Η ποινική δίωξη και καταδίκη για ίδρυση πολιτικού κόμματος με θρησκευτική (μουσουλμανική) βάση, παραβίασε την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι

ΑΠΟΦΑΣΗ

Yordanovi κατά Βουλγαρίας της 03.09.2020 (αριθ. προσφ. 11157/11)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Πολιτικό κόμμα με θρησκευτική βάση και χαρακτήρα. Ελευθερία του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι. Ποινική καταδίκη.

Οι προσφεύγοντες ανήκουν στην τουρκο-μουσουλμανική μειονότητα στη Βουλγαρία. Αποφάσισαν να ιδρύσουν ένα πολιτικό κόμμα με θρησκευτικό χαρακτήρα και να  στήσουν μνημείο σε ιδιωτική έκταση. Συνελήφθησαν στην διάρκεια της ιδρυτικής συνέλευσης και καταδικάστηκαν με βάση την εγχώρια νομοθεσία  για τη σύσταση του κόμματος και μη νόμιμη συγκέντρωση. Το πολιτικό κόμμα δεν συστάθηκε ποτέ.

Το Στρασβούργο επανέλαβε ότι η  ποινική καταδίκη αντιπροσωπεύει μια από τις πιο σοβαρές μορφές παρέμβασης στο δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης.

Το καθ’ού κράτος μπορούσε να προσφύγει σε άλλες διαδικασίες ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου για να διαλύσει ένα κόμμα που διαπίστωνε ότι είχε  παράνομο σκοπό, ή να αρνηθεί εξ’ αρχής την εγγραφή του,  και όχι να κινήσει ποινική δίωξη.

Κατά συνέπεια το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η διαδικασία κατά των προσφευγόντων για την προσπάθεια σύστασης πολιτικού κόμματος με θρησκευτικό χαρακτήρα δεν ήταν απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία και παραβίασε το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι (άρθρο 11 της ΕΣΔΑ).

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 11

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες Rosen Marinov Yordanov και ο αδελφός του Atanas Marinov Yordanov, είναι Βούλγαροι υπήκοοι. Είναι επιχειρηματίες και ανήκουν στην τουρκο-μουσουλμανική μειονότητα στη Βουλγαρία.

Το 2008 οι προσφεύγοντες σύστησαν και καταχώρησαν μία ένωση για την ένταξη του Τουρκόφωνου πληθυσμού στη Βουλγαρία.

Τον Ιούνιο του 2009 αποφάσισαν να εγείρουν ένα μνημείο σε ιδιωτική έκταση που τους ανήκε, στο σπίτι τους στο χωριό Slavyanovo, για την επέτειο των μουσουλμάνων και χριστιανών στρατιωτών που σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1877-78 (όταν η Βουλγαρία απέκτησε την ανεξαρτησία της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία). Τον Ιούλιο του 2009, η περιφερειακή επιθεώρηση κτιρίων διέταξε την αναστολή των εργασιών.

Οι προσφεύγοντες αποφάσισαν να ιδρύσουν ένα πολιτικό κόμμα, τη Μουσουλμανική Δημοκρατική Ένωση. Η ιδρυτική συνέλευση επρόκειτο να συναντηθεί στις 26 Σεπτεμβρίου 2009, στο τέλος του Ραμαζανιού, στο κέντρο του Slavyanovo.

Εκείνο το πρωί η αστυνομία ενημέρωσε τον πρώτο προσφεύγοντα ότι ήταν παράνομο να πραγματοποιηθεί συγκέντρωση χωρίς να προηγηθεί η νόμιμη διαδικασία. Αρκετές εκατοντάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στις 26 Σεπτεμβρίου 2009 στο κέντρο του Slavyanovo. Ένας υπάλληλος του δήμου Popovo εξέδωσε εντολή στον πρώτο προσφεύγοντα για διάλυση της συγκέντρωσης, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε κοινοποιηθεί εκ των προτέρων η συγκέντρωση. Ωστόσο, η συγκέντρωση συνεχίστηκε για άλλα 15 λεπτά περίπου, κατά τη διάρκεια της οποίας ψηφίστηκε η σύσταση του κόμματος, υιοθετώντας το καταστατικό του και εκλέχτηκαν τα μέλη στα όργανα λήψης αποφάσεων του κόμματος. Μια συνέντευξη τύπου  πραγματοποιήθηκε αμέσως μετά.

Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης τύπου οι προσφεύγοντες δήλωσαν ότι ο σκοπός του κόμματος  ήταν να «υπερασπιστούν τα δικαιώματα των Μουσουλμάνων στη Βουλγαρία» και ότι «το Κράτος [δεν είχε κάνει τίποτα για] τους Μουσουλμάνους στη Βουλγαρία », ότι η Βουλγαρία δεν είχε αναγνωρίσει επίσημα την τουρκική μειονότητα, και ότι« [ήταν] λάθος να παρουσιάσουμε τη Βουλγαρία στην Ευρώπη ως ένα ομοιογενές κράτος».

Τις επόμενες ημέρες, το γραφείο του εισαγγελέα της επαρχίας Πόποβα άσκησε ποινική δίωξη κατά των προσφευγόντων για τη δημιουργία μιας πολιτικής οργάνωσης με θρησκευτική βάση, ένα αδίκημα που τιμωρείται βάσει του Άρθρου 166 του Ποινικού Κώδικα, και για παραβίαση της οικιακής ειρήνης σε σχέση με την έγερση του μνημείου. Ο πρώτος προσφεύγων κατηγορήθηκε επίσης για οργάνωση μη εξουσιοδοτημένης συγκέντρωσης, για παράβαση σύμφωνα με το άρθρο 174α § 2 του Κώδικα, για την συνέχιση της συγκέντρωσης στην οποία είχε συσταθεί πολιτικό κόμμα, παρά την απαγόρευση του Δήμαρχου.

Την 1η Σεπτεμβρίου 2010, το Επαρχιακό Δικαστήριο έκρινε τους δύο προσφεύγοντες ενόχους για τη σύσταση πολιτικού κόμματος με θρησκευτική βάση, κατά παράβαση του άρθρου 166 του Ποινικού Κώδικα. Το δικαστήριο καταδίκασε τον πρώτο προσφεύγοντα σε ποινή φυλάκισης ενός έτους με αναστολή. Έκρινε ότι ο δεύτερος προσφεύγων δεν ήταν ποινικά υπεύθυνος και του διέταξε να καταβάλει διοικητικό πρόστιμο 4.000 λεβ Βουλγαρίας (BGN) (2.045 ευρώ). Το δικαστήριο έκρινε επίσης τον πρώτο προσφεύγοντα ένοχο ότι δεν τερμάτισε τη δημόσια συγκέντρωση η οποία είχε απαγορευτεί από τον δήμαρχο, κατά παράβαση του άρθρου 174α § 2 του Ποινικού Κώδικα, και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών με αναστολή. Συνδυάζοντας τις δύο ποινές, το δικαστήριο επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης ενός έτους με αναστολή. Αθώωσε τους προσφεύγοντες αναφορικά με τη  κατηγορία της παραβίασης της οικιακής ειρήνης.

Οι προσφεύγοντες άσκησαν έφεση. Στις 22 Οκτωβρίου 2010 το Περιφερειακό Δικαστήριο Targovishte επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Παρατήρησε ότι η απαίτηση να υιοθετήσουν τα μέλη του κόμματος τις ισλαμικές αξίες σήμαινε ότι το κόμμα θα είχε «θρησκευτική βάση». Ωστόσο, το περιφερειακό δικαστήριο διαπίστωσε ότι πρέπει να μετατραπεί η κατηγορία σε απόπειρα δεδομένου ότι η δημιουργία του κόμματος δεν είχε ολοκληρωθεί.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 11

Το Δικαστήριο όφειλε να εξακριβώσει εάν η ποινική διαδικασία που ασκήθηκε κατά των προσφευγόντων για απόπειρα δημιουργίας κόμματος κατά παράβαση του άρθρου 166 του Ποινικού Κώδικα ήταν απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Χωρίς να εξετάσει την εκτίμηση από τα βουλγαρικά δικαστήρια ως προς το εάν το εν λόγω πολιτικό κόμμα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι έχει «θρησκευτική βάση», το Δικαστήριο εξέφρασε σοβαρές αμφιβολίες αναφορικά με την  ανάγκη επιβολής ποινικών κυρώσεων σε συνδυασμό με την απαγόρευση σύστασης τέτοιου είδους κομμάτων. Η ποινική καταδίκη αντιπροσώπευε μια από τις πιο σοβαρές μορφές παρέμβασης στο δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης.

Αυτό ισχύει επίσης για το δικαίωμα στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, ένας από τους οποίους στόχος ήταν η προστασία των απόψεων και η ελευθερία της έκφρασης, ειδικά όταν η υπόθεση αφορούσε πολιτικά κόμματα. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν ολοκληρώσει την απαιτούμενη διαδικασία για την  σύσταση του πολιτικού κόμματος. Η νομική συνέπεια αυτής της αποτυχίας ήταν ότι το κόμμα δεν μπορούσε ούτε να υφίσταται ούτε να συμμετέχει σε οποιαδήποτε δραστηριότητα. Το αποτέλεσμα που επιδιώκουν οι αρχές – συγκεκριμένα την ειρηνική συνύπαρξη εθνικών και θρησκευτικών ομάδων στη Βουλγαρία – θα μπορούσε επομένως να εκπληρωθεί μέσω μιας τέτοιας διαδικασίας.

Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι οι αρχές είχαν τη δυνατότητα να διαλύσουν ένα κόμμα εάν κηρυχθεί αντισυνταγματικό από το Συνταγματικό Δικαστήριο. Δεν έβλεπε κανένα λόγο γιατί, υπό τις  περιστάσεις της υπόθεσης,  οι ποινικές διαδικασίες ήταν απαραίτητες σε σχέση με άλλες επιλογές.

Επιπλέον, το άρθρο 166 του Ποινικού Κώδικα του 1968 δεν είχε υιοθετηθεί, στην κομμουνιστική εποχή, με σκοπό να εμποδίσει μια θρησκευτική κοινότητα να χρησιμοποιεί δημοκρατικούς θεσμούς για να ανέβει στην εξουσία εις βάρος των άλλων, αλλά μάλλον για να αποκλείσει οποιαδήποτε πιθανή επανεμφάνιση των λεγόμενων «καπιταλιστικών» κομμάτων  και συνεπώς όχι για να υπερασπιστεί τη θρησκευτική και εθνοτική ανοχή στη Βουλγαρία.

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η ποινική διαδικασία κατά των προσφευγόντων για τη προσπάθεια σύστασης πολιτικού κόμματος με θρησκευτική βάση δεν ήταν απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία και συνεπώς είχε ως αποτέλεσμα παραβίαση του άρθρου 11.

Άρθρο 14

Λαμβάνοντας υπόψη τη διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 11, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν υπήρχε ανάγκη να εξετάσει  το παραδεκτό ή το βάσιμο αυτής της καταγγελίας.

Δίκαιη  ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ομόφωνα ότι η διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 11 αποτελούσε από μόνη της επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για οποιαδήποτε ηθική βλάβη υπέστησαν οι προσφεύγοντες και ότι η Βουλγαρία έπρεπε να καταβάλλει στους προσφεύγοντες 2.320 ευρώ για έξοδα και δαπάνες.

Μειοψηφούσες απόψεις.

Ο δικαστής Raycheva εξέφρασε χωριστή γνώμη, η οποία επισυνάπτεται στην απόφαση. (επιμέλεια echrcaselaw.com).

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες