετικές διαδικασίες και να τεκμηριώσει τις καταγγελίες του (Hirsi Jamaa κατά Ιταλίας, §204). Ειδικότερα, για τους αιτούντες άσυλο, το ΕΔΔΑ τόνισε το δικαίωμα λήψης πληροφοριών σχετικά με τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθηθούν. Ωστόσο, για τον καθένα, «η έλλειψη πρόσβασης σε πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθηθούν είναι σαφώς ένα σημαντικό εμπόδιο στην πρόσβαση σε αυτές τις διαδικασίες» (MSS κατά Βελγίου και Ελλάδας, §§304–309). Ένας «πολύ αμφισβητούμενος» νόμος δεν είναι σύμφωνος με τη Σύμβαση.

Όταν η νομοθεσία διατυπώνεται με τρόπο που οι άνθρωποι την ερμηνεύουν με τον ίδιο λογικό τρόπο, είναι παράλογο να περιμένουμε ότι οι διάδικοι θα αναζητήσουν τη νομολογία για να μάθουν αν αυτή η ερμηνεία είναι εσφαλμένη. Όταν ασκούνται πολλές παρερμηνευμένες και εσφαλμένα υποβληθείσες προσφυγές, αποδεικνύεται ότι υπάρχει δυσκολία κατανόησης για το ποια είναι η σωστή νομική διαδικασία και προθεσμία. Σε αυτή την περίπτωση, οι αρχές θα πρέπει είτε να λάβουν μέτρα για να συμπεριλάβουν κατάλληλες ειδοποιήσεις για ένδικα μέσα στις δικαστικές αποφάσεις, να τροποποιήσουν τη νομοθεσία και να ενημερώσουν τους δικηγόρους και το κοινό με δυναμικό τρόπο, ώστε για να αποφευχθεί κάποια μελλοντική παρερμηνεία, είτε να ερμηνεύσουν την νομοθεσία υπέρ της δυνατότητας άσκησης ενδίκων μέσων.

——————————————–

ΣΧΟΛΙΟ ECHR Case Law 

Ενδιαφέρον και χρήσιμο άρθρο των καθηγητών Νομικής της Σλοβενίας κ.κ. Teršek  και  Toplak για ένα σημαντικό θέμα που αγγίζει τους Ευρωπαίους πολίτες και νομικούς για το δικαίωμα των διαδίκων λήψης επαρκούς πληροφόρησης από τα δικαστήρια για τα διαθέσιμα ένδικα μέσα. Μια εξαιρετική προσέγγιση για τα θεμελιώδη δικαιώματα της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας και πρόσβασης σε δικαστήριο που ανοίγει δρόμους στο Στρασβούργο για την νομολογιακή ανάπτυξή τους (σημ. Βασίλη Χειρδάρη, echrcaselaw.com editor).

 

Επιμέλεια Μετάφρασης: Μάγια Μήνα, Ναστάζια Τερρά 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες