Η πειθαρχική ποινή του υποβιβασμού σε Ανώτερη Εισαγγελέα για πλημμελή έρευνα υπόθεσης σεξουαλικής κακοποίησης, δεν παραβίασε τη Σύμβαση

ΑΠΟΦΑΣΗ

Čivinskaitė κατά Λιθουανίας της 15.09.2020 (αριθ. 21218/12)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Πειθαρχική ποινή σε εισαγγελέα και δίκαιη δίκη. Πειθαρχική διαδικασία εναντίον της προσφεύγουσας Ανώτερου Εισαγγελέα, για πλημμελή εκπλήρωση των καθηκόντων της σε έρευνα υψίστης σημασίας σχετικά με την εικαζόμενη σεξουαλική κακοποίηση παιδιού.

Οι διαδικασίες οδήγησαν στην υποβιβασμό της. Ενώπιον του ΕΔΔΑ ισχυρίστηκε ότι το διοικητικό δικαστήριο που αποφάσισε να απορρίψει τις εφέσεις της κατά της πράξης υποβιβασμού της, δεν ήταν δίκαιο, λόγω της πολιτικής παρέμβασης και της παρέμβασης των μέσων ενημέρωσης στην υπόθεσή της.

Το Στρασβούργο, ωστόσο, δεν διαπίστωσε ότι η ανεξαρτησία και η αμεροληψία των διοικητικών δικαστηρίων είχε παραβιαστεί από τις δημόσιες δηλώσεις κρατικών αξιωματούχων και πολιτικών ή από τα μέσα ενημέρωσης αναφορικά στην υπόθεση. Ούτε υπήρχε οιοδήποτε στοιχείο στον φάκελο της υπόθεσης που να οδηγήσει το Δικαστήριο στο να αμφισβητήσει το συνολικά δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας στα λιθουανικά δικαστήρια.

Μη παραβίαση του άρθρου 6 § 1 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη) της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 6

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα, Rita Čivinskaitė, είναι υπήκοος της Λιθουνίας η οποία γεννήθηκε το 1965 και ζει στο Skriaudžiai, στην περιφέρεια Prienai (Λιθουανία).

Μια έρευνα το διάστημα 2008-2009 σχετικά με ισχυρισμούς για σεξουαλική παρενόχληση, με την πιθανή εμπλοκή της μητέρας του παιδιού και δημόσιων αξιωματούχων, η οποία οδήγησε στη δολοφονία δύο εκ των υπόπτων και στο θάνατο ενός τρίτου ύποπτου και του πατέρα του παιδιού, προκάλεσε σκάνδαλο ευρείας κλίμακας. Η έρευνα προσέλκυσε το ενδιαφέρον του κοινού, των πολιτικών, και των μέσων ενημέρωσης λόγω του τρόπου με τον οποίο οι αρχές είχαν χειριστεί την υπόθεση.

Ειδικότερα, μεταξύ Οκτωβρίου 2009 και Μαρτίου 2010, ο Πρόεδρος της Λιθουανίας και οι υψηλά ιστάμενοι πολιτικοί επέκριναν δημόσια την προκαταρκτική έρευνα, ζητώντας όσους ήταν υπεύθυνοι για τις ελλείψεις της να λογοδοτήσουν και να τιμωρηθούν σκληρά.

Το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα διεξήγαγε έρευνα, διαπίστωσε πολλαπλές ελλείψεις στο έργο της αστυνομίας και των εισαγγελέων, και πιο συγκεκριμένα στην Εισαγγελία της περιφέρειας Kaunas City  («το KCDPO»), όπου η προσφεύγουσα ήταν Αναπληρώτρια Γενική Εισαγγελέας. Μετά τις πειθαρχικές διαδικασίες, η προσφεύγουσα υποβιβάστηκε στα τέλη Οκτωβρίου 2009.

Μια κοινοβουλευτική εξεταστική επιτροπή διαπίστωσε σε μια έκθεση τον Ιανουάριο του 2010 ότι το KCDPO είχε «Προφανώς χρονοτριβήσει» στην προκαταρκτική έρευνα και ότι η προσφεύγουσα ήταν μία από τους υπεύθυνους. Τα ευρήματα βασίστηκαν σε έγγραφα που παρείχαν οι αρχές, συμπεριλαμβανομένων του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα. Έγιναν αρκετές συστάσεις για βελτιώσεις της λειτουργίας των εισαγγελικών αρχών και των αρχών προστασίας των παιδιών. Ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας παραιτήθηκε τον Φεβρουάριο του 2010.

Η προσφεύγουσα προσέφυγε στα διοικητικά δικαστήρια κατά της πειθαρχικής ποινής της. Ωστόσο, τα δικαστήρια απέρριψαν τις προσφυγές της, τελικά τον Οκτώβριο του 2011, χωρίς να απαντήσουν στις  καταγγελίες της ότι η πολιτική παρέμβαση και η ευρεία κάλυψη των μέσων ενημέρωσης στην υπόθεσή της επηρέασαν την πειθαρχική απόφαση εναντίον της. Τα δικαστήρια διαπίστωσαν ότι δεν κατάφερε να εποπτεύσει σωστά τον Ανακριτή υπεύθυνο  για την υπόθεση και να διασφαλίσει ότι λαμβάνονταν άμεσα βασικά ερευνητικά μέτρα. Επικύρωσαν επίσης τον υποβιβασμό της, διαπιστώνοντας ότι ήταν ανάλογος με τα αδικήματα που διαπράχθηκαν.

Στηριζόμενη ιδίως στο άρθρο 6 § 1 (δικαίωμα σε δίκαιη ακρόαση), η προσφεύγουσα κατήγγειλε ότι οι πειθαρχικές διαδικασίες εναντίον της και οι διοικητικές αποφάσεις του δικαστηρίου δεν ήταν δίκαιες λόγω της πολιτικής συμμετοχής και της ευρείας κάλυψης των μέσων ενημέρωσης στην υπόθεσή της.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο εξέτασε ιδίως εάν η ανεξαρτησία και η αμεροληψία των διοικητικών δικαστηρίων είχε επηρεαστεί από την πολιτική συμμετοχή και από τη ευρεία κάλυψη των μέσων μαζικής ενημέρωσης στην υπόθεση της προσφεύγουσας.

Τόνισε ότι μια δίκαιη δίκη θα μπορούσε ακόμη να πραγματοποιηθεί μετά από έντονη αρνητική δημοσιότητα. Σε μια δημοκρατία, υψηλού ενδιαφέροντος και σημασίας υποθέσεις αναπόφευκτα προσελκύουν σχόλια και το ενδιαφέρον από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι  προδικάζει αναπόφευκτα το δικαίωμα σε δίκαιη ακρόαση/δίκη. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το Δικαστήριο έπρεπε να εξετάσει εάν υπήρχαν επαρκείς εγγυήσεις για να διασφαλιστεί ότι η διαδικασία στο σύνολό της ήταν δίκαιη.  Σημείωσε επίσης ότι θα απαιτούσε αποδεικτικά στοιχεία που να αποδεικνύουν την μεροληψία των  δικαστών και είναι δικαιολογημένα αντικειμενικά πριν εντοπιστεί παραβίαση του άρθρου 6 § 1.

Όσον αφορά την πολιτική συμμετοχή στην υπόθεση, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ούτε οι δηλώσεις στην κοινοβουλευτική Διερευνητική Έκθεση αναφορικά με την αναβλητικότητα στην έρευνα ούτε εκείνες των υψηλόβαθμων πολιτικών είχαν εγείρει αμφιβολίες σχετικά με την ανεξαρτησία και την αμεροληψία των διοικητικών δικαστηρίων στην περίπτωση της προσφεύγουσας. Συνολικά, οι δηλώσεις είχαν γενικό χαρακτήρα και δεν είχαν στοχοποιήσει κάποιο συγκεκριμένο υπάλληλο της KCDPO ως υπεύθυνο για τις αδυναμίες της έρευνας.

Ενώ μια δήλωση στην κοινοβουλευτική έκθεση αναφέρθηκε συγκεκριμένα στην προσφεύγουσα ως μία από τις υπευθύνους για την αδράνεια της έρευνας, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή το είχε κάνει σαφές ότι η διαπίστωση αυτή βασίστηκε σε έγγραφα που παρείχε η Γενική Εισαγγελία. Δεν είχε προβεί σε καμία δική της εκτίμηση για την ακρίβεια αυτού του ευρήματος, ούτε το είχε επικροτήσει ούτε επικρίνει.

Επιπλέον, ενώ ο Πρόεδρος της Λιθουανίας είχε ζητήσει αυστηρές κυρώσεις για τους Εισαγγελείς της Περιφέρειας Kaunas μετά την ολοκλήρωση της πειθαρχικής διαδικασίας, τα διοικητικά δικαστήρια δεν είχαν τελικά επιβάλει στην προσφεύγουσα αυστηρότερη ποινή, αλλά είχαν επικυρώσει την απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα αναφορικά με τον υποβιβασμό της, κρίνοντας ότι είναι αναλογική.

Επιπλέον, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι πολιτικοί που επιθυμούν να αντιδράσουν στις αδυναμίες του έργου των αρχών επιβολής του νόμου και να ενημερώνουν το κοινό σχετικά με τα μέτρα που έχουν ληφθεί για να τα αντιμετωπίσουν δικαιολογούνταν από τις περιστάσεις της υπόθεσης, που αφορούσαν σκάνδαλο μεγάλης κλίμακας.

Ούτε θα μπορούσαν να κατηγορηθούν τα μέσα ενημέρωσης για το ενδιαφέρον τους στην υπόθεση, λόγω της σοβαρότητας και της φύσης των ποινικών καταγγελιών και της προφανής αδυναμίας των αρχών να τις αντιμετωπίσουν επαρκώς. Όσον αφορά την εικαζόμενη εκστρατεία των μέσων ενημέρωσης, το Δικαστήριο δεν εντόπισε τεκμηριωμένα στοιχεία που να υποδηλώνουν ότι οι δικαστές που είχαν αξιολογήσει τα επιχειρήματα που πρόβαλε η προσφεύγουσα είχαν επηρεαστεί από δημοσιεύσεις στον τύπο. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται στις αναφορές των μέσων ενημέρωσης σχετικά με την προσφεύγουσα ενώ η δικαστική διαδικασία εναντίον της ήταν σε εξέλιξη δεν ήταν ικανή να δημιουργήσει την εντύπωση ότι είναι υπεύθυνη για συγκεκριμένα αδικήματα. Πράγματι, η υπόθεση είχε εξεταστεί από επαγγελματίες δικαστές που είχαν λιγότερες πιθανότητες να επηρεαστούν σε σχέση με μια επιτροπή από την εκστρατεία του τύπου λόγω της επαγγελματικής τους κατάρτισης και εμπειρίας. Επιπλέον, τα εθνικά δικαστήρια σε δύο δικαιοδοτικά επίπεδα είχαν εκδώσει αιτιολογημένες αποφάσεις, υποστηρίζοντας ορισμένες από τις καταγγελίες της προσφεύγουσας.

Τέλος, αν και τα διοικητικά δικαστήρια δεν εξέτασαν ρητά την καταγγελία της προσφεύγουσας  σχετικά με την πολιτική παρέμβαση και την επιρροή των μέσων ενημέρωσης στη διαδικασία, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι είχε διατυπώσει  το επιχείρημα αυτό με έναν γενικό τρόπο και ότι, εν πάση περιπτώσει, τα δικαστήρια είχαν εκδώσει  λεπτομερείς λόγους που δικαιολογούν την απόφαση υποβιβασμού της. Συνεπώς, το Δικαστήριο ήταν διατεθειμένο να αποδεχθεί ότι η σιωπή των δικαστηρίων σχετικά με την καταγγελία της θα μπορούσε λογικά να ερμηνευθεί ως σιωπηρή απόρριψη της καταγγελίας της. Επομένως, διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε κανένα στοιχείο στο φάκελο της υπόθεσης που να το αμφισβητεί συνολικά το δίκαιο χαρακτήρα της  διαδικασίας ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων.

Συμπερασματικά, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.

Μειοψηφούσα γνώμη

Ο δικαστής Bošnjak εξέφρασε αντίθετη γνώμη, η οποία επισυνάπτεται στην απόφαση. (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες