Η μη συμμετοχή του διαδίκου σε δίκη λόγω έλλειψης κλήτευσης παραβίασε το δικαίωμα ακρόασης

ΑΠΟΦΑΣΗ

Bacaksız κατά Τουρκίας της 10.12.2019 (αριθ.προσφ. 24245/09)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Απόφαση πρωτόδικη ερήμην του διαδίκου. Μη επίδοση στον διάδικο Κλήσης προς το Δικαστήριο. Δικαίωμα ακρόασης.

Ο προσφεύγων ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα που προκάλεσε τραυματισμούς των εμπλεκόμενων οδηγών. Στο ποινικό δικαστήριο αθωώθηκε, όμως στην αγωγή που ασκήθηκε εναντίον του από την ασφαλιστική εταιρεία για καταβολή του ποσού της αποζημίωσης που η ίδια η εταιρεία υποχρεώθηκε να καταβάλει στους παθόντες, δεν παραστάθηκε λόγω ελλείψεως νόμιμης επίδοσης. Το Εφετείο απέρριψε την έφεση που κατέθεσε χωρίς να εξετάσει τον βασικό του ισχυρισμό περί ελλείψεως ακροάσεως στην πρωτοβάθμια δίκη και έμεινε μόνο στην μη δεσμευτικότητα του ποινικού δεδικασμένου.

Το Στρασβούργο επαναλαμβάνει ότι η Σύμβαση απαιτεί από τα Συμβαλλόμενα Κράτη να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσουν την αποτελεσματική απόλαυση των δικαιωμάτων που εγγυάται το άρθρο 6 της Σύμβασης. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η βασική προϋπόθεση για την παραίτηση από το δικαίωμα είναι ότι ο ενδιαφερόμενος γνωρίζει την ύπαρξη του εν λόγω δικαιώματος .

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δεν εξέτασε τον ισχυρισμό του προσφεύγοντα περί ελλείψεως νόμιμης κλήτευσης, ούτε έκρινε εκ νέου τα πραγματικά περιστατικά καθόσον δεν είχε δικαιοδοσία για κάτι τέτοιο, συνεπώς ο προσφεύγων στερήθηκε το δικαίωμα ακρόασης. Παραβίαση του άρθρου 6 §1 της Σύμβασης.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 6§1

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Süleyman Bacaksız, είναι Τούρκος υπήκοος που γεννήθηκε το 1960 και ζει στο Ντενιζλί (Τουρκία).

Η υπόθεση αφορούσε την καταγγελία του ότι δεν μπόρεσε να συμμετάσχει στις διαδικασίες που κινήθηκαν εναντίον του μετά από αυτοκινητιστικό ατύχημα.

Το εν λόγω αυτοκινητιστικό ατύχημα συνέβη το 2000, προκαλώντας τραυματισμό σε τρεις οδηγούς και τους συνεπιβάτες τους. Η αστυνομική έκθεση που καταρτίστηκε στο σημείο του τροχαίου σημείωσε ότι ο προσφεύγων υπέπεσε σε πταίσμα επειδή είχε περάσει στην αντίθετη λωρίδα, προσκρούοντας μετωπικά με ένα διερχόμενο αυτοκίνητο.  Ωστόσο, κατά τις ποινικές διαδικασίες που ασκήθηκαν εναντίον του, αθωώθηκε το 2004 και ένας από τους άλλους οδηγούς διαπιστώθηκε ότι ήταν ο υπαίτιος.

Εν τω μεταξύ, τα δικαστήρια διαπίστωσαν ότι μια ασφαλιστική εταιρεία έχει κινήσει αστικές διαδικασίες έναντι του προσφεύγοντος για την επιστροφή των ποσών που έπρεπε να καταβάλει σε έναν από τους άλλους οδηγούς μετά το ατύχημα. Η διαδικασία είχε διεξαχθεί ερήμην του προσφεύγοντος, διότι το αστικό δικαστήριο δεν μπόρεσε να τον εντοπίσει και να επιδώσει  κλήση σε αυτόν.

Ο προσφεύγων άσκησε έφεση ενώπιον του Εφετείου, ζητώντας η πρωτοβάθμια απόφαση να ακυρωθεί επειδή είχε λάβει γνώση για τη διαδικασία όταν ένας από τους συγγενείς του, ο οποίος ζούσε στην προηγούμενη του διεύθυνση βρήκε την κλήση που τοιχοκολλήθηκε στην πόρτα του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι  αθωώθηκε πλήρως στην ποινική διαδικασία που αφορά το ατύχημα.

Το Εφετείο απέρριψε την έφεση του προσφεύγοντος το 2008, θεωρώντας ότι η απόφαση ήταν νόμιμη και ότι, εν πάση περιπτώσει, ένα αστικό δικαστήριο δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο ενός ποινικού δικαστηρίου. Δεν απάντησε στην επιχειρηματολογία σχετικά με την αδυναμία συμμετοχής στη διαδικασία.

Επικαλούμενος κατ ‘ουσίαν το άρθρο 6 § 1 (δικαίωμα ακρόασης) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, ο κ. Bacaksız κατήγγειλε ότι η αστική δίκη εναντίον του ήταν άδικη επειδή αυτός δεν μπόρεσε  να συμμετάσχει.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι η Σύμβαση απαιτεί από τα Συμβαλλόμενα Κράτη να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσουν την αποτελεσματική απόλαυση των δικαιωμάτων που εγγυάται το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.

Εάν τα δικαστικά έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων των κλητεύσεων στις ακροάσεις, δεν επιδοθούν αυτοπροσώπως, τότε ο διάδικος μπορεί να εμποδιστεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του στη διαδικασία.

Επομένως, όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, πρέπει να εξεταστεί αν οι εθνικές αρχές επέδειξαν επαρκή επιμέλεια στις προσπάθειές τους να εντοπίσουν τον προσφεύγοντα και να τον ενημερώσουν για την αστική δίκη. Στο πλαίσιο αυτό, όταν το δικαστήριο εξέτασε τη συνδρομή της αρμόδιας Διεύθυνσης Ασφαλείας για να προσδιορίσει την παρούσα διεύθυνση του μετά την πρώτη αποτυχημένη απόπειρα παραλαβής της Κλήσης προς τον προσφεύγοντα, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η Διεύθυνση Ασφαλείας απάντησε στο δικαστήριο της δίκης με δύο πιθανές διευθύνσεις, όπου μπορούσε να βρεθεί προσφεύγων. Μία διεύθυνση που δόθηκε στο πολιτικό δικαστήριο από τον ενάγοντα, όπου η παράδοση είχε ήδη επιχειρηθεί, αλλά απέτυχε  και μια άλλη διεύθυνση που δηλωνόταν  ως δική του διεύθυνση εργασίας από τον προσφεύγοντα όταν είχε καταχωρίσει το αυτοκίνητο, όπου μέχρι στιγμής δεν είχε επιχειρηθεί επίδοση από το δικαστήριο. Ενώ υπό τις συνθήκες αυτές αν και θα ήταν πιο ενδεδειγμένο και λογικό να προτιμηθεί η διεύθυνση εργασίας του προσφεύγοντα, το Πολιτικό Δικαστήριο επέλεξε να αποστείλει εκ νέου την κλήση στην παλιά διεύθυνση κατοικίας του, παρόλο που ήταν προφανώς μάταιο να το πράξει. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι προσπάθειες του δικαστηρίου για την εξεύρεση του προσφεύγοντος δεν ήταν σύμφωνες με τη Σύμβαση. Συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι τα εθνικά δικαστήρια κοινοποίησαν σύμφωνα με τις εσωτερικές διατάξεις δεν επαρκεί από μόνη της  για να απαλλάξει το κράτος από τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6 της σύμβασης.

Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσυπογράψει το επιχείρημα της Κυβέρνησης ότι το δικαστήριο εξέτασε την απαιτούμενη δέουσα επιμέλεια στις προσπάθειές του να εντοπίσει τον προσφεύγοντα

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει συναφώς ότι η βασική προϋπόθεση για την παραίτηση από το δικαίωμα είναι ότι ο ενδιαφερόμενος γνωρίζει την ύπαρξη του εν λόγω δικαιώματος και, ως εκ τούτου, γνωρίζει επίσης τη σχετική διαδικασία

Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, δηλαδή όταν ο προσφεύγων έλαβε γνώση της ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως εναντίον του, το Δικαστήριο  διαπιστώνει ότι ο προσφεύγων είχε τη δυνατότητα να ασκήσει έφεση  κατά της ερήμην εκδοθείσης αποφάσεως επί διαδικαστικών και ουσιαστικών και η έφεση  του εξετάστηκε επί της ουσίας. Εντούτοις, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το Εφετείο  δεν εξέτασε τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος ότι η επίμαχη διαδικασία είχε διεξαχθεί κατά την απουσία του. Το Εφετείο περιορίστηκε μόνο στην εξέταση των ουσιωδών επιχειρημάτων του προσφεύγοντα  και επιβεβαίωσε την απόφαση του δικαστηρίου, διότι ένα πολιτικό δικαστήριο μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα από ποινικό δικαστήριο βάσει των ίδιων πραγματικών περιστατικών. Το Δικαστήριο παρατηρεί επίσης ότι το Εφετείο αποφάσισε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης στο πλαίσιο της επανεξέτασης της έφεσης του.

Συναφώς, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, η αρμοδιότητα του Εφετείου επεκτάθηκε σε νομικά και πραγματικά περιστατικά Μολονότι οι εξουσίες του ελέγχου επί νομικών ζητημάτων ήταν απεριόριστες, το ίδιο δεν μπορεί να λεχθεί για τον έλεγχο των πραγματικών περιστατικών, δεδομένου ότι δεν είχε πλήρη δικαιοδοσία όσον αφορά τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, όπως η επανεξέταση των αποδεικτικών στοιχείων ή η ακρόαση μαρτύρων, το καθήκον αυτό επιφυλάσσεται αποκλειστικά για τα πρωτοβάθμια δικαστήρια. Από την άποψη αυτή, ο προσφεύγων  διαμαρτυρήθηκε ότι δεν θα ήταν σε θέση να διατυπώσει αντιρρήσεις σχετικά με τα πορίσματα της γνωμοδότησης που υποβλήθηκαν στο αστικό δικαστήριο, να παρασταθεί στις αστικές διαδικασίες και κυρίως να παρουσιάσει στο αστικό δικαστήριο το δεδικασμένο του ποινικού δικαστηρίου.

Το Εφετείο δεν εξέτασε την καταγγελία του προσφεύγοντα σχετικά με την ακούσια μη συμμετοχή του στη διαδικασία και περιορίστηκε στον έλεγχο του στη γενική αρχή ότι ένα αστικό δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τα συμπεράσματα των ποινικών δικαστηρίων. Επομένως, η συλλογιστική του Εφετείου συνεπάγεται ότι εξέτασε την υπόθεση μόνο για νομικά ζητήματα, μολονότι το κενό που επικαλείται ο προσφεύγων συνεπαγόταν τη μη συμμετοχή του στη διαδικασία και τη χαμένη ευκαιρία να προσκομιστούν αποδεικτικά στοιχεία και να προβληθούν επιχειρήματα στο δικαστήριο σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του προσφεύγοντα σχετικά με το διαδικαστικό ελάττωμα της διαδικασίας, δηλαδή ότι δεν ενημερώθηκε για τη διαδικασία, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η απόφαση του Εφετείου δεν περιέχει κανένα λόγο για την απόρριψη της αξίωσης. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσής του, το Εφετείο  έκρινε ότι το αστικό δικαστήριο είχε εκτιμήσει ορθά την υπόθεση με βάση την έκθεση εμπειρογνωμόνων που εκδόθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας. Για τον ίδιο λόγο, το Δικαστήριο θεωρεί ότι το γεγονός ότι το Εφετείο εξέτασε τον φάκελο του ποινικού δικαστηρίου κατά την άσκηση της έφεσης του δεν είχε καμία σημασία, διότι δεν μπορούσε να του επιτρέψει να αλλάξει την απόφαση  του αστικού δικαστηρίου βάσει γεγονότων. Το Εφετείο μη ακυρώνοντας την απόφαση του Πρωτοδικείου υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, δεν επέτρεψε την αποκατάσταση της μη συμμετοχής του προσφεύγοντος στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου, διότι ο προσφεύγων στερήθηκε την κατ’αντιμωλία δίκη.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του Άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ.

Δίκαιη ικανοποίηση: ο κ. Bacaksız δεν υπέβαλε αξίωση για δίκαιη ικανοποίηση (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες