Η συνεχιζόμενη προσωρινή κράτηση υπερασπιστή ανθρωπίνων δικαιωμάτων παραβιάζει την ΕΣΔΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ

Kavala κατά Τουρκίας της 10.12.2019 (αριθ. 28749/18)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Προσωρινή κράτηση και συνέχισή της σε κατηγορούμενο υπερασπιστή ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία.

Ο προσφεύγων ένας επιχειρηματίας που συμμετείχε στην ίδρυση πολυάριθμων μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ) και κοινωνικών κινημάτων που δραστηριοποιούνται στην προώθηση και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συνελήφθη στην Κωνσταντινούπολη με την υποψία ότι επιχειρεί να ανατρέψει την κυβέρνηση και τη συνταγματική τάξη μέσω της βίας.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο προσφεύγων είχε τεθεί σε προσωρινή κράτηση λόγω «ισχυρής υποψίας» ότι είχε διαπράξει δύο αδικήματα: προσπάθεια να ανατραπεί η κυβέρνηση και απόπειρα ανατροπής της συνταγματικής τάξης, μέσω βίας.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι αρχές δεν μπόρεσαν να αποδείξουν ότι η συνεχιζόμενη κράτηση του προσφεύγοντος είχε δικαιολογηθεί από εύλογες υποψίες βασιζόμενες σε αντικειμενική εκτίμηση των πράξεων που του αποδίδονται. Σημείωσε επίσης ότι το μέτρο αυτό στηριζόταν ουσιαστικά όχι μόνο σε πράξεις που δεν θα μπορούσαν εύλογα να θεωρηθούν ως ποινικοποιημένη συμπεριφορά στο εσωτερικό δίκαιο αλλά και σε πράξεις που συνδέονταν σε μεγάλο βαθμό με την άσκηση των δικαιωμάτων που εγγυάται το άρθρο 10 και 11 της Σύμβασης και ότι οι πράξεις αυτές δεν ήταν βίαιες. Ελλείψει γεγονότων, πληροφοριών ή αποδεικτικών στοιχείων από τα οποία προκύπτει ότι ο προσφεύγων είχε εμπλακεί σε εγκληματική δραστηριότητα, δεν μπορούσε εύλογα να υποστηριχθεί ότι προσπάθησε να ανατρέψει την κυβέρνηση με τη βία.

Όσον αφορά τη συνολική διάρκεια του ελέγχου της νομιμότητας εκ μέρους του Συνταγματικού Δικαστηρίου στο πλαίσιο της ατομικής αίτησης του προσφεύγοντος  και σε  ό,τι διακυβεύεται, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία με την οποία το Τουρκικό Συνταγματικό Δικαστήριο είχε αποφανθεί για τη νομιμότητα της προδικαστικής κράτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατή με την απαίτηση «ταχύτητας» του άρθρου 5 § 4.

Τέλος, το Δικαστήριο έκρινε ότι, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου του φακέλου, είχε διαπιστωθεί πέραν αυτού εύλογη αμφιβολία ότι τα καταγγελθέντα μέτρα στην υπόθεση επιδιώκουν έναν απώτερο σκοπό, αντίθετο με το άρθρο 18, δηλαδή στην εξασφάλιση της σιωπής του προσφεύγοντος και μαζί του και  όλων των υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Κατά συνέπεια, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης και στους λόγους στους οποίους είχε βασίσει τα συμπεράσματά του για παραβίαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι η κυβέρνηση έπρεπε να λάβει μέτρα για να θέσει τέρμα στην κράτηση του προσφεύγοντος και να εξασφαλίσει την άμεση απελευθέρωσή του.

Έτσι το ΕΔΔΑ έκρινε ομόφωνα, ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 1 (δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια) της ΕΣΔΑ και παραβίαση του άρθρου 5 § 4 (δικαίωμα λήψης ταχείας απόφασης σχετικά με τη νομιμότητα της κράτησης) της Σύμβασης, με έξι ψήφους έναντι μίας, ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 18 (όρια στη χρήση περιορισμών για τα δικαιώματα) σε συνδυασμό με το άρθρο 5 § 1, και ότι το εναγόμενο κράτος έπρεπε να λάβει κάθε μέτρο για να θέσει τέρμα στην προσωρινή κράτηση του προσφεύγοντα και να εξασφαλίσει την άμεση απελευθέρωσή του.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, κ. Mehmet Osman Kavala, είναι Τούρκος υπήκοος, ο οποίος γεννήθηκε το 1957 και ζει στην  Κωνσταντινούπολη. Αυτή τη στιγμή κρατείται και οι αρχές τον υποπτεύονται  ότι προσπάθησε να ανατρέψει τόσο την κυβέρνηση όσο και τη συνταγματική τάξη. Ο προσφεύγων είναι επιχειρηματίας που έχει συμμετάσχει στη δημιουργία πολλών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων («ΜΚΟ») και στη δημιουργία κινημάτων και συνασπισμών της κοινωνίας των πολιτών που δραστηριοποιούνται στους τομείς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του πολιτισμού, των κοινωνικών σπουδών, επιδιώκοντας την ιστορική  συμφιλίωση και την προστασία του περιβάλλοντος.

Ο προσφεύγων συνελήφθη στην Κωνσταντινούπολη στις 18 Οκτωβρίου 2017 με την υποψία ότι επιχειρεί να ανατρέψει την κυβέρνηση και τη συνταγματική τάξη μέσω της βίας. Οι κατηγορίες εναντίον του συνδέονται με τα γεγονότα του Gezi Park και με την απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016.

Τον Μάιο του 2013, μετά την έναρξη των εργασιών κατεδάφισης στο Gezi Park (ένας πράσινος χώρος στο κέντρο την Κωνσταντινούπολης), ακτιβιστές περιβαλλοντολόγοι και κάτοικοι της περιοχής έκαναν κατάληψη στη περιοχή. Στις 31 Μαΐου 2013, η αστυνομία παρενέβη βίαια. Οι διαμαρτυρίες κλιμακώθηκαν τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 2013 και εξαπλώθηκαν σε διάφορες πόλεις και περιοχές της Τουρκίας. Τέσσερις πολίτες και δύο αστυνομικοί σκοτώθηκαν και χιλιάδες άνθρωποι τραυματίστηκαν. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της νύχτας από 15 έως 16 Ιουλίου 2016, μια ομάδα μελών των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων προσπάθησε να πραγματοποιήσει στρατιωτικό πραξικόπημα με στόχο την ανατροπή του Κοινοβουλίου, της Κυβέρνησης και του  Προέδρου της Τουρκίας. Κατά τη διάρκεια της νύχτας περισσότεροι από 250 άνθρωποι σκοτώθηκαν και περισσότερο από 2.500 τραυματίστηκαν. Οι εθνικές αρχές κατηγόρησαν το δίκτυο που συνδέεται με τον Fetullah Gülen, έναν Τούρκο πολίτη που ζει στις Ηνωμένες Πολιτείες και θεωρείται ως ηγέτης μιας οργάνωσης που περιγράφεται από τις τουρκικές αρχές ως FETÖ / PDY («Οργανισμός Τρομοκρατίας Gülenist / παράλληλη κρατική δομή»).

Από τις 21 Ιουλίου 2016, η κυβέρνηση κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης για περίοδο τριών μηνών. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης επεκτάθηκε εν συνεχεία για περαιτέρω περιόδους τριών μηνών από το Υπουργικό Συμβούλιο, υπό την προεδρία του Προέδρου. Οι τουρκικές αρχές ειδοποίησαν τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, για παρέκκλιση από τη Σύμβαση λόγω έκτακτης ανάγκης, βάσει του άρθρου 15.

Στις 31 Οκτωβρίου 2017 ο προσφεύγων, επικουρούμενος από τους δικηγόρους του, ανακρίθηκε από αστυνομικούς της αντιτρομοκρατικής του αστυνομικού τμήματος της Κωνσταντινούπολης. Την 1η Νοεμβρίου 2017 το γραφείο του εισαγγελέα ζήτησε να τεθεί ο προσφεύγων υπό προσωρινή κράτηση για «απόπειρα ανατροπής της συνταγματικής τάξης με τη βία» (άρθρο 309 του Ποινικού Κώδικα) και για «προσπάθεια να ανατραπεί η κυβέρνηση ή να αποτρέψει με τη βία τις  αρχές από την άσκηση των καθηκόντων τους» (άρθρο 312 του Ποινικού Κώδικα). Δικαιολογώντας τις  υποψίες σε σχέση με τα γεγονότα Gezi, η εισαγγελία ισχυρίστηκε ότι ο προσφεύγων είχε κατευθύνει τις  οργανωμένες διαδηλώσεις οι οποίες ήταν στην πραγματικότητα μια εξέγερση στην οποία συμμετείχαν ενεργά όλες οι τρομοκρατικές οργανώσεις, με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης. Στις 8 Νοεμβρίου 2017 ο προσφεύγων κατέθεσε ένσταση κατά της απόφασης κράτησης, η οποία απορρίφθηκε.

Από τον Νοέμβριο του 2017 έως τον Αύγουστο του 2018 ο προσφεύγων υπέβαλε αρκετές αιτήσεις για άρση της προσωρινής κράτησης. Επιπλέον, τα αρμόδια δικαστήρια εξέτασαν, αυτεπαγγέλτως, τη συνεχιζόμενη κράτηση του προσφεύγοντος σε αρκετές περιπτώσεις και διέταξαν την παράτασή της.

Στις 19 Φεβρουαρίου 2019, ο Εισαγγελέας της Κωνσταντινούπολης κατέθεσε κατηγορητήριο αναφορικά με τον προσφεύγοντα και 15 άλλους υπόπτους, κατηγορώντας τους, ειδικότερα, ότι προσπάθησαν να ανατρέψουν με τη βία την κυβέρνηση, σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 312 του Ποινικού Κώδικα, και για τη διάπραξη πολλών παραβάσεων δημόσιας τάξης.

Εν τω μεταξύ, στις 29 Δεκεμβρίου 2017 ο προσφεύγων υπέβαλε ατομική αίτηση ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Στις 28 Ιουνίου 2019, το Συνταγματικό Δικαστήριο δημοσίευσε την απόφασή του, στην οποία κατέληξε στο συμπέρασμα με 10 ψήφους έναντι 5 ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 19 του Συντάγματος. Κρίθηκε παραδεκτή η καταγγελία του κ σχετικά με τη νομιμότητα της εντολής που τον έθετε υπό προσωρινή κράτηση, αλλά έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 19 του Συντάγματος. Το Δικαστήριο  απέρριψε την καταγγελία σχετικά με την έλλειψη δημόσιας ακρόασης κατά την εξέταση των αιτήσεων άρσης της προσωρινής κράτησης. Το Τουρκικό Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα συμπεράσματα ότι υπήρχαν πραγματικά αποδεικτικά στοιχεία, γεγονός που δημιούργησε έντονη υποψία ως προς την ευθύνη του και ότι είχε διαπράξει το φερόμενο αδίκημα κατά τη διάρκεια των εκδηλώσεων Gezi, ο απώτερος στόχος της οποίας ήταν η ανατροπή της κυβέρνησης, δεν φαινόταν ούτε αυθαίρετα ούτε αδικαιολόγητα. Όσον αφορά την καταγγελία σχετικά με την έλλειψη δημόσιας ακρόασης κατά την εξέταση των αιτήσεων για απελευθέρωση, το τουρκικό Συνταγματικό Δικαστήριο σημείωσε ότι από την 1η Νοεμβρίου 2017 έως τις 30 Απριλίου 2019, ο προσφεύγων δεν είχε προσφύγει ενώπιον των δικαστηρίων  που έπρεπε να αποφασίσουν σχετικά με την παράταση της προσωρινής κράτησης. Ιασχυρίστηκε ότι είχε την ευκαιρία να καταθέσει αγωγή αποζημιώσεως, εντούτοις χαρακτήρισε την καταγγελία αυτή απαράδεκτη για τη μη εξάντληση των ένδικων μέτρων.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 5 § 1

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι ένα άτομο θα μπορούσε να τεθεί υπό κράτηση σύμφωνα με το άρθρο 5 § 1 (γ) μόνο στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, με σκοπό να τον φέρει ενώπιον της αρμόδιας δικαστικής αρχής βάση της λογικής υποψίας ότι διέπραξε αδίκημα.  Το ερώτημα ήταν αν η στέρηση της ελευθερίας βασίστηκε σε επαρκή αντικειμενικά στοιχεία. Επιπλέον, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε έπρεπε ευλόγως να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν σε μια από τις κατηγορίες που περιγράφουν την εγκληματική συμπεριφορά στον Ποινικό Κώδικα. Έτσι, δεν θα μπορούσε να υπάρξει μια «εύλογη υποψία» εάν οι πράξεις ή τα γεγονότα που διαπράχθηκαν εναντίον ενός κρατουμένου δεν αποτελούσαν τότε έγκλημα όταν είχε διαπραχθεί.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο προσφεύγων είχε τεθεί υπό προσωρινή κράτησης λόγω «ισχυρής υποψίας» ότι είχε διαπράξει δύο χωριστά αδικήματα: απόπειρα ανατροπής της κυβέρνησης και απόπειρα να ανατρέψει τη συνταγματική τάξη, μέσω της βίας.

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι κατά την εξέταση του κατά πόσο υπήρξε εύλογη υποψία για τη σύλληψη και την κράτηση του προσφεύγοντος, το σημείο εκκίνησης της ανάλυσής του έπρεπε να είναι οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων σχετικά με την αρχική και συνεχιζόμενη προσωρινή κράτηση. Επιπλέον, δεδομένου ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο είχε αξιολογήσει τη νομιμότητα της προδικαστικής κράτησης του προσφεύγοντος, το Δικαστήριο κλήθηκε να αξιολογήσει κατά πόσο η συλλογιστική που επικαλέστηκε το τελευταίο δικαστήριο, η οποία είχε επίσης λάβει υπόψη το κατηγορητήριο, είχε επαρκώς αποδείξει ότι υπήρχε εύλογη υπόνοια προς υποστήριξη της προδικαστικής κράτησης του προσφεύγοντος κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο τα εθνικά δικαστήρια είχαν διατάξει το μέτρο αυτό.

Ο προσφεύγων ήταν ύποπτος ως ο ηθικός αυτουργός και ηγέτης των διαδηλώσεων του Gezi Park, οι οποίες, κατά την άποψη του εισαγγελέα, είχαν σκοπό να ανατρέψουν την κυβέρνηση. Έπρεπε να σημειωθεί, ωστόσο, ότι κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων του προσφεύγοντος κατά τη διάρκεια της αστυνομικής επιτήρησης, δεν ερωτήθηκε σχετικά με την πιθανή συμμετοχή του στη διάπραξη των πράξεων βίας που είχαν συμβεί κατά τη διάρκεια αυτών των εκδηλώσεων. Επιπλέον, δεν υπήρχαν στοιχεία στο φάκελο που να δείχνουν ότι είχε χρησιμοποιήσει δύναμη ή βία, είχε υποκινήσει ή οδήγησε τις εν λόγω βίαιες πράξεις ή είχε παράσχει στήριξη σε τέτοια εγκληματική συμπεριφορά.

Παρόλο που αναφερόταν σε «συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία», η απόφαση κράτησης του δικαστή της 1 Νοεμβρίου 2017 δεν περιείχε κανένα υλικό το οποίο θα ικανοποιούσε έναν αντικειμενικό παρατηρητή ότι υπήρξε εύλογη υποψία ότι ο προσφεύγων είχε συμμετάσχει ή υποστηρίξει τέτοιες πράξεις. Επίσης, καμία από τις επόμενες αποφάσεις παράτασης της  προσωρινής  κράτησης δεν εμπεριείχε  τέτοια αποδεικτικά στοιχεία.

Κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου το γεγονός αυτό ήταν εξαιρετικά σημαντικό στην προκειμένη περίπτωση, στο ότι μια πτυχή της πράξεως που συνιστά το αδίκημα στη οποίο κατηγορήθηκε ο προσφεύγων-σύμφωνα με το άρθρο 312 του Ποινικού Κώδικα – ήταν η χρήση «βίας» για την ανατροπή της  Κυβέρνησης. Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι στο κατηγορητήριο το γραφείο του εισαγγελέα είχε περιγράψει αυτά τα γεγονότα ως αποτέλεσμα της δράσης μιας ομάδας ατόμων που είχαν επιρροή στην κοινωνία πολιτών και οι οποίοι είχαν ενεργήσει χωρίς να φαίνονται. Αυτή η ομάδα ατόμων φέρεται να σχημάτισε δομή η οποία διευθύνονταν στην Τουρκία από τον προσφεύγοντα. Το Δικαστήριο σημείωσε, εντούτοις, ότι οι πράξεις που αποδίδονται στον προσφεύγοντα ήταν είτε νομικές πράξεις, μεμονωμένες πράξεις οι οποίες, εκ πρώτης όψεως, δεν σχετίζονταν μεταξύ τους ή δραστηριότητες που συνδέονταν σαφώς με την άσκηση δικαιώματος της Σύμβασης· Εν πάση περιπτώσει, ήταν μη βίαιες δραστηριότητες.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι – ελλείψει γεγονότων, πληροφοριών ή αποδεικτικών στοιχείων που να αποδεικνύουν ότι ο προσφεύγων είχε εμπλακεί σε εγκληματική δραστηριότητα – δεν μπορούσε εύλογα να υποψιαστεί ότι είχε διαπράξει το αδίκημα της απόπειρας ανατροπής της κυβέρνησης με τη βία. Ειδικότερα, οι προαναφερθείσες πράξεις δεν αρκούσαν για να εγείρουν υποψίες ότι ο προσφεύγων  αποζητούσε τη βία για να οργανώσει και να χρηματοδοτήσει μια εξέγερση εναντίον της κυβέρνησης.

Όσον αφορά τις κατηγορίες σχετικά με την απόπειρα πραξικοπήματος στις 15 Ιουλίου 2016, το Δικαστήριο σημείωσε ότι αυτές βασίζονταν κατά κύριο λόγο στην ύπαρξη «εντατικών επαφών» μεταξύ του προσφεύγοντος  και κάποιου H.J.B., ο οποίος αποτέλεσε αντικείμενο ποινικής έρευνας για συμμετοχή στην οργάνωση απόπειρας πραξικοπήματος. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, ωστόσο, τα αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως ήταν ανεπαρκή για να δικαιολογήσουν αυτή την καχυποψία.

Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που του υποβλήθηκαν ήταν ανεπαρκή για την υποστήριξη ότι υπήρξε εύλογη υπόνοια εναντίον του προσφεύγοντος κατά την αρχική περίοδο κράτησής του. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προστέθηκαν στο φάκελο της υποθέσεως μετά τη σύλληψη του προσφεύγοντος και καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεχιζόμενης προσωρινής κράτησής του ανέρχονταν σε γεγονότα ή πληροφορίες που δημιουργούσαν υποψίες ικανές να δικαιολογήσουν το αρχικό αίτημα του προσφεύγοντος και τη συνεχιζόμενη κράτηση. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αρχές δεν ήταν σε θέση να αποδείξουν ότι η αρχική και συνεχιζόμενη προσωρινή κράτηση του προσφεύγοντος δικαιολογούνταν βάση εύλογων υποψιών βασιζόμενες σε αντικειμενική εκτίμηση των εν λόγω πράξεων.

Όσον αφορά το άρθρο 15 της Σύμβασης, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στη διαπίστωσή του ότι τα αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον του ήταν ανεπαρκή  για να υποστηρίξει το συμπέρασμα ότι υπήρξε εύλογη υποψία εναντίον του προσφεύγοντος. Υπό τις συνθήκες αυτές, η υποψία εναντίον του προσφεύγοντος δεν είχε φτάσει στο ελάχιστο επίπεδο λογικής. Αν και τα εν λόγω μέτρα υποβλήθηκαν υπό δικαστική εποπτεία, τα αμφισβητούμενα μέτρα είχαν ως εκ τούτου βασιστεί σε απλή υποψία. Κατά συνέπεια, τα καταγγελλόμενα μέτρα δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι απαιτούνταν αυστηρά από τις απαιτήσεις της κατάστασης.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 1 λόγω της έλλειψης λογικής υποψίας ότι ο προσφεύγων διέπραξε αδίκημα.

Άρθρο 5 § 4

Στις 29 Δεκεμβρίου 2017 ο προσφεύγων άσκησε ατομική προσφυγή στο Συνταγματικό Δικαστήριο.

Ένα έτος, τέσσερις μήνες και είκοσι τέσσερις ημέρες – συμπεριλαμβανομένων δέκα μηνών και πέντε ημερών μετά την άρσης της κατάστασης έκτακτης ανάγκης – είχε περάσει μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία η ατομική προσφυγή είχε κατατεθεί στο Συνταγματικό Δικαστήριο και την ημερομηνία κατά την οποία το δικαστήριο αυτό είχε δημοσιεύσει το αποτέλεσμα των συζητήσεων. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της ανωτέρω ημερομηνίας και της ημερομηνίας επί της οποίας δημοσιεύθηκε η τελική απόφαση. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η σχετική περίοδος κατά την έννοια του άρθρου 5 § 4 ξεκίνησε όταν υποβλήθηκε αίτηση ενώπιον δικαστηρίου και έληξε την ημέρα της κοινοποίησης της απόφασης στον προσφεύγοντα ή στον δικηγόρο του. Έτσι η περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη ανέρχεται σε ένα έτος, πέντε μήνες και είκοσι εννέα ημέρες.

Το Δικαστήριο θα μπορούσε να δεχθεί ότι εν προκειμένω τα ζητήματα ενώπιον του τουρκικού Συνταγματικού Δικαστηρίου ήταν περίπλοκα. Εντούτοις, δεν υπήρχε τίποτα στο υλικό που προβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποδεικνύει ότι ο προσφεύγων  ή ο δικηγόρος  του συνέβαλαν στην παράταση του δικαστικού ελέγχου του εν λόγω μέτρου κατά το έτος 2004. Επιπλέον, μετά την υποβολή της ατομικής προσφυγής του προσφεύγοντος  το συνταγματικό δικαστήριο παρέμεινε ανενεργό για περίπου δέκα μήνες, παρά το αίτημα του προσφεύγοντος να λάβει η υπόθεσή του προτεραιότητα. Οι διαδικαστικές καθυστερήσεις οφείλονταν επομένως στις αρχές.

Το Δικαστήριο έκρινε αποδεκτό στις υποθέσεις Mehmet Hasan Altan και Şahin Alpay (20 Μαρτίου 2018) και Akgün (2 Απριλίου 2019) ότι η αναθεώρηση του Συνταγματικού Δικαστηρίου ενδέχεται να διαρκέσει περισσότερο.

Παρά τη σαφή διάρκεια της σχετικής διαδικασίας, το Δικαστήριο διαπίστωσε στις υποθέσεις αυτές ότι τηρήθηκε η απαίτηση ταχείας επέμβασης βάσει του άρθρου 5 § 4. Στις προηγούμενες αποφάσεις σχετικά με την απαίτηση «ταχύτητας», το Δικαστήριο είχε λάβει υπόψη του το φόρτο εργασίας του Συνταγματικού Δικαστηρίου μετά τη δήλωση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης και είχε κρίνει ότι αποτελούσε μια εξαιρετική κατάσταση. Είχε πάντως δηλώσει ότι η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο είχε λευκή κάρτα όταν ασχολήθηκε με οποιεσδήποτε παρόμοιες καταγγελίες σύμφωνα με το  Άρθρο 5 § 4. Εν προκειμένω, αρκεί να σημειωθεί ότι η διάρκεια εξέτασης της ατομικής προσφυγής του Συνταγματικού Δικαστηρίου του προσφεύγοντος είχε υπερβεί όλες τις χρονικές περιόδους που παρατηρήθηκαν στις προαναφερθείσες περιπτώσεις.

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι στην περίπτωση που διακυβεύεται η προσωπική ελευθερία ενός ατόμου, εφαρμόζονται αυστηρά κριτήρια αξιολόγησης της συμμόρφωσης του κράτους με την απαίτηση για ταχεία επανεξέταση της νομιμότητας της κράτησης. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην προκειμένη περίπτωση, όπου ο προσφεύγων τέθηκε υπό προσωρινή κράτηση χωρίς τη δυνατότητα να εμφανιστεί ενώπιον δικαστηρίου για περισσότερο από ένα έτος και επτά μήνες και όλα τα αιτήματά του για απελευθέρωση είχαν απορριφθεί με τους ίδιους στερεότυπους λόγους. Επιπλέον, ο περιορισμός της πρόσβασης στον φάκελο έρευνας παρέμεινε σε ισχύ μέχρι την έγκρισή του κατηγορητηρίου στις 4 Μαρτίου 2019.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι στο τουρκικό Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο είχε πρωταρχικό ρόλο σε εθνικό επίπεδο για την προστασία του δικαιώματος στην ελευθερία και την ασφάλεια, δεν είχε λάβει δεόντως υπόψη τη σημασία του εν λόγω δικαιώματος.

Ο προσφεύγων συνελήφθη στις 18 Οκτωβρίου 2017 και το κατηγορητήριο για ορισμένες κατηγορίες εναντίον του είχε κατατεθεί μόνο στις 19 Φεβρουαρίου 2019. Αυτό σήμαινε ότι για δεκαέξι μήνες μετά την κράτηση του, ο προσφεύγων κρατούνταν χωρίς να έχει απαγγελθεί κατηγορία από το γραφείο του εισαγγελέα. Όπως ο Επίτροπος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα επεσήμανε η επέκταση της κράτησης του προσφεύγοντος σε αυτό το θέμα θα μπορούσε να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα στις μη κυβερνητικές οργανώσεις των οποίων οι δραστηριότητες ήταν  σχετικές με θέματα κοινού ενδιαφέροντος. Στην προκειμένη περίπτωση, η ταχεία δικαστική επανεξέταση αυτού του μέτρου από το Συνταγματικό Δικαστήριο θα μπορούσε να διαλύσει τυχόν αμφιβολίες σχετικά με την αναγκαιότητα κράτησης του προσφεύγοντος ή παράτασης του εν λόγω μέτρου για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

Λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική διάρκεια της επανεξέτασης της νομιμότητας του Συνταγματικού Δικαστηρίου στο πλαίσιο της ατομικής προσφυγής και αυτό που διακυβεύονταν για τον προσφεύγοντα, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία με την οποία το τουρκικό Συνταγματικό Δικαστήριο είχε αποφανθεί για τη νομιμότητα της προδικαστικής του υπόθεσης δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατή με την απαίτηση “ταχύτητας” του άρθρου 5 § 4.

Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 5 § 4.

 

Άρθρο 18

Το Δικαστήριο επανέλαβε το συμπέρασμά του ότι τα μέτρα κατά του προσφεύγοντος  δεν δικαιολογούνταν βάση εύλογων υποψιών βασιζόμενες σε αντικειμενική εκτίμηση των προβαλλομένων πράξεων, αλλά ουσιαστικά είχαν βασιστεί σε γεγονότα που δεν θα μπορούσαν λογικά να θεωρηθούν ως συμπεριφορά ποινικοποιημένη βάσει εγχώριου νόμου  καθώς και σε γεγονότα που σχετίζονταν σε μεγάλο βαθμό με την άσκηση των δικαιωμάτων της Σύμβασης.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο προφανής σκοπός του μέτρου που επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα ήταν η διεξαγωγή ερευνών σχετικά με τα γεγονότα Gezi και την απόπειρα πραξικοπήματος και να διαπιστώσει εάν ο προσφεύγων είχε πράγματι διαπράξει τα αδικήματα για τα οποία κατηγορήθηκε. Δεδομένων των σοβαρών αναταραχών και τις σημαντικές απώλειες ζωής που προέκυψαν από αυτά τα δύο γεγονότα, ήταν απόλυτα νόμιμο να διεξαχθούν έρευνες για τα περιστατικά αυτά. Επιπλέον, δεν μπορούσε να παραβλεφθεί ότι η απόπειρα πραξικοπήματος οδήγησε σε κήρυξη έκτακτης ανάγκης σε ολόκληρη τη χώρα.

Ωστόσο, φάνηκε ότι, εξαρχής, οι αρχές διερεύνησης δεν είχαν πρωτίστως ενδιαφερθεί  για την υποτιθέμενη συμμετοχή του προσφεύγοντος στη δημόσια αταξία η οποία είχε λάβει χώρα στην υπόθεση των εκδηλώσεων του πάρκου Gezi. Κατά τη διάρκεια της αστυνομικής ανάκρισης, ο προσφεύγων είχε ερωτηθεί πολλά ερωτήματα, τα οποία εκ πρώτης όψεως, δεν είχαν καμία σχέση με αυτά τα γεγονότα. Ομοίως, μερικές από τις ερωτήσεις που του είχαν υποβληθεί αφορούσαν τις συναντήσεις του με εκπροσώπους ξένων χωρών, τις τηλεφωνικές συνομιλίες του με ακαδημαϊκούς, δημοσιογράφους, εκπροσώπους των ΜΚΟ ή την επίσκεψη του Αντιπροσώπου της Επιτροπής της Τουρκίας στην ΕΕ. Η κυβέρνηση δεν είχε υποβάλει παρατηρήσεις σχετικά με τη σημασία των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων κατά την εκτίμηση του «εύλογου» χαρακτήρα των υποψιών στην προκειμένη περίπτωση.

Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι το κατηγορητήριο δεν κάλυπτε την περιγραφόμενη ανεπάρκεια. Το έγγραφο αυτό, 657 σελίδων, δεν περιείχε συνοπτική περιγραφή των γεγονότων. Ούτε διευκρίνιζε σαφώς τα γεγονότα ή τις αξιόποινες πράξεις επί των οποίων ποινική ευθύνη του προσφεύγοντος σχετικά με το πάρκο Gezi είχε βασιστεί. Δεν υπήρχε τίποτα στο φάκελο που να δείχνει ότι οι διωχτικές αρχές είχαν στην κατοχή τους αντικειμενικές πληροφορίες που τους επιτρέπουν να υποπτεύονται τον προσφεύγοντα καλή τη πίστη κατά τη στιγμή των γεγονότων του Gezi. Ειδικότερα, τα αναφερόμενα έγγραφα δίωξης αναφέρονταν πολλές εντελώς νόμιμες πράξεις που σχετίζονταν με την άσκηση του δικαιώματος της Σύμβασης και είχαν διεξήχθη σε συνεργασία με τα όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης ή με διεθνείς οργανισμούς. Εκείνα τα έγγραφα αναφέρθηκαν επίσης σε συνήθεις και νόμιμες δραστηριότητες εκ μέρους του υπερασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του ηγέτη μιας ΜΚΟ, όπως η πραγματοποίηση εκστρατείας για την απαγόρευση της πώλησης δακρυγόνων προς την Τουρκία ή υποστήριξη ατομικών προσφυγών.

Επιπλέον, ο προσφεύγων συνελήφθη περισσότερο από τέσσερα χρόνια μετά τα γεγονότα Gezi και  περισσότερο από ένα χρόνο μετά την απόπειρα πραξικοπήματος, με κατηγορίες  που σχετίζονται με αυτά τα γεγονότα. Το Δικαστήριο θεώρησε κρίσιμο  για την αξιολόγηση του βάσει του άρθρου 18 της Σύμβασης, το γεγονός ότι είχαν παρέλθει πολλά χρόνια μεταξύ των γεγονότων που αποτελούν τη βάση για την κράτηση του προσφεύγοντος και τις δικαστικές αποφάσεις για κράτηση του. Καμία πιθανή εξήγηση είχε προωθηθεί από την κυβέρνηση για αυτήν την παρέλευση του χρόνου. Ήταν επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτές οι κατηγορίες τέθηκαν μετά από δύο ομιλίες που έδωσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 2018, στην οποία αναφέρθηκε το όνομα του προσφεύγοντος. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, θα μπορούσε να σημειωθεί μόνο ότι υπήρχε συσχέτιση μεταξύ, αφενός, των καταγγελιών που έγιναν ανοιχτά εναντίον του προσφεύγοντος στις δύο αυτές δημόσιες ομιλίες και, αφετέρου, της διατύπωσης των κατηγοριών στο κατηγορητήριο, το οποίο κατατέθηκε περίπου τρεις μήνες μετά από τις εν λόγω ομιλίες. Τα στοιχεία αυτά θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι η αρχική και η συνέχιση της κράτησής του είχε επιδιώξει έναν μεταγενέστερο σκοπό, δηλαδή να τον αποσιωπήσουν ως υπερασπιστή ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επιπλέον, το γεγονός ότι το γραφείο του εισαγγελέα είχε αναφερθεί στο κατηγορητήριο στις δραστηριότητες των ΜΚΟ και τη χρηματοδότησή τους με νομικά μέσα, χωρίς ωστόσο να υποδεικνύει με ποιον τρόπο ήταν η αναφορά σχετική με τις κατηγορίες , υποστήριζε επίσης τον εν λόγω ισχυρισμό. Το δικαστήριο γνώριζε επίσης τις ανησυχίες που εξέφρασε ο Επίτροπος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και οι τρίτοι παρεμβαίνοντες, οι οποίοι έκριναν ότι η κράτηση του προσφεύγοντες ήταν μέρος μιας ευρύτερης εκστρατείας καταστολής των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεώρησε ότι έχει αποδειχθεί πέραν κάθε εύλογης αμφιβολίας ότι τα μέτρα που προσάπτονται στην παρούσα υπόθεση επιδίωκαν απώτερο σκοπό, αντίθετα προς το άρθρο 18 της Σύμβασης, δηλαδή την αποσιώπηση του προσφεύγοντος. Επιπλέον, έκρινε ότι τα αμφισβητούμενα μέτρα ενδέχεται να έχουν αποτρεπτικό αποτέλεσμα για το έργο των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο περιορισμός της ελευθερίας του προσφεύγοντος είχε εφαρμοστεί για σκοπούς πέραν  του να τον παρουσιάσουν ενώπιον αρμόδιας νομικής αρχής λόγω εύλογης υποψίας ότι διέπραξε αδίκημα, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 § 1 (γ) της Σύμβασης.

Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 18 της σύμβασης σε συνδυασμό με το  άρθρο 5 § 1.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Καμία αλιτηση για δίκαιη ικανοποίηση δεν είχε γίνει. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί αυτού.

Λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης και τους λόγους στους οποίους είχε βασίσει την διαπίστωση παραβίασης, το Δικαστήριο έκρινε ότι η κυβέρνηση έπρεπε να λάβει κάθε μέτρο για να θέσει τέρμα  στην κράτηση του προσφεύγοντος και να εξασφαλίσει την άμεση απελευθέρωσή του.

Μειοψηφούσες απόψεις

Ο δικαστής Bošnjak (σύμφωνη γνώμη) και ο δικαστής Yüksel  εξέφρασαν μειοψηφούσες γνώμες, οι οποίες επισυνάπτονται στην απόφαση.

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες