Η προσωρινή στέρηση της επιμέλειας παιδιού από τοξικομανείς γονείς δεν παραβίασε το δικαίωμα τους στην οικογενειακή ζωή. Η στέρηση όμως της επικοινωνίας τους με το παιδί τους παραβίασε το δικαίωμα αυτό.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Κ.Ο. και V.M. κατά Νορβηγίας της 19.11.2019 (αριθ. προσφ.  64808/16)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Βέλτιστο συμφέρον παιδιού, οικογενειακή ζωή και δικαίωμα επικοινωνίας γονέων.

Οι προσφεύγοντες απέκτησαν ένα κορίτσι το έτος 2015 το οποίο,  κατόπιν νόμιμων δικαστικών διαδικασιών,  δόθηκε σε ανάδοχη οικογένεια  ως λύση που εξασφάλιζε το βέλτιστο συμφέρον της, λόγω ακαταλληλότητας των γονέων επειδή ήταν χρήστες ναρκωτικών. Η επικοινωνία με την κόρη τους,   επετράπη  μόνο για  6 συναντήσεις ετησίως.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι λόγοι για την αναδοχή της κόρης των προσφευγόντων ήταν «σχετικοί και επαρκείς» και ότι η παρέμβαση στο δικαίωμά τους στην οικογενειακή ζωή δεν υπήρξε δυσανάλογη. Επομένως, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8.

Αντιθέτως  έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση της οικογενειακής ζωής όσον αφορά τους περιορισμούς επικοινωνίας μεταξύ του προσφεύγοντος ζευγαριού και της κόρης τους, δεδομένου ότι δεν δόθηκαν επαρκείς εξηγήσεις για τους λόγους που  ήταν αντίθετο προς το βέλτιστο συμφέρον της να βλέπει τους γονείς της πιο συχνά, ειδικά εν όψει του γεγονότος ότι η αλληλεπίδρασή τους ήταν θετική.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες, K.O. και η κα V.M., είναι Νορβηγοί υπήκοοι που γεννήθηκαν το 1974 και το 1986 αντίστοιχα.

Όταν γεννήθηκε η κόρη των προσφευγόντων, τον Ιανουάριο του 2015, οι υπηρεσίες κοινωνικής  πρόνοιας φιλοξένησαν την κα V.M. σε οικογενειακό ξενώνα, λόγω ανησυχιών για την ψυχική της υγεία, χρήση ναρκωτικών και ενδοοικογενειακές διενέξεις με τον κ. Κ. Ο. Μετά από μερικές εβδομάδες, η κα V.M. προφανώς απέσυρε τη συγκατάθεσή της να διαμένει στον ξενώνα και οι υπηρεσίες κοινωνικές πρόνοιας αποφάσισαν να δώσουν την κόρη τους για αναδοχή με κατεπείγουσες διαδικασίες.

Οι υπηρεσίες αυτές υπέβαλαν αίτημα στο Ειδικό Επαρχιακό Συμβούλιο Πρόνοιας ζητώντας την τοποθέτηση του παιδιού σε ανάδοχη οικογένεια. Τον Μάιο του 2015 το Συμβούλιο απαρτιζόμενο από δικηγόρο που έχει την δικαιοδοσία  να ενεργεί ως δικαστής, δύο ψυχολόγους και δύο ιδιώτες, αποδέχτηκε το αίτημα. Το Συμβούλιο εξέτασε 11 μάρτυρες μέσα σε διάστημα δύο ημερών και οι γονείς ήταν παρόντες και εκπροσωπήθηκαν  από δικηγόρο. Κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι θα ήταν προς το συμφέρον του παιδιού να τοποθετηθεί σε ανάδοχη οικογένεια.

Οι προσφεύγοντες αμφισβήτησαν ανεπιτυχώς τις αποφάσεις περί κατεπείγοντος λόγου  και αναδοχής στο δικαστήριο.

Συγκεκριμένα, τον Δεκέμβριο του 2015, το Δημοτικό Δικαστήριο, το οποίο απαρτίζεται από δικαστή, ιδιώτη και έναν ψυχολόγο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι προσφεύγοντες παρουσίασαν ορισμένους κινδύνους, γεγονός που καθιστούσε ακατάλληλη την επιστροφή της κόρης τους σε αυτούς. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι και οι δύο γονείς είχαν ιστορικό χρήσης ναρκωτικών, ψυχολογικά προβλήματα και ενδοοικογενειακές διενέξεις. Προηγούμενες προσπάθειες να τους βοηθήσουν να ξεπεράσουν τα προβλήματά τους ήταν ανεπιτυχείς και αντιμετώπιζαν δυσκολίες στη συνεργασία με τις αρχές πρόνοιας. Ο πατέρας είχε επίσης καταδικαστεί για σοβαρά εγκλήματα, συμπεριλαμβανομένου της παράνομης βίας  και απειλής.

Τόσο το Διοικητικό Συμβούλιο όσο και το Δημοτικό Δικαστήριο έκριναν ότι η αναδοχή θα ήταν μακροπρόθεσμη και επομένως δεν θα ήταν προς το συμφέρον του παιδιού να παρέχεται στους προσφεύγοντες εκτεταμένα δικαιώματα επικοινωνίας.

Ωστόσο, το Δημοτικό Δικαστήριο αύξησε τις επισκέψεις που καθορίστηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο σε δύο ώρες, έξι (6) φορές ετησίως βάση των θετικών επιδράσεων που είχαν οι προηγούμενες συναντήσεις.

Το παιδί τελικά επέστρεψε στους γονείς του μετά από απόφαση του δικαστηρίου τον Μάρτιο 2018 για άρση της απόφασης αναδοχής. Το Δημοτικό Δικαστήριο επεσήμανε  δύο εκθέσεις εμπειρογνωμόνων ότι η ικανότητα των γονέων να φροντίσουν το παιδί ήταν καλή και σταθερή και ότι είχαν συμφωνήσει να αποδεχτούν μέτρα βοήθειας.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Πρώτον, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η εγχώρια διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με την ανάδοχη φροντίδα, τόσο ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου και του Δημοτικού Δικαστηρίου, ήταν επαρκής, με τους προσφεύγοντες να είναι σε θέση να παρουσιάσουν πλήρως τις θέσεις τους. Το ζευγάρι είχε επίσης τη δυνατότητα να καταθέσει αίτηση για την άρση της απόφασης  αναδοχής  12 μήνες από τότε που τα δικαστήρια εξέτασαν την υπόθεσή τους, η οποία τελικά ήταν επιτυχής. Επομένως, η εθνική διαδικασία είχε προστατεύσει τα συμφέροντα των προσφευγόντων στον απαιτούμενο βαθμό.

Επιπλέον, το Δικαστήριο ήταν πεπεισμένο ότι οι αρχές διεξήγαγαν εμπεριστατωμένη έρευνα της υπόθεσης σχετικά με την απόφαση  αναδοχής, εξετάζοντας το ιστορικό των προβλημάτων των προσφευγόντων και κατά πόσο  θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν λιγότερο δραστικά μέτρα από ό, τι η αναδοχή της κόρης τους.  Ωστόσο, είχαν βρει ότι αυτό θα ήταν ανέφικτο, λαμβανομένων υπόψη των προηγούμενων προσπαθειών να βοηθηθούν οι προσφεύγοντες και τις δυσκολίες τους να συνεργαστούν με τις αρχές κοινωνικής πρόνοιας.

Εν συντομία, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι λόγοι για τη αναδοχή της κόρης των προσφευγόντων ήταν «σχετικοί και επαρκείς» και ότι η παρέμβαση στο δικαίωμά τους στην οικογενειακή ζωή δεν ήταν δυσανάλογη. Επομένως, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8.

Αντίθετα, το Συμβούλιο και το Δημοτικό Δικαστήριο δεν είχαν εξετάσει ποτέ σοβαρά την επανένωση της οικογένειας στις αποφάσεις τους σχετικά με τα δικαιώματα επικοινωνίας των προσφευγόντων, εγκαταλείποντας  σιωπηρά τη δυνατότητα αυτή πολύ νωρίς δεδομένου ότι θεωρούν ότι η αναδοχή θα είναι μακροπρόθεσμη.

Το Δικαστήριο τόνισε ότι, αν υπήρχε προοπτική επανένωσης μιας οικογένειας στο μέλλον, δεν πρέπει να μεσολαβούν διαστήματα εβδομάδων  ή ακόμα και μηνών όπως στην περίπτωση των προσφευγόντων, μεταξύ κάθε συνάντησης. Πράγματι, οι αποφάσεις σχετικά με τα δικαιώματα επικοινωνίας στην περίπτωσή τους είχαν δηλώσει απλώς ότι ο σκοπός των επισκέψεων ήταν για να γνωρίζει η κόρη ποιοι ήταν οι γονείς της.

Η κόρη είχε τελικά επιστρέψει στους  γονείς της. Ωστόσο, ούτε το Συμβούλιο ούτε το Δημοτικό Δικαστήριο εξήγησαν, εκτός από γενικούς όρους, ότι δηλαδή το παιδί χρειαζόταν σταθερό περιβάλλον, γιατί ήταν αντίθετο προς το βέλτιστο συμφέρον του να βλέπει τους γονείς του πιο συχνά, ειδικά εν όψει του γεγονότος ότι η αλληλεπίδρασή τους ήταν θετική.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 όσον αφορά τους περιορισμούς επικοινωνίας μεταξύ του προσφεύγοντος ζευγαριού και της κόρης τους.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Νορβηγία έπρεπε να καταβάλει στους προσφεύγοντες 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 2.300 ευρώ για έξοδα και δαπάνες. (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες