Η νόμιμη έξωση παραβιάζει το δικαίωμα της οικογενειακής ζωής αν ο τρόπος που εκτελείται δεν λαμβάνει υπόψη τις προκαλούμενες επιπτώσεις και τις ιδιαιτερότητες αυτών που εξώνονται

ΑΠΟΦΑΣΗ

Hirtu κ.α. κατά Γαλλίας της 14.05.2020 (αρ. 24720/13)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η υπόθεση αφορούσε την εκκένωση αυτοσχέδιου καταυλισμού όπου οι προσφεύγοντες, οι οποίοι ήταν Ρομά στην καταγωγή, ζούσαν για έξι μήνες. Οι αρχές παραβίασαν την ΕΣΔΑ, μη λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις συνέπειες της εκκένωσης ή τις ιδιαίτερες περιστάσεις των προσφευγόντων.

Το Δικαστήριο παρατήρησε καταρχάς ότι οι περιστάσεις της βίαιης έξωσής τους και οι επακόλουθες συνθήκες διαβίωσης δεν ισοδυναμούσαν με απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση.

Οι αρχές είχαν το δικαίωμα κατ’ αρχήν να εκδιώξουν τους προσφεύγοντες, οι οποίοι παράνομα είχαν καταλάβει ιδιοκτησία του δήμου και δεν μπορούσαν να ισχυριστούν ότι είχαν νόμιμη προσδοκία να παραμείνουν εκεί.

Ωστόσο, όσον αφορά τον τρόπο έξωσής τους, το Δικαστήριο επισήμανε  ότι το μέτρο δεν βασίστηκε σε δικαστική απόφαση, αλλά στη διαδικασία επίσημης προειδοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 9 του νόμου της 05.07.2000. Η απόφαση για την επιλογή αυτής της διαδικασίας είχε μία σειρά συνεπειών. Λόγω του μικρού χρόνου που μεσολάβησε μεταξύ της έκδοσης της απόφασης του Νομάρχη και της εφαρμογής της, δεν ελήφθησαν υπόψη οι επιπτώσεις της έξωσης ή οι ιδιαίτερες περιστάσεις των προσφευγόντων. Επιπλέον, λόγω της διαδικασίας που είχε εφαρμοστεί, η θεραπεία που προβλέπει η εθνική νομοθεσία μπορούσε να τεθεί σε εφαρμογή μετά τη λήψη της απόφασης από τις  διοικητικές αρχές και ήταν αναποτελεσματική εν προκειμένω.

Το Δικαστήριο τόνισε ότι το γεγονός ότι οι προσφεύγοντες ανήκαν σε μειονοτική κοινωνική ομάδα, και οι ιδιαίτερες ανάγκες τους, έπρεπε να ληφθούν υπόψη βάσει της αρχής της αναλογικότητας εκ μέρους των εθνικών αρχών. Δεδομένου ότι αυτό δεν συνέβη εν προκειμένω, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο τρόπος έξωσης παραβίασε το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.

Τέλος, το Δικαστήριο σημείωσε ότι δεν υπήρξε δικαστική εξέταση των καταγγελιών των προσφευγόντων βάσει των άρθρων 3 και 8 της Σύμβασης, είτε επί της ουσίας, είτε σύμφωνα με την διαδικασία προσωρινών μέτρων, κατά παράβαση των απαιτήσεων του άρθρου 13. Παραβίαση και του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 3

Άρθρο 8

Άρθρο 13

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες είναι επτά Ρουμάνοι υπήκοοι που ανήκουν στην κοινότητα των Ρομά: Laurentiu Constantin Hirtu, Stanica Caldaras, Dorina and Paulina Cirpaci, Imbrea και Virginia Istfan, και Angelica Latcu.

Οι προσφεύγοντες δήλωσαν ότι ζούσαν στη Γαλλία για πολλά χρόνια και ότι, με μία εξαίρεση, όλοι κατέχουν 10ετή άδεια παραμονής ως υπήκοοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά το χρόνο  της προσφυγής, όλα τα παιδιά σχολικής ηλικίας φοιτούσαν στο σχολείο. Την 01.10.2012, μετά από προηγούμενη διάλυση της κατασκήνωσής τους, οι προσφεύγοντες, ως μέρος μιας ομάδας 141 ατόμων, συμπεριλαμβανομένων περίπου 50 παιδιών, μετακόμισε σε 43 τροχόσπιτα σε οικόπεδο στο La Courneuve, στα προάστια του Παρισιού.

Κατόπιν αιτήματος του Δημάρχου της La Courneuve, ο Νομάρχης του Seine-Saint-Denis εξέδωσε απόφαση στις 29.03.2013 απαιτώντας «οι ταξιδιώτες που είχαν εγκατασταθεί παράνομα στη διεύθυνση rue Politzer και rue de la Prévôté στο δήμο La Courneuve να εγκαταλείψουν τον χώρο εντός 48 ωρών, διαφορετικά θα εκδιωχθούν βίαια».

Ο κ. Hirtu ήταν ο μόνος προσφεύγων που κατάφερε να ασκήσει προσφυγή στο Διοικητικό Πρωτοδικείο, το οποίο κήρυξε την προσφυγή του απαράδεκτη. Άσκησε έφεση στο Διοικητικό Εφετείο των Βερσαλλιών, χωρίς επιτυχία.

Στις 05.04.2013 η Istfan, η Cirpaci, η Calderas και άλλη μία εκ των διαμενόντων, υπέβαλαν αίτηση προσωρινής προστασίας στο Διοικητικό Δικαστήριο, ζητώντας να ανασταλεί η έξωση έως την 01.07.2013 για να τους δοθεί χρόνος για να βρουν σταθερό κατάλυμα. Το δικαστήριο κήρυξε απαράδεκτη την αίτηση. Οι προσφεύγοντες άσκησαν έφεση, αλλά παραιτήθηκαν στη συνέχεια, επειδή είχαν ήδη εξωθεί.

Στις 11.04.2013, οι προσφεύγοντες ζήτησαν από το Δικαστήριο προσωρινό μέτρο βάσει του άρθρου 39, ζητώντας την αναστολή της απόφασης του Νομάρχη με βάση την παραβίαση των άρθρων 3 και 8 της σύμβασης και του άρθρου 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (δικαίωμα στην εκπαίδευση). Στις 12.04.2013, ο εκπρόσωπός τους, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Δικαιωμάτων των Ρομά (ERRC), πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι οι προσφεύγοντες είχαν εγκαταλείψει με τη θέλησή τους τον χώρο το βράδυ της 11ης Απριλίου και έμεναν σε μερικούς δρόμους μακριά από το Bobigny.

Δεν προσφέρθηκε διαμονή στους προσφεύγοντες, οι οποίοι δήλωσαν ότι είχαν κοιμηθεί έξω ή στο στα αυτοκίνητά τους πριν μετακινηθούν στον οικισμό γνωστό ως Coquetiers στο Bobigny, όπου έπρεπε να μοιραστούν ένα τροχόσπιτο με άλλες οικογένειες ή να αγοράσουν νέο.

Στις 19.08.2014 ο Δήμος εξέδωσε μια εντολή που απαιτούσε από τους διαμένοντες των Coquetiers να το εκκενώσουν εντός 48 ωρών. Αρκετοί από τους διαμένοντες υπέβαλαν Αίτηση Αναστολής στο Διοικητικό Δικαστήριο, το οποίο την απέρριψε στις 25.08.2014.

Την ίδια ημέρα, τρεις από τους προσφεύγοντες ζήτησαν από το ΕΔΔΑ να εφαρμόσει τον κανόνα 39 του Κανονισμού του Δικαστηρίου, ζητώντας την αναστολή της εντολής του Δήμου.

Την 01.09.2014, το ΕΔΔΑ αποφάσισε να μην εφαρμόσει το άρθρο 39, λαμβάνοντας υπόψη τις εγγυήσεις που δόθηκαν από την κυβέρνηση ότι πριν από οποιαδήποτε έξωση ο Νομάρχης θα προέβαινε στην κοινωνική εκτίμηση που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία και θα παρείχε κατάλυμα σε όλα τα ευάλωτα άτομα. Στις 16.04.2015, το Δικαστήριο κήρυξε την προσφυγή (αριθ. 58553/14) απαράδεκτη.

Βασιζόμενοι στο άρθρο 3 (απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης), οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι οι περιστάσεις της βίαιης έξωσης και οι επακόλουθες συνθήκες διαβίωσής τους ανήλθαν σε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Σύμφωνα με το άρθρο 8, παραπονέθηκαν για παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής τους ζωής και της προστασίας της κατοικίας τους. Στηριζόμενοι στο άρθρο 13 (δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής), ισχυρίστηκαν ότι δεν είχαν επωφεληθεί ενός αποτελεσματικού ενδίκου μέσου για να αμφισβητήσουν τη βίαιη έξωση τους.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 3

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι προσφεύγοντες διαμαρτυρήθηκαν αρχικά  για τις συνθήκες έξωσής τους. Ωστόσο, η εκκένωση του καταυλισμού που είχε διαταχθεί νόμιμα από τον Νομάρχη δεν είχε λάβει χώρα, αφού οι προσφεύγοντες έφυγαν από τον καταυλισμό με δική τους πρωτοβουλία. Ενώ οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι τα περισσότερα τροχόσπιτα τους είχαν κατασχεθεί, αυτό δεν αποδείχθηκε και δεν ισχυρίστηκαν ότι είχαν υποστεί καμία άλλη βία σε εκείνη την περίσταση.

Παραπονέθηκαν επίσης οι προσφεύγοντες για τις συνθήκες διαβίωσής τους μετά την έξωση. ΤΟ ΕΔΔΑ παρατήρησε ότι αρκετοί από τους προσφεύγοντες είχαν επιστρέψει στη Ρουμανία μετά την εκκένωση του καταυλισμού, και ότι ο Stanica Caldaras και η οικογένειά του είχαν λάβει κοινωνική στέγαση. Όσο για τους άλλους, το αίτημά τους για προσωρινά μέτρα σχετικά με την κατάστασή τους στον οικισμό Coquetiers απορρίφθηκε λόγω των διαβεβαιώσεων που παρέσχε η κυβέρνηση. Κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να ειπωθεί ότι οι γαλλικές αρχές είχαν παραμείνει αδιάφορες στην κατάστασή τους.

Συνεπώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν  διαπιστώθηκε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση και δεν  υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

Άρθρο 8

Το Δικαστήριο δήλωσε εξαρχής ότι οι προσφεύγοντες δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν παρέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της κατοικίας τους, λόγω έλλειψης επαρκούς και συνεχούς σύνδεσης με τον τόπο όπου ζούσαν. Όπως και σε αρκετές προηγούμενες υποθέσεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εκκένωση ενός καταυλισμού έχει αναπόφευκτα επιπτώσεις στην ιδιωτική ζωή και στους οικογενειακούς δεσμούς. Υπήρχε λοιπόν παρέμβαση στο δικαίωμα των προσφευγόντων για σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής τους ζωής.

Στην παρούσα υπόθεση, το Διοικητικό Εφετείο είχε παρατηρήσει, σύμφωνα με την αναφορά της αστυνομίας που του υποβλήθηκε, ότι τα τροχόσπιτα στον καταυλισμό ήταν τροχοφόρα και είχαν παρκαριστεί δίπλα σε οχήματα ικανά να τα ρυμουλκήσουν. Το δικαστήριο είχε συναγάγει από αυτό ότι ο νόμος της 5ης Ιουλίου 2000, έπρεπε να ισχύσει στην περίπτωση των προσφευγόντων. Η παρέμβαση ήταν λοιπόν σύμφωνη με το νόμο.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η απόφαση του Νομάρχη βασίστηκε τόσο στους κινδύνους για τη δημόσια υγεία, όσο και στην ενόχληση που προκλήθηκε στους ανθρώπους της περιοχής. Η έκθεση της αστυνομίας ανέφερε ορισμένα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι λοιποί κάτοικοι, συμπεριλαμβανομένων των διαρρήξεων, της παρουσίας ατόμων που μεταφέρουν μαχαίρια, διεξαγωγής φασαριών, σκουπιδιών στους φράκτες και παρουσίας περιττωμάτων. Συνεπώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι η παρέμβαση είχε επιδιώξει τους νόμιμους στόχους της προστασίας της υγείας, της δημόσιας ασφάλειας και της προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων.

Το Δικαστήριο έκανε διάκριση μεταξύ της ίδιας της έξωσης και του τρόπου με τον οποίο πραγματοποιήθηκε. Όσον αφορά την προηγούμενη πτυχή, οι αρχές είχαν το δικαίωμα κατ’ αρχήν να εκδιώξουν τους προσφεύγοντες, οι οποίοι είχαν καταλάβει παράνομα δημοτική γη και δεν μπορούσαν να ισχυριστούν ότι είχαν δικαιολογημένη προσδοκία παραμονής εκεί.

Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η έξωση, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι το μέτρο δεν βασίστηκε σε δικαστική απόφαση, αλλά είχε εκτελεστεί σύμφωνα με τη διαδικασία επίσημης ειδοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 9 του Νόμου της 05.07.2000. Η επιλογή της διαδικασίας αυτής είχε πολλές συνέπειες.

Πρώτον, λόγω του μικρού χρόνου που μεσολάβησε μεταξύ της έκδοσης της απόφασης του Νομάρχη και της εφαρμογής της, κανένα από τα μέτρα που υποστηρίχθηκαν στην εγκύκλιο του 2012 δεν είχαν εφαρμοστεί. Ενώ η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε καμία υποχρέωση να επανεγκαταστήσουν τους προσφεύγοντες από τη στιγμή που κατείχαν τροχόσπιτα, το Δικαστήριο σημείωσε, πρώτον, ότι οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι όλα, εκτός από ένα, τα τροχόσπιτα είχαν κατασχεθεί, και δεύτερον, ότι τα μέτρα που αναφέρονται στην εγκύκλιο (αξιολόγηση της κατάστασης των ενδιαφερομένων οικογενειών και ατόμων, καθώς και βοήθεια για την εκπαίδευση, την υγειονομική περίθαλψη και στέγασή τους) ίσχυαν ανεξάρτητα από το αν τα ενδιαφερόμενα άτομα είχαν τροχόσπιτα ή όχι. Ως εκ τούτου, δεν ελήφθησαν υπόψη οι επιπτώσεις της έξωσης ή οι ιδιαίτερες περιστάσεις των συγκεκριμένων προσφευγόντων.

Δεύτερον, λόγω της διαδικασίας προειδοποίησης που είχε εφαρμοστεί, η θεραπεία που προβλέπει η εθνική νομοθεσία είχε τεθεί σε εφαρμογή μετά τη λήψη της απόφασης από τις  διοικητικές αρχές, ενώ σε άλλες περιπτώσεις τα δικαστήρια αξιολογούν την αναλογικότητα του μέτρου πριν λάβουν την απόφασή τους. Καμία από τις θεραπείες που είχαν στη διάθεσή τους οι προσφεύγοντες δεν τους επέτρεψε στη συνέχεια να υποβάλουν τα επιχειρήματά τους σε δικαστικό όργανο.

Ως αποτέλεσμα, το πρώτο δικαστικό όργανο που αποφάνθηκε σχετικά με την αναλογικότητα της παρέμβασης ήταν το Διοικητικό Εφετείο τον Οκτώβριο του 2014, 18 μήνες μετά τις εξώσεις από τον καταυλισμό.

Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι το γεγονός ότι οι προσφεύγοντες ανήκαν σε μια μειονοτική κοινωνική ομάδα, και οι ιδιαίτερες ανάγκες τους, έπρεπε να ληφθούν υπόψη κατά την εκτίμηση της αναλογικότητας εκ μέρους των εθνικών αρχών. Οι ίδιες θα έπρεπε να πράξουν έτσι, όχι μόνο κατά την εξέταση της νομιμότητας ή μη της εγκατάστασης, αλλά και για το εάν η έξωση ήταν απαραίτητη στον συγκεκριμένο χρόνο και με τον συγκεκριμένο τρόπο και έαν ήταν δυνατές ρυθμίσεις για εναλλακτική διαμονή. Στο πλαίσιο των διαδικαστικών εγγυήσεων του άρθρου 8, κάθε πρόσωπο που υφίσταται παρέμβαση στα δικαιώματα βάσει αυτής της διάταξης θα πρέπει να μπορεί να ζητήσει τον έλεγχο της αναλογικότητας του μέτρου από ανεξάρτητο δικαστήριο υπό το φως των σχετικών αρχών βάσει του άρθρου 8.

Δεδομένου ότι αυτό δεν συνέβαινε στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο τρόπος έξωσης των προσφευγόντων παραβίασε το δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή των προσφευγόντων (άρθρο 8 της Σύμβασης).

Άρθρο 13 σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 και 8

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η εγχώρια νομοθεσία προέβλεπε ένα συγκεκριμένο ένδικο μέσο με ανασταλτικό αποτέλεσμα κατά το άρθρο 9 του νόμου της 5ης Ιουλίου 2000.

Ενώ το εν λόγω ένδικο μέσο ήταν αποτελεσματικό, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι στην περίπτωση των προσφευγόντων ο δικαστής δεν εξέτασε την προσφυγή επί της ουσίας, αλλά την είχε κηρύξει απαράδεκτη για τον λόγο ότι ο κ. Hirtu δεν είχε αποδείξει ότι είχε διαμείνει στον καταυλισμό. Το Δικαστήριο παρατήρησε επίσης ότι είχε επίσης υποβληθεί αίτηση προσωρινών μέτρων από τρεις άλλους προσφεύγοντες και αυτή είχε κηρυχθεί απαράδεκτη λόγω της ύπαρξης της ειδικής προσφυγής που προβλέπεται από το άρθρο 9 του νόμου της 5ης Ιουλίου 2000.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν υπήρξε δικαστική εξέταση σε πρώτη φάση των επιχειρημάτων των προσφευγόντων βάσει των άρθρων 3 και 8, είτε σε διαδικασίες επί της ουσίας, είτε σύμφωνα με την διαδικασία προσωρινής προστασίας, κατά παράβαση των απαιτήσεων του άρθρου 13.

Συνεπώς υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Γαλλία έπρεπε να καταβάλλει 7.000 ευρώ σε καθέναν από τους προσφεύγοντες και από κοινού στις Imbrea and Virginia Istfan, για ηθική βλάβη, και 7.920 ευρώ στους προσφεύγοντες από κοινούόσον αφορά τα έξοδα και τις δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες