Η στέρηση του δικαιώματος επιλογής συνηγόρου υπεράσπισης και η τυπολατρία των εθνικών δικαστηρίων στην εκπρόθεσμή άσκηση έφεσης παραβίασαν την ΕΣΔΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ

Lobzhanidze και Peradze κατά Γεωργίας της 27.02.2020 (αριθ. προσφ. 21447/11 και 35839/11)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αποδεικτικά στοιχεία, διορισμός δικηγόρου, έφεση και δίκαιη δίκη.

Οι προσφεύγοντες καταδικάστηκαν για πλαστογραφία λόγω μίας εικονικής πώλησης ακινήτου. Επιπλέον ο α΄ προσφεύγων κατηγορήθηκε για το αδίκημα της  δωροδοκίας δικαστικών λειτουργών  γιατί προσπάθησε να επηρεάσει δικαστή της έδρας. Παραπονέθηκαν ότι τα εγχώρια δικαστήρια δεν έλαβαν υπόψιν τους αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν. Επιπλέον ο α΄ προσφεύγων  διαμαρτυρήθηκε γιατί στερήθηκε τον δικηγόρο της επιλογής του και έχασε την προθεσμία της έφεσης λόγω μη νομότυπης επίδοσης της καταδικαστικής απόφασης.

Όσον αφορά την πρώτη καταγγελία περί αιτιολογίας της απόφασης, το Στρασβούργο κατά το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης,  υποχρεώνει τα εθνικά δικαστήρια να αναφέρουν με επαρκή σαφήνεια τους λόγους στους οποίους στηρίζουν τις αποφάσεις τους, ειδικότερα, σε μια περίπτωση όπως η παρούσα, όπου οι εσωτερικές αποφάσεις βασίζονται,  σε ένα σύνολο αποδεικτικών στοιχείων που προέρχονται από πολλούς μάρτυρες.

Ωστόσο στην υπό κρίση περίπτωση, διαπίστωσε ότι η απόφαση των εθνικών δικαστηρίων βασίστηκε σε επαρκή  αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δεν μπορεί να αναθεωρήσει και έκρινε ότι δεν υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6§1.

Επίσης το ΕΔΔΑ έκρινε ομόφωνα :

Όσον αφορά την καταγγελία για τον αυτεπάγγελτο διορισμό δικηγόρου,  ότι η  παρεμπόδιση του κατηγορούμενου όσον αφορά την επιλογή της εκπροσώπησής του στο  δικαστήριο,  παραβίασε το άρθρο  6 §3 (γ), και

Ότι η απόρριψη  της έφεσης ως εκπρόθεσμης για καθαρά τυπολατρικούς λόγους χωρίς να εξετάζεται αν είχε παρασχεθεί εκτεταμένη πληρεξουσιότητα από τον προσφεύγοντα στον πληρεξούσιο δικηγόρο του,  για άσκηση ένδικων μέσων, παραβίασε το άρθρο 6 §§ 1 .

Δεχόμενο αυτές τις παραβιάσεις το ΕΔΔΑ  έκρινε ότι παρέλκει η εξέταση της καταγγελίας του άρθρου 2 §1 του πρωτοκόλλου ν. 7.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 6§1

Άρθρο 6§ 3 (γ)

Άρθρο 2 §1 του πρωτοκόλλου Ν. 7

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες Zurab Lobzhanidze και Pati Peradze είναι Γεωργιανοί υπήκοοι που γεννήθηκαν το 1964 και 1950 αντίστοιχα και ζουν στο Horgen (Ελβετία).

Η υπόθεση αφορούσε τρεις  διαδικασίες κατά του κ. Lobzhanidze, εκ των οποίων η μία ενέπλεκε επίσης τη πεθερά του, την κα Peradze.

Η πρώτη διαδικασία κατά του κ. Lobzhanidze, Προέδρου Διοικητικού Συμβουλίου δύο εταιρειών εξόρυξης χρυσού και χαλκού, αφορούσε κατάχρηση εξουσίας και ξεκίνησε το 2004. Καταδικάστηκε σύμφωνα με τις κατηγορίες από πρωτοβάθμιο δικαστήριο το 2017 σε ποινή  φυλάκισης δύο ετών, για την οποία του δόθηκε χάρη.

Στη δεύτερη σειρά διαδικασιών, οι δύο προσφεύγοντες κρίθηκαν ένοχοι για πλαστογραφία τον Ιούλιο του 2010 και  καταδικάστηκαν σε 7 έτη κάθειρξης ο καθένας. Συγκεκριμένα, τα δικαστήρια διαπίστωσαν ότι ο κ. Lobzhanidze είχε μεταβιβάσει εικονικά οικία η οποία του ανήκε, η οποία βρίσκονταν σε παραλία στο Kvariati για να αποφύγει τη κατάσχεση της. Αυτός προφανώς είχε μεταβιβάσει την οικία μέσω της πεθεράς του σε τρίτο, χρησιμοποιώντας ένα πλαστό έγγραφο το 2004 πιστοποιώντας έτσι την ύπαρξη τίτλου ιδιοκτησίας. Τα δικαστήρια επικαλέστηκαν διάφορες καταθέσεις μαρτύρων, από τους συγγενείς των προσφευγόντων και από ένα ζευγάρι που είχε φροντίσει το σπίτι μεταξύ του 2000 και του 2009, διαπιστώνοντας ότι βρίσκονταν ακόμα στην κατοχή των προσφευγόντων και, ως εκ τούτου, ουδέποτε μεταβιβάστηκε.

Οι προσφεύγοντες άσκησαν έφεση, υποστηρίζοντας ιδίως ότι η πώληση του σπιτιού ήταν πραγματική, αλλά ακυρώθηκε επειδή ο νέος ιδιοκτήτης δεν είχε πρόσβαση στο σπίτι το οποίο είχε σφραγιστεί και ότι ο Υπουργός Εσωτερικών είχε μετακομίσει σε αυτό ενώ η διαδικασία εναντίον τους  ακόμα εκκρεμούσε. Ο Υπουργός, στη συνέχεια, κρίθηκε ένοχος για κατάχρηση της επίσημης θέσης του, καθώς η οικία δεν είχε ακόμα μεταβιβαστεί στο κράτος και δεν είχε δικαίωμα να τη χρησιμοποιήσει.

Η πρωτόδικη απόφαση κατά των προσφευγόντων επικυρώθηκε πλήρως τον Νοέμβριο του 2010 και το  Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αναίρεση ως απαράδεκτη το 2011.

Εν τω μεταξύ, κινήθηκε τρίτη διαδικασία κατά του κ. Lobzhanidze για το γεγονός ότι τηλεφώνησε σε δικαστή που μετείχε στην σύνθεση του Δικαστηρίου στην υπόθεση εναντίον του και της πεθεράς του στη δεύτερη διαδικασία σε μια προσπάθεια να επηρεάσει τον δικαστή να αποφανθεί υπέρ τους. Χορηγήθηκε στον κ. Lobzhanidze  νομική συνδρομή στις διαδικασίες αυτές. Καταδικάστηκε ερήμην τον Σεπτέμβριο του 2010 για το αδίκημα της απόπειρας δωροδοκίας δικαστικών λειτουργών και καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους. Η αίτησή του  για την άσκηση εκπρόθεσμης έφεσης μετά το πέρας της προθεσμίας ενός μηνός με την αιτιολογία ότι δεν γνώριζε την ανάθεση νομικής συνδρομής και την έκδοση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου απορρίφθηκε .

Η ποινή του κ. Lobzhanidze από τη δεύτερη καταδίκη του μειώθηκε και του δόθηκε αμνηστία όσον αφορά την τρίτη διαδικασία. Η κα Peradze έλαβε επίσης αμνηστία σε σχέση με την καταδίκη της.

Βασιζόμενοι ιδίως στο άρθρο 6 § 1 (δικαίωμα δίκαιης δίκης) της ΕΣΔΑ οι προσφεύγοντες διαμαρτυρήθηκαν ότι οι αποφάσεις της δεύτερης διαδικασίας δεν είχαν επαρκή αιτιολογία.

Ο κ. Lobzhanidze διαμαρτυρήθηκε επίσης ότι ο εισαγγελέας στην τρίτη διαδικασία είχε διορίσει  δικηγόρο νομικής συνδρομής, χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να επιλέξει τον δικό του δικηγόρο και ότι αυτό τον είχε εμποδίσει να επανεξετάσει την καταδίκη του επί της ουσίας, κατά παράβαση του Άρθρου 6 §§ 1 και 3 γ) (δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο / δικαίωμα επί νομικής συνδρομής της επιλογής / του δικαιώματός του παράστασης και εξέτασης μαρτύρων).

TΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Αρθρο 6§1

Το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης υποχρεώνει τα εθνικά δικαστήρια να αναφέρουν με επαρκή σαφήνεια τους λόγους στους οποίους στηρίζουν τις αποφάσεις τους.

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι ισχυρισμοί των προσφευγόντων ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων σχετικά με την ύπαρξη του εγγράφου της MK στο φάκελο της υπόθεσης, που εξηγεί ότι η σύμβαση ήταν αυθεντική αλλά τελικά ακυρώθηκε λόγω της ανικανότητάς της να ασκήσει δικαιώματα ιδιοκτησίας. Αυτό οδήγησε τον δεύτερο προσφεύγοντα να συνεχίσει η διατήρηση της περιουσίας, που θα μπορούσε, θεωρητικά, να έχει σημασία για τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων αυτών. Ωστόσο, ούτε τα επιχειρήματα αυτά ούτε η έλλειψη ρητής απάντησης στις σχετικές αποφάσεις πρέπει να εκτιμηθούν αφηρημένα. Ειδικότερα, σε μια περίπτωση όπως η παρούσα, όπου οι εσωτερικές αποφάσεις βασίζονται, μεταξύ άλλων, σε ένα σύνολο αποδεικτικών στοιχείων που προέρχονται από πολλούς μάρτυρες, τα επιχειρήματα σχετικά με την φερόμενη ως ανεπαρκή αιτιολογία πρέπει να αντιμετωπίζονται με κάποια επιφύλαξη.

Όσον αφορά το αν τα εθνικά δικαστήρια ήταν υποχρεωμένα να απαντήσουν ρητά στο επιχείρημα των προσφευγόντων σχετικά με την προβλεψιμότητα της καταδίκης τους, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει αν το επιχείρημα αυτό ήταν επαρκώς συζητήσιμο. Συναφώς, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι δεν είναι καθήκον του να υποκαθιστά τα εθνικά δικαστήρια όσον αφορά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και τον νομικό τους χαρακτηρισμό, υπό τον όρο ότι βασίζονται σε εύλογη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων. Στο πλαίσιο αυτό, όσον αφορά το επιχείρημα των προσφευγόντων ότι η σύμβαση μεταβίβασης δεν αποτελούσε «έγγραφο που πιστοποιεί δικαίωμα ιδιοκτησίας», το Δικαστήριο επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι το εθνικό μητρώο  σχετικά με τον τίτλο κυριότητας επί του ακινήτου κατέταξε ρητά την προσβαλλόμενη σύμβαση ως «νομικό έγγραφο που επιβεβαιώνει το δικαίωμα» στο εν λόγω ακίνητο.

Όσον αφορά τον ορισμό της πλαστογραφίας, το ΕΔΔΑ λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος ορισμός της πλαστογραφίας σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία που χρησιμοποιήθηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση είχε εδραιωθεί στη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προδήλως παράλογος. Επιπλέον, το Δικαστήριο σημειώνει το γεγονός ότι το Ανώτατο Δικαστήριο απάντησε στους προσφεύγοντες  σχετικά με αυτό το συγκεκριμένο επιχείρημα, επισημαίνοντας την ύπαρξη καθιερωμένης πρακτικής σχετικά με την εφαρμογή της εσωτερικής νομοθεσίας σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Υπό το φως των προεκτεθέντων και λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που αφορούσαν τους προσφεύγοντες, οι καταγγελίες τους είχαν πράγματι ως αποτέλεσμα την αμφισβήτηση της βαρύτητας που προσδίδουν τα εθνικά δικαστήρια σε συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία και στις διαπιστώσεις των πραγματικών περιστατικών και του εσωτερικού δικαίου, τα οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναθεωρήσει.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο συμπεραίνει, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.

Άρθρο 6 §§ 1 και  3 (γ)

Μολονότι το δικαίωμα όλων των κατηγορουμένων σε  ποινικό αδίκημα,  να εκπροσωπούνται αποτελεσματικά από συνήγορο δεν είναι απόλυτο, είναι όμως ένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά μιας δίκαιης δίκης. Ένα πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα δεν χάνει το όφελος του δικαιώματος αυτού απλώς και μόνο επειδή δεν ήταν παρόν στη δίκη. Είναι πολύ σημαντικό για την νομιμότητα  του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης να προστατεύεται επαρκώς ο κατηγορούμενος, τόσο σε πρώτο βαθμό όσο και στο δεύτερο βαθμό.

Το Δικαστήριο  επισημαίνει ότι, κατά την έναρξη της τρίτης δίκης, ο πρώτος προσφεύγων  είχε ήδη κηρυχθεί φυγόδικος στο πλαίσιο της πρώτης και της δεύτερης ποινικής διαδικασίας εναντίον του. Στο πλαίσιο αυτό, η εσωτερική νομοθεσία διασφαλίζει το δικαίωμα του ατόμου να αμυνθεί μέσω της νομικής συνδρομής της επιλογής του – το δικαίωμα που άσκησε ο προσφεύγων στις δύο πρώτες δίκες – ακόμη και αν ο ενδιαφερόμενος απέφυγε να εμφανιστεί ενώπιον του αρμόδιες αρχές. Σε τέτοιες περιπτώσεις ένας ύποπτος ή κατηγορούμενος ή κάποιος από τους στενούς συγγενείς έπρεπε να έχουν 48 ώρες για να διορίσουν έναν δικηγόρο υπεράσπισης, και αν αυτό δεν γινόταν θα διοριζόταν δικηγόρος νομικής βοήθειας από μια λίστα αυτεπάγγελτων διοριζόμενων δικηγόρων.

Ακόμη και αν το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο προσφεύγων είχε λάβει τυπική και επαρκή γνώση της διαφοράς που εκκρεμεί εναντίον του μέσω της εν λόγω τηλεφωνικής συνομιλίας, το Δικαστήριο πρέπει να εκτιμήσει αν ο προσφεύγων παραιτήθηκε ρητά από το δικαίωμά του για υπεράσπιση με συνήγορο της δικής του επιλογής.

Το Δικαστήριο  παρατηρεί ότι το έγγραφο σχετικά με τη διαδικασία που διενήργησε ο ανακριτής ανέφερε ότι ο πρώτος προσφεύγων  είχε αναθέσει να έρθει σε επαφή με τον δικηγόρο του, ο οποίος είχε οριστεί στο πλαίσιο της δεύτερης σειράς ποινικών διαδικασιών. Αυτό δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά νομότυπη  παραίτηση του δικαιώματός του (που παρέχεται από την εθνική νομοθεσία) να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του από συνήγορο της επιλογής του.

Ελλείψει σχετικών και επαρκών λόγων παραβίασης ή παρεμπόδισης της επιθυμίας του κατηγορούμενου  όσον αφορά την επιλογή της εκπροσώπησής του στο  δικαστήριο, το ΕΔΔΑ θα πρέπει να εκτιμήσει κατά πόσον, ενόψει της διαδικασίας στο σύνολό της, τα δικαιώματα άμυνας ήταν δυσμενώς επηρεασμένα από την άρνηση επιλογής αναφορικά  με τον διορισμό συνηγόρου σε βαθμό που υπονομεύει τη συνολική δίκαιη δίκη.  Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, ενώ οι αρχές γνώριζαν τον τόπο του προσφεύγοντα, δεν τον ενημέρωσαν για την απόφαση σχετικά με την διορισμό  του δικηγόρου νομικής βοήθειας σε αντίθεση με τον δικηγόρο της επιλογής του. Επιπλέον, το ζήτημα του διορισμού  δικηγόρου νομικής συνδρομής δεν φαίνεται να προέκυψε κατά τη μεταγενέστερη δικαστική διαδικασία σε πρώτο βαθμό. Ούτε φαίνεται ότι ο προσφεύγων ενημερώθηκε για την καταδίκη του από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρά μόνο μετά τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης.

Επιπλέον, δεδομένης της αδιαμφισβήτητης έλλειψης επαφών μεταξύ του προσφεύγοντος  και του δικηγόρου νομικής συνδρομής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και της αδυναμίας του δικηγόρου νομικής συνδρομής να ασκήσει έφεση χωρίς τη συγκατάθεση του προσφεύγοντος, το δικαίωμα έφεσης κατά της  ερήμην απόφασης θα μπορούσε να ασκηθεί μόνον, όπως υποστήριξε ο προσφεύγων  ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, μόλις ο προσφεύγων είχε λάβει γνώση της απόφασης που είχε εκδοθεί. Εντούτοις, τα εθνικά δικαστήρια που εξέτασαν την εκπρόθεσμη έφεση του προσφεύγοντος, ασκηθείσα μετά της ταχθείσας προθεσμίας του  ενός μηνός,  δεν εξέτασαν τα επιχειρήματά του σχετικά με τις φερόμενες ως παράνομες περιστάσεις που αφορούσαν τον διορισμό  του δικηγόρου νομικής συνδρομής ή την αδυναμία άσκησης ενδίκων μέσων εναντίον της καταδικαστικής απόφασης εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

Ωστόσο, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο εν λόγω νόμος δεν διευκρινίζει τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να εκφραστεί αυτή η βούληση. Επομένως, μια τέτοια άρνηση, χωρίς να εξετάζεται η ύπαρξη εκτεταμένης πληρεξουσιότητας από τον προσφεύγοντα αφού είχε προφανώς λάβει γνώση της καταδικαστικής  απόφασης εναντίον του,  προς τον πληρεξούσιο  δικηγόρο του να ασκεί αντ’ αυτού όλα τα ένδικα  βοηθήματα και ένδικα μέσα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, ήταν ανεπαρκώς αιτιολογημένη και υπερβολικά τυπική εφαρμογή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο  ενός διαδικαστικού κανόνα.

Οι προηγούμενες σκέψεις αρκούν για να καταλήξει στο Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι οι περιστάσεις υπό τις οποίες ο δικηγόρος της νομικής συνδρομής (σε αντιδιαστολή με τον δικηγόρο επιλογής από τον ίδιο τον προσφεύγοντα) και η άρνηση των εθνικών δικαστηρίων από υπερβολικά τυπολατρικούς λόγους (και χωρίς να ασχοληθούν με τα κύρια επιχειρήματα του προσφεύγοντα) οδήγησαν στην απόρριψη της έφεσης ως εκπρόθεσμης,  υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, και η αδυναμία του προσφεύγοντος να επωφεληθεί τον β’ βαθμό δικαιοδοσίας σε μία καταδικαστική απόφαση επί της ουσίας, συνιστούν  παράβαση των εγγυήσεων περί δίκαιης δίκης.

Μη παραβίαση του άρθρου 6 § 1, όσον αφορά τους δύο προσφεύγοντος, αναφορικά με το δικαίωμα αιτιολογημένης απόφασης στη δεύτερη φάση των διαδικασιών.

Παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3  (γ), όσον αφορά τις καταγγελίες του κ. Lobzhanidze σχετικά με την  τρίτη φάση ποινικών διαδικασιών

Δίκαιη ικανοποίηση: 3.600 ευρώ στον κ. Lobzhanidze για ηθική βλάβη (επιμέλεια echrcaselaw.com).

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες