Η παράνομη προσωρινή κράτηση όταν συνδέεται με την πολιτική ιδεολογία του κρατουμένου παραβιάζει την ελευθερία της έκφρασης

ΑΠΟΦΑΣΗ

Ragıp Zarakolu κατά Τουρκίας της 15.09.2020 (αριθ. προσφ. 15064/12)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Παράνομη κράτηση και δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι όταν η προσωρινή κράτηση δεν είναι νόμιμη, δεν καλείται να εξετάσει εάν η παρέμβαση στην ελευθερία της έκφρασης έχει θεμιτό σκοπό και αν είναι απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία. Η παράνομη  προσωρινή κράτηση που συνδέεται με την πολιτική ιδεολογία του κρατουμένου, παραβιάζει την  ελευθερία της έκφρασης (άρθρο 10 της ΕΣΔΑ).

Δικαίωμα στην ελευθερία και ασφάλεια, δικαίωμα πρόσβασης στην δικογραφία.

Ο προσφεύγων είναι Τούρκος υπήκοος και διευθυντής εκδοτικού οίκου. Κατηγορήθηκε για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση με την κύρια κατηγορία ότι είχε πραγματοποιήσει διάλεξη στην Πολιτική Ακαδημία του BDP, γεγονός που τον ενοχοποίησε ότι  ήταν μέλος του «πολιτικού μετώπου» του οργανισμού PKK / KCK.

Κρατήθηκε προσωρινά από 28.10.2011 έως 10.04.2012, χωρίς να έχουν, αυτός και ο συνήγορος του,  πρόσβαση στο φάκελο της δικογραφίας. Η ποινική δίωξη που έχει ασκηθεί εναντίον του για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση, εκκρεμεί ενώπιον των εγχώριων Δικαστηρίων.

Το Στρασβούργο επανέλαβε την πάγια νομολογία του ότι το άρθρο 5 παράγραφος 1 γ της Σύμβασης επιτρέπει σε ένα άτομο να τεθεί υπό κράτηση μόνο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, με σκοπό να παραπεμφθεί  στην αρμόδια δικαστική αρχή, όπου υπάρχουν εύλογοι λόγοι υποψίας ότι έχει διαπράξει αδίκημα.

Στην υπό κρίση περίπτωση το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι οι εγχώριες αρχές δεν  προσκόμισαν  αποδεικτικά στοιχεία που να συνδέουν τον προσφεύγοντα με τρομοκρατική οργάνωση  και έκρινε ότι η  προσβολή της ελευθερίας που υπέστη ο προσφεύγων ήταν αυθαίρετη. Διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 5§1 της ΕΣΔΑ.

Τέλος έκρινε ότι ο προσφεύγων και ο συνήγορος του, δεν είχαν πρόσβαση στα στοιχεία της δικογραφίας που θα τους επέτρεπε να ετοιμάσουν την υπεράσπισή του. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου  5§4 της ΕΣΔΑ.

Το Στρασβούργο επιδίκασε στον προσφεύγοντα  ποσό 6.500 ευρώ για ηθική βλάβη.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 5§1

Άρθρο 5§4

Άρθρο 10

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Ragıp Zarakolu, είναι Τούρκος υπήκοος που γεννήθηκε το 1948 και ζει στη Solna (Σουηδία). Την εποχή εκείνη ήταν διευθυντής και ιδιοκτήτης εκδοτικού οίκου, επίτιμο μέλος του τουρκικού παραρτήματος της PEN International (Διεθνής Ένωσης Συγγραφέων). Η υπόθεση αφορούσε την κράτηση του προσφεύγοντος λόγω υπόνοιας συμμετοχής σε παράνομη οργάνωση (KCK).

Το 2009 ξεκίνησε ποινική έρευνα εναντίον πολλών προσώπων για τα οποία υπήρχε υπόνοια ότι ανήκαν σε παράνομη οργάνωση, την Ένωση Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (Koma Civakên Kurdistan, KCK). Οι κρατικοί εισαγγελείς που διενεργούσαν την έρευνα άσκησαν ποινικές διώξεις εναντίον πολλών ατόμων, σε πολιτικούς, επιχειρηματίες, δικηγόρους, καθηγητές πανεπιστημίων, φοιτητές και δημοσιογράφους. Σύμφωνα με τους  εισαγγελείς, το KCK ήταν το «αστικό παράρτημα» του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (Partiya Karkerên Κουρδιστάν, PKK), μια παράνομη ένοπλη οργάνωση, που επιδιώκει τον σκοπό της ίδρυσης ανεξάρτητου Κουρδικού κράτους βασισμένο στις αρχές της «δημοκρατικής συνομοσπονδίας» υποστηριζόμενο από τον Αμπντουλάχ Οτσαλάν, ηγέτη  του ΡΚΚ, που καταδικάστηκε το 1999 για πράξεις που αποσκοπούσαν στην απόσπαση μέρους της τουρκικής επικράτειας και την ίδρυση και ηγεσία τρομοκρατικής οργάνωσης για το σκοπό αυτό.

Στις 27.10.2011, στο πλαίσιο σειράς επιχειρήσεων κατά της KCK, δικαστής του  Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Κωνσταντινούπολης διέταξε τη διεξαγωγή έρευνας στην Πολιτική Ακαδημία του Κόμματος Ειρήνης και Δημοκρατίας (Barış ve Demokrasi Partisi, BDP), ενός φιλο-κουρδικού αριστερού κόμματος, και στις κατοικίες  60 ατόμων, συμπεριλαμβανομένου του προσφεύγοντος, καθώς και των συλλήψεων των εμπλεκομένων.

Στις 28.10.2011 συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση για συμμετοχή στο KCK. Στις 31.10.2011 ανακρίθηκε  από ανακριτή  της Κωνσταντινούπολης σχετικά με τη συμμετοχή του στις  δραστηριότητες της πολιτικής ακαδημίας του BDP. Μετά από την ανάκριση, ο ανακριτής υπέβαλε αίτηση στον εισαγγελέα να τεθεί ο  προσφεύγων υπό προσωρινή κράτηση για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση.

Στις 02.11.2011 ο προσφεύγων άσκησε έφεση κατά της προσωρινής του κράτησης και ζήτησε την αποφυλάκιση του. Το Εφετείο  απέρριψε την έφεση του.

Στις 19.03.2012, ο εισαγγελέας άσκησε ποινική δίωξη εναντίον 183 ατόμων συμπεριλαμβανομένου του προσφεύγοντος. Ο τελευταίος κατηγορήθηκε για το γεγονός ότι  εν γνώσει και εσκεμμένα βοήθησε τρομοκρατική οργάνωση. Η κύρια κατηγορία εναντίον του ήταν ότι είχε πραγματοποιήσει διάλεξη στην πολιτική ακαδημία του BDP, γεγονός το οποίο οδήγησε τον εισαγγελέα στο συμπέρασμα ότι ήταν μέλος του «πολιτικού μετώπου» του οργανισμού PKK / KCK.

Στις 10.04.2012, το Κακουργιοδικείο διέταξε την αποφυλάκισή  του. Μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 6526 της 21.02.2014 για την τροποποίηση του Ν. 3713 αναφορικά με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, η δίκη συνεχίστηκε ενώπιον του τρίτου τμήματος του Κακουργιοδικείου. Οι ποινικές  διαδικασίες εναντίον του εκκρεμούν ακόμη.

Βασιζόμενος ιδίως στο άρθρο 5 § 1 (δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια), ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι  δεν υπήρχε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να παρέχει εύλογους λόγους ώστε να θεωρείται ύποπτος ότι διέπραξε ποινικό αδίκημα  ή να δικαιολογήσει την προσωρινή κράτησή του. Υποστήριξε ότι οι δικαστικές αποφάσεις δεν είχαν επαρκείς αιτιολογίες. Επιπλέον, παραπονέθηκε ότι δεν μπορούσε να αμφισβητήσει αποτελεσματικά τη νομιμότητα της προσωρινής κράτησης. Επιπλέον, στηριζόμενος στο άρθρο 10 (ελευθερία έκφρασης), υποστήριξε ότι η προσωρινή του κράτηση παραβίασε το δικαίωμά του στην ελευθερία της έκφρασης.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο  5 § 1 και 3

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 5 παράγραφος 1γ της Σύμβασης επιτρέπει σε ένα άτομο να τεθεί υπό κράτηση μόνο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, με σκοπό να τον παραπέμψει στην αρμόδια δικαστική αρχή, όπου υπάρχουν εύλογοι λόγοι υποψίας ότι έχει διαπράξει αδίκημα (Mehmet Hasan Altan κατά Τουρκίας, αρ. 13237/17, § 124, 20 Μαρτίου 2018).

Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι, στις 28 Οκτωβρίου 2011, ο προσφεύγων, ύποπτος ότι συμμετείχε στο KCK, συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση στο πλαίσιο ποινικής έρευνας κατά του οργανισμού αυτού. Αφού ανακρίθηκε από το ανακριτή, ο προσφεύγων εμφανίστηκε την 1η Νοεμβρίου 2011 ενώπιον εισαγγελέα  του Κακουργιοδικείου της Κωνσταντινούπολης. Διετάχθη η προσωρινή  του κράτηση, που  διήρκεσε έως τις 10 Απριλίου 2012, όταν ο προσφεύγων αφέθηκε ελεύθερος. Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι, στις 19 Μαρτίου 2012, ασκήθηκαν ποινικές διώξεις  εναντίον πολλών προσώπων, συμπεριλαμβανομένου του προσφεύγοντος, που κατηγορούνται ότι με πρόθεση  παρείχαν βοήθεια σε μια τρομοκρατική οργάνωση, την ομάδα PKK/KCK. Παρατήρησε επίσης, υπό το πρίσμα των παρατηρήσεων της κυβέρνησης και των στοιχείων του φακέλου που αφορούσαν το κατηγορητήριο, ότι τα πραγματικά περιστατικά που είχαν ως βάση τις υποψίες που βάρυναν τον προσφεύγοντα περιορίστηκαν ουσιαστικά στις δραστηριότητες που άσκησε εξ ονόματος της ακαδημαϊκής πολιτικής του BDP, ενός νομικού πολιτικού κόμματος κατά τον κρίσιμο χρόνο.

Η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η στέρηση της ελευθερίας που υπέστη ο προσφεύγων ήταν σύμφωνη με το άρθρο 5 § 1 της Σύμβασης, καθώς ο προσφεύγων ήταν σε επαφή με την πολιτική ακαδημία του εν λόγω κόμματος, ορισμένα δε από τα μέλη και ηγέτες της συνδέονταν με την εν λόγω τρομοκρατική οργάνωση. Το Δικαστήριο δεν πείστηκε από το επιχείρημα αυτό. Η κυβέρνηση δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία που να συνδέουν τον προσφεύγοντα με την οργάνωση PKK / KCK. Η απόφαση με την οποία το Κακουργιοδικείο,  την 1η Νοεμβρίου 2011 διέταξε την προδικαστική κράτηση επίσης δεν αποκαλύπτει την ύπαρξη τέτοιου δεσμού. Ο ισχυρισμός ότι το BDP ή ορισμένα μέλη της πολιτικής  ακαδημίας ήταν μέλη μιας παράνομης οργάνωσης δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής για να πείσει έναν αντικειμενικό παρατηρητή ότι ο προσφεύγων μπορούσε να είχε διαπράξει αδίκημα που σχετίζεται με την τρομοκρατία. Ελλείψει πραγματικών περιστατικών, πληροφοριών ή αποδεικτικών στοιχείων, τα στοιχεία που ανέφερε η Κυβέρνηση δεν απέδειξαν ότι ο προσφεύγων είχε εγκληματική δραστηριότητα. Αντιθέτως, αποκάλυψαν, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, ότι τα πραγματικά περιστατικά που προβάλλονται κατά του ενδιαφερομένου συνδέονταν με την άσκηση δικαιωμάτων  που εγγυάται η Σύμβαση, ιδίως από τα άρθρα 10 και 11.

Υπό το πρίσμα αυτών των σκέψεων, το Δικαστήριο εκτίμησε ότι, εν προκειμένω, η ερμηνεία και η εφαρμογή των νομικών διατάξεων που επικαλέστηκαν οι εγχώριες αρχές ήταν παράλογες στο βαθμό που αποδίδει στην προσβολή της ελευθερίας που υπέστη ο προσφεύγων ακανόνιστο και αυθαίρετο χαρακτήρα.

Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 1 της Σύμβασης.

Λαμβάνοντας υπόψη το συμπέρασμα αυτό, το Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν ήταν απαραίτητο να εξεταστεί χωριστά το ζήτημα αν οι λόγοι που προέβαλαν τα εθνικά δικαστήρια για να δικαιολογήσουν τη συνεχιζόμενη κράτηση του προσφεύγοντος ήταν «σχετικοί και επαρκείς » για να στερήσουν από τον προσφεύγοντα την ελευθερία του σύμφωνα με το άρθρο 5 § 3 της Σύμβασης.

Άρθρο  5§4

Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το άρθρο 5 §4  της Σύμβασης παρέχει σε κάθε πρόσωπο που συνελήφθη ή κρατήθηκε το δικαίωμα να ασκήσει έφεση σχετικά με τη συμμόρφωση με τις διαδικαστικές και ουσιαστικές απαιτήσεις που απαιτούνται για την «νομιμότητα», κατά την έννοια του άρθρου 5 § 1, της στέρησης της ελευθερίας του. Ενώ η διαδικασία που κινήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 5 § 4 δεν πρέπει πάντα να συνοδεύεται από εγγυήσεις ίδιες με αυτές που απαιτούνται από το άρθρο 6 για αστικές και ποινικές διαδικασίες – οι δύο διατάξεις επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς (Reinprecht κατά Αυστρίας, 67175/01, § 39, ΕΣΔΑ 2005 – XII) – πρέπει ωστόσο να έχει δικαστικό χαρακτήρα και να προσφέρει εγγυήσεις προσαρμοσμένες στη φύση της στέρησης της ελευθερίας (DN κατά Ελβετίας [GC] , αριθ. 27154/95, § 41, ΕΣΔΑ 2001-III).

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο σημείωσε ότι δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι ο συνολικός περιορισμός της πρόσβασης στον φάκελο εμπόδισε τον προσφεύγοντα και τον συνήγορό του να εξετάσουν τα έγγραφα μέχρι την κατάθεση του κατηγορητηρίου στις 19 Μαρτίου 2012, δηλαδή για σχεδόν πέντε μήνες από τη σύλληψη του υπόπτου.

Επομένως, ούτε ο προσφεύγων ούτε ο συνήγορός του κατάφεραν να αποκτήσουν επαρκή γνώση του περιεχομένου των εγγράφων που ήταν υψίστης σημασίας για την αμφισβήτηση της νομιμότητας της κράτησης του προσφεύγοντος. Επομένως, δεν του δόθηκε ικανοποιητική ευκαιρία να αντικρούσει τους λόγους που επικαλείται για να δικαιολογήσει την προσωρινή  του κράτηση (Vık κατά Τουρκίας, αρ. 53413/11, § 75, 8 Ιουλίου 2014, και Mustafa Avci κατά Τουρκίας, αρ. 39322/12, § 92, 23 Μαΐου 2017).

Έτσι διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 5 § 4 της Σύμβασης.

Άρθρο 10

Το Δικαστήριο υπενθύμισε καταρχήν ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του, οι κατηγορούμενοι που δεν έχουν  καταδικαστεί με αμετάκλητη απόφαση ενδέχεται να έχουν το καθεστώς του θύματος παραβίασης της ελευθερίας της έκφρασης όταν έχουν εκτεθεί  σε ορισμένες περιστάσεις που έχουν αποτρεπτική επίδραση στην άσκηση αυτής της ελευθερίας.

Στην παρούσα υπόθεση, ο προσφεύγων συνιστούσε αντικείμενο ποινικής διαδικασίας, επειδή υπήρξε υποψία ότι παρείχε εν γνώσει και εσκεμμένα βοήθεια σε μια τρομοκρατική οργάνωση, και επειδή συμμετείχε στις δραστηριότητες της ακαδημίας πολιτικού κόμματος. Στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, τέθηκε υπό κράτηση από 28 Οκτωβρίου 2011, ημερομηνία σύλληψής του, έως τις 10 Απριλίου 2012.

Το Δικαστήριο θεώρησε ότι η στέρηση της ελευθερίας αυτή συνιστούσε πραγματικό και αποτελεσματικό περιορισμό και ως εκ τούτου «παρέμβαση» στην άσκηση από τον προσφεύγοντα του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης που κατοχυρώνεται από το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. Σε αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο επισήμανε ότι, βάσει του άρθρου 10, εξέτασε μόνο την προσωρινή κράτηση στην οποία τέθηκε ο προσφεύγων.

Για τους ίδιους λόγους, το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση της μη εξάντλησης των εγχώριων ένδικων μέσων που προέβαλε η Κυβέρνηση σχετικά με τις καταγγελίες παραβίασης του άρθρου 10.

Υπενθύμισε ότι μια παρέμβαση συνιστά παραβίαση του άρθρου 10, εκτός εάν πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου 2 της διάταξης. Πρέπει επομένως να καθοριστεί εάν η παρέμβαση που εντοπίστηκε στην παρούσα υπόθεση ήταν «σύμφωνη με το νόμο», διέθετε έναν ή περισσότερους νόμιμους στόχους σε σχέση με την παράγραφο αυτή και αν ήταν «απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία».

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η έκφραση «προβλέπεται από το νόμο», κατά την έννοια του άρθρου 10 § 2, υποδηλώνει πρώτα ότι το καταγγελλόμενο μέτρο έχει βάση στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά επίσης σχετίζεται με την ποιότητα του νόμου: απαιτεί αφενός, να είναι προσβάσιμο από τον ενδιαφερόμενο, ο οποίος, επιπλέον, πρέπει να μπορεί να προβλέπει τις συνέπειες για αυτόν και, αφετέρου, να είναι συμβατό με το κράτος δικαίου .

Στην παρούσα υπόθεση, η στέρηση της ελευθερίας που υπέστη ο προσφεύγων ισοδυναμούσε με παρέμβαση στα δικαιώματά του βάσει του άρθρου 10 της Σύμβασης. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 100 του Κ.Π.Δ., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ένα άτομο μπορούσε να τοποθετηθεί υπό προσωρινή κράτηση  μόνο όταν υπήρχαν πραγματικά αποδεικτικά στοιχεία που τον καθιστούσαν ύποπτο διάπραξης αδικήματος.

Σε αυτό το πλαίσιο, υπενθύμισε ότι έχει ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η κράτηση του προσφεύγοντος δεν βασίστηκε σε εύλογους λόγους υποψίας διάπραξης αδικήματος κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 1γ της Σύμβασης και ότι, ως εκ τούτου, υπήρξε παραβίαση του δικαιώματός του στην ελευθερία και την ασφάλεια που προβλέπεται στο άρθρο 5 § 1 και έκρινε ότι «η ερμηνεία και η εφαρμογή των διατάξεων που επικαλέστηκαν οι εγχώριες αρχές ήταν παράλογες σε σημείο που καθιστούσαν την στέρηση της ελευθερίας που υπέστη ο προσφεύγων παράτυπη και αυθαίρετη».

Το Δικαστήριο υπενθύμισε επίσης ότι οι παράγραφοι α’ έως στ’ του άρθρου 5 § 1 της Σύμβασης περιέχουν έναν πλήρη κατάλογο των λόγων για τους οποίους ένα άτομο μπορεί να στερηθεί την ελευθερία του. Συνεπώς, η παρέμβαση στα δικαιώματα και τις ελευθερίες του προσφεύγοντος σύμφωνα με το άρθρο 10 § 1 της Σύμβασης δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 10 § 2, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται από το νόμο. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν καλείται να εξετάσει εάν η εν λόγω παρέμβαση είχε θεμιτό σκοπό και αν ήταν απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Βάσει των ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης.

Δίκαιη ικανοποίηση: Το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσό 6.500 ευρώ για ηθική βλάβη (επιμέλεια echrcaselaw).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες