Η μη εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, που επιδίκαζαν δεδουλευμένες αποδοχές, παραβίασε το δικαίωμα στην περιουσία και το δικαίωμα ακρόασης.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Kuzhelev και Λοιποί κατά Ρωσίας της 15.10.2019 (αριθ.προσφ. 64098/09, 64891/09, 65418/09, 67406/09, 67697/09, 66035/09 και 1504/10)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δικαστική απόφαση και αποδοχές εργαζομένων.

Οι προσφεύγοντες εργάζονταν σε κρατική εταιρεία ναυπήγησης πλοίων η οποία μεταβιβάστηκε δια απορροφήσεως  σε άλλη αντίστοιχη. Η μεταβίβαση ακυρώθηκε, η νεοσυσταθείσα εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση  και οι προσφεύγοντες – εργαζόμενοι, διεκδίκησαν δικαστικώς τις απλήρωτες αποδοχές τους, την αποζημίωση απόλυσης καθώς και την επαναπρόσληψη τους από την αρχική εταιρεία. Δικαιώθηκαν πανηγυρικά, ωστόσο οι δικαστικές αποφάσεις δεν εκτελέστηκαν ή εκτελέστηκαν με καθυστέρηση.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι μια καθυστέρηση διάρκειας μικρότερης του ενός έτους για την καταβολή απαίτησης από δικαστική απόφαση,  συνάδει κατ’ αρχήν με τη Σύμβαση, αντιθέτως οποιαδήποτε μεγαλύτερη καθυστέρηση είναι εκ πρώτης όψεως παράλογη. Κατά συνέπεια, το ΕΔΔΑ αποφάσισε ότι στην υπό κρίση περίπτωση , η συνολική καθυστέρηση του ενός έτους και δέκα μηνών είναι, ασυμβίβαστη με τις απαιτήσεις της σύμβασης, ιδίως λόγω της φύσης των απαιτήσεων – δεδουλευμένες αποδοχές των εργαζομένων ,  η δε αδυναμία των αρχών να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με τις οριστικές αποφάσεις ισοδυναμούσε με δυσανάλογη παρέμβαση στην ειρηνική απόλαυση των δικαιωμάτων των προσφευγόντων. Παραβίαση του άρθρου  6§1 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 6§1

Άρθρο 1 του 1ου Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες, Viktor Kuzhelev, Yelena Pavlova, Valeriy Smirnov, Galina Kudryashova, Vera Petrova, Natalya Lebedeva, και Valeriy Tomilin, είναι Ρώσοι υπήκοοι που γεννήθηκαν το 1946, 1953, 1940, 1954, 1947, 1957 και 1946 και ζουν αντίστοιχα στην Αγία Πετρούπολη.

Η υπόθεση αφορούσε τη μη εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων για δεδουλευμένες αποδοχές  και άλλων παροχών  που σχετίζονταν με την εργασία.

Οι προσφεύγοντες εργάζονταν σε εταιρεία ναυπήγησης και επισκευής πλοίων στην Αγία Πετρούπολη, η οποία ονομάζεται θαλάσσιο εργοστάσιο Kronstadt, μια κρατική μονάδα (“FGUP”) του Υπουργείου Άμυνας. Λόγω οικονομικών δυσχερειών, η εταιρεία τέθηκε υπό καθεστώς εξωτερικής διοίκησης τον Μάρτιο του 2005. Στη συνέχεια λήφθηκε απόφαση για τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας σε μια νέα εταιρεία με την επωνυμία  OAO Kronstadt Marine Plant Awarded the Order of Lenin (“the OAO”) στο πλαίσιο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων η οποία έλαβε χώρα τον Φεβρουάριο του 2007. Οι υπάλληλοι της FGUP μεταβιβάστηκαν επίσης στον OAO.

Τα δικαστήρια κήρυξαν μεταγενέστερα τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων και τη σύσταση της νέας εταιρείας άκυρες και τα περιουσιακά στοιχεία επέστρεψαν στην FGUP. Η εταιρεία ΟΑΟ με τη σειρά της απέλυσε τους προσφεύγοντες τον Αύγουστο του 2008.

Οι προσφεύγοντες κατέθεσαν αγωγή κατά των δύο εταιρειών για μη καταβολή  ή καθυστέρηση καταβολής αποδοχών και ζητούσαν να προσληφθούν εκ νέου από την FGUP. Ήταν εν όλω ή εν μέρει επιτυχείς και εκδόθηκαν αποφάσεις προς όφελός τους. Οι αποφάσεις εναντίον της OAO δεν εφαρμόστηκαν ποτέ, ενώ αυτές ενάντια της FGUP εκτελέστηκαν  με καθυστέρηση.

Βασιζόμενοι στο άρθρο 6 § 1 (δικαίωμα ακρόασης) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (προστασία της περιουσίας) της Σύμβασης, οι προσφεύγοντες διαμαρτυρήθηκαν για τη μη εκτέλεση των αποφάσεων υπέρ τους εναντίον της FGUP για τη μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών το 2008 και για αποζημίωση λόγω καθυστέρησης στην πληρωμή της αποζημίωσης απόλυσης.

Επικαλέστηκαν τις ίδιες διατάξεις για να διαμαρτυρηθούν για την έλλειψη εκτέλεσης των αποφάσεων κατά της ΟΑΟ για τις μη καταβαλλόμενες αποδοχές  για τον Ιούνιο έως τον Ιούλιο του 2008, με επακόλουθο την τιμαριθμική αναπροσαρμογή.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ….

Εταιρεία FGUP

Οι ενάγοντες παραπονέθηκαν για τη μη εκτέλεση των αποφάσεων κατά της FGUP. Αναφέρθηκαν στο άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

Το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλει ότι οι βασικές δραστηριότητες της επιχείρησης – ένα από τα κορυφαία ναυπηγεία στη Ρωσία που συντηρούσαν και επισκευάζουν τα στρατιωτικά πλοία και τα όπλα τους, καθώς και τα πλοία που κατασκευάζονταν για την Ρωσία,  εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και ότι η FGUP έχει στρατηγική σημασία για το ρωσικό ναυτικό. Λειτουργούσε σε μια έντονα ρυθμιζόμενη περιοχή κρατικής άμυνας και η θέση της, χάρη στις λειτουργίες της και στους στόχους και τα συγκεκριμένα καθήκοντά της, υπό τον αυστηρό έλεγχο των αρχών, δηλαδή του Υπουργείου Άμυνας. Κατά συνέπεια, τα περιουσιακά στοιχεία που διατέθηκαν στην επιχείρηση τυγχάνουν ειδικής μεταχείρισης σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο, όπως αποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, από τους κανόνες της FGUP.

Κατά την άποψη του Δικαστηρίου τα στοιχεία αυτά αρκούν για να διαπιστωθεί ότι ο δημόσιος έλεγχος ασκήθηκε πραγματικά από τις αρχές επί του αποθεματικού του οφειλέτη κατά τη στιγμή των γεγονότων, δηλαδή κατά τη διάρκεια της περιόδου μη εκτέλεσης.

Το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η FGUP δεν διέθετε επαρκή θεσμική και λειτουργική ανεξαρτησία από το κράτος κατά τη στιγμή των γεγονότων και απορρίπτει την αντίρρηση της κυβέρνησης. Ως εκ τούτου, το κράτος πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνο σύμφωνα με τη Σύμβαση για την εκδίκαση των οφειλών κατά την κρίση των προσφευγόντων.

Όσον αφορά την καταγγελία σχετικά με την καθυστερημένη εκτέλεση των εγχώριων παροχών που δόθηκαν κατά τη δεύτερη σειρά δικαστικών διαδικασιών κατά της FGUP όσον αφορά για την καθυστέρηση στην πληρωμή της αποζημίωσης απόλυσης  για τέσσερις από τις προσφεύγουσες, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι παροχές  κυμαίνονται από ό 3 έως 29 ευρώ και επιβλήθηκαν με μέγιστη καθυστέρηση ενός έτους και τεσσάρων μηνών. Λαμβάνοντας υπόψη τον δευτερεύοντα χαρακτήρα των παροχών  το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι προσφεύγοντες  δεν υπέστησαν   σημαντική  βλάβη εξαιτίας της παράλειψης των αρχών να επιβάλουν τις   παροχές σε εύθετο χρόνο. Το Δικαστήριο παρατηρεί επίσης ότι έχει ήδη ασχοληθεί επανειλημμένα με το θέμα της μη εκτέλεσης αποφάσεων κατά των ενοποιημένων επιχειρήσεων και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως ορίζεται στη Σύμβαση και στα Πρωτόκολλά της, δεν απαιτεί εξέταση της παρούσας καταγγελίας επί της ουσίας.

 Συμπέρασμα σχετικά με άλλες δικαστικές αποφάσεις κατά του FGUP

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι αποφάσεις που εκδόθηκαν προς όφελος των προσφευγόντων εκτελέστηκαν με καθυστέρηση ενός έτους και δέκα μηνών.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι μια καθυστέρηση διάρκειας μικρότερης του ενός έτους για την καταβολή απαίτησης από δικαστική απόφαση συνάδει κατ’ αρχήν με τη Σύμβαση, ενώ οποιαδήποτε μεγαλύτερη καθυστέρηση είναι εκ πρώτης όψεως παράλογη. Ενώ η πολύπλοκη διαδικασία αφερεγγυότητας που αφορά πολλούς πιστωτές μπορεί αντικειμενικά να δικαιολογήσει ορισμένες περιορισμένες καθυστερήσεις στην εκτέλεση, η συνολική καθυστέρηση είναι, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, ασυμβίβαστη με τις απαιτήσεις της σύμβασης, ιδίως λόγω της φύσης των απαιτήσεων – δεδουλευμένες αποδοχές  που προκύπτουν από τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας στον ΟΑΕ και πίσω στην FGUP. Με την αδυναμία τους να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με τις οριστικές αποφάσεις της παρούσας υπόθεσης, οι αρχές δεν εφάρμοσαν τις χρήσιμες διατάξεις του άρθρου 6 § 1 και εμπόδισαν επίσης τους προσφεύγοντες να λάβουν τα χρήματα στα οποία ήταν δικαιολογημένα σε εύθετο χρόνο, που ισοδυναμούσε με δυσανάλογη παρέμβαση στην ειρηνική τους απόλαυση.

Ως εκ τούτου, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης και του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, λόγω της μη εκτέλεσης των τελικών και δεσμευτικών αποφάσεων κατά της FGUP υπέρ των προσφευγόντων στις επτά περιπτώσεις.

Εταιρεία ΟΑΟ

Οι προσφεύγοντες  διαμαρτυρήθηκαν για τη μη εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων κατά της OAO όσον αφορά τους μισθούς από τον Ιούνιο έως τον Ιούλιο του 2008. Επικαλούνται το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης και το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 της Σύμβασης, .

Το Δικαστήριο επισημαίνει εξαρχής ότι η διαδικασία αφερεγγυότητας όσον αφορά την ΟΑΟ έληξε στις 29 Μαρτίου 2012 και ότι οι απαιτήσεις που δεν πληρώθηκαν κατά τη διαδικασία εκκαθάρισης θεωρήθηκαν διακανονισμένες. Επομένως, φαίνεται ότι, αντίθετα με τους αρχικούς ισχυρισμούς της κυβέρνησης, τα χρέη δεν μπορούσαν πλέον να ανακτηθούν από την ΟΑΟ.

Το Δικαστήριο σημειώνει επίσης το επιχείρημα της κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες  δεν ζήτησαν να συμπεριληφθούν οι απαιτήσεις τους στον κατάλογο των απαιτήσεων των πιστωτών. Ωστόσο, τόσο από την έρευνα των προσφευγόντων που υποβλήθηκε στο γραφείο του εισαγγελέα όσο και από την αντίστοιχη απάντηση του εισαγγελέα προκύπτει ότι οι απαιτήσεις τους παρελήφθησαν στη δεύτερη φάση εκκαθάρισης για να πληρωθούν. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.

Το Δικαστήριο επισημαίνει εξ αρχής ότι η ΟΑΟ συστάθηκε με ειδική διαδικασία επανεξέτασης (αντικατάσταση) του ενεργητικού του οφειλέτη με βάση την περιουσία του οφειλέτη. Παρόλο που η απόφαση εκκαθάρισης των περιουσιακών στοιχείων λήφθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας εξωτερικής διοίκησης, είναι σημαντικό το κράτος, ως ιδιοκτήτης της περιουσίας της ενωμένης επιχείρησης του οφειλέτη, να έχει το δικαίωμα να αποφασίσει την εκκαθάριση (αντικατάσταση) των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

Σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, η FGUP ως  οφειλέτης ήταν ο μοναδικός ιδρυτής της ανώνυμης εταιρείας και το σύνολο των μετοχών της OAO έπρεπε αρχικά να μεταβιβαστεί στην FGUP. Καμία από τις παρατηρήσεις των διαδίκων δεν δείχνει ότι τα μερίδια πωλήθηκαν στη συνέχεια στην ελεύθερη αγορά ή άλλως πριν από την απόφαση ακύρωσης της δημιουργίας της ΟΑΟ και, ως εκ τούτου, φαίνεται ότι δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία εκκαθάρισης περιουσιακών στοιχείων. Εξάλλου, τα μέρη δεν υπέβαλαν καμία πληροφορία σχετικά με την άσκηση ανεξάρτητης επιχειρηματικής δραστηριότητας από την OAO κατά τον κρίσιμο χρόνο. Πράγματι, ήδη τον Απρίλιο του 2008, δηλαδή αρκετούς μήνες πριν από την έκδοση των δικαστικών αποφάσεων προς όφελος των προσφευγουσών, το εγχώριο δικαστήριο σε τελευταία φάση είχε κηρύξει άκυρη την απόφαση δημιουργίας της OAO, σύμφωνα με τη δικαστική διαδικασία των κρατικών αρχών. Το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να διακρίνει από τα έγγραφα που υπέβαλαν τα μέρη ότι η OAO υποχρεώθηκε να επιστρέψει όλα τα περιουσιακά στοιχεία στην  FGUP και προχώρησε στη μεταφορά κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, αφού είχε «διακόψει τις παραγωγικές δραστηριότητες».

Εντούτοις, ενώ τα περιουσιακά στοιχεία επιστράφηκαν υπό τον οικονομικό έλεγχο της  FGUP – και, επομένως, από την κυριότητα του κράτους – χωρίς καθυστέρηση, το χρέος που συσσωρεύτηκε για τους μη καταβαλλόμενους μισθούς παρέμεινε στην ΟΑΕ που δημιουργήθηκε λόγω μη έγκυρης μεταβίβασης, ως αποτέλεσμα της παραγγελίας επιστροφής των περιουσιακών στοιχείων και αναμένοντας την αναπόφευκτη εκκαθάριση κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών.

Λαμβανομένων υπόψη των προαναφερθέντων στοιχείων που έχουν ληφθεί σωρευτικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι, τουλάχιστον κατά τις ημερομηνίες των δικαστικών αποφάσεων υπέρ των προσφευγόντων και κατά τη διάρκεια της επόμενης περιόδου μέχρι την εκκαθάριση της εταιρείας, τα περιουσιακά στοιχεία και οι δραστηριότητες της ΟΑΟ ήταν, στην πραγματικότητα, υπό τον απόλυτο έλεγχο και διαχείριση του κράτους. Ως εκ τούτου, η OAO δεν διέθετε επαρκή θεσμική και λειτουργική ανεξαρτησία από το κράτος για να απαλλάξει τον τελευταίο από την ευθύνη που υπέχει δυνάμει της σύμβασης για τις οφειλές του ΟΑΕ όσον αφορά τις καθυστερούμενες πληρωμές προς όφελος των προσφευγόντων. Συνεπώς, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, το Δημόσιο θεωρείται υπεύθυνο για τα χρέη της ΟΑΟ όσον αφορά τις καθυστερούμενες αποδοχές που καθορίζονται από τις δικαστικές αποφάσεις και αποφάσεις που παρατίθενται στο προσάρτημα ΙΙ.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι καταγγελίες των προσφευγόντων είναι συμβατές προσωπικά με τις διατάξεις της Σύμβασης και απορρίπτει την αντίρρηση της Κυβέρνησης σχετικά με το θέμα αυτό.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι υπήρξαν παραβιάσεις του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου σχετικά με τον κ. Kuzhelev, την κ. Kudryashova, την κ. Petrova, την κ. Lebedeva και τον κ. Tomilin. λαμβάνοντας υπόψη τη μη εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων και των αποφάσεων υπέρ των προσφευγόντων όσον αφορά τους μισθούς για τους μήνες Ιούνιο έως Ιούλιο 2008 κατά του ΟΑΚ, όπως αναφέρονται στη στήλη 3 του προσαρτήματος ΙΙ. Επιπλέον, διαπιστώνει ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου όσον αφορά την κυρία Petrova, την κ. Lebedeva και τον κ. Tomilin, λόγω της μη εκτέλεσης των παροχών  που συνδέονται με δείκτες κατά του OAO, οι οποίες απαριθμούνται στη στήλη 5 του προσαρτήματος ΙΙ.

Παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 – για όλες τις προσφυγές λόγω της καθυστερημένης εκτέλεσης των αποφάσεων κατά της FGUP για μη καταβαλλόμενες αποδοχές  κατά το 2008,

Παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου – για όλες τις προσφυγές λόγω καθυστερημένης εκτέλεσης των αποφάσεων κατά της FGUP για μη καταβολή αποδοχές το 2008,

Παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 – όσον αφορά τον κ. Kuzhelev, την κ. Lebedeva, την κ. Petrova, την κ. Pavlova, την κ. Kudryashova και τον Tomilin, λόγω μη εκτέλεσης δικαστικών διαταγών προς όφελος των προσφευγόντων όσον αφορά τις αποδοχές  από τον Ιούνιο έως τον Ιούλιο του 2008 κατά της ΟΑΟ.

Παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου – όσον αφορά τον κ. Kuzhelev, την κ. Lebedeva, την κ. Petrova, την κ. Pavlova, την κ. Kudryashova και τον Tomilin για  μη εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων υπέρ των προσφευγόντων για αποδοχές από  τον Ιούνιο έως Ιούλιο του 2008,

Παραβίαση του άρθρου 6 § 1 από την ΟΑΟ – όσον αφορά την κα Petrova, την κ. Lebedeva και τον κ. Tomilin, σχετικά με τη τιμαριθμική προσαρμογή  κατά της OAO

Παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου– όσον αφορά την κα Petrova, την κυρία Lebedeva και τον κ. Tomilin, σχετικά με τη τιμαριθμική προσαρμογή  κατά  της OAO .

Δίκαιη ικανοποίηση: Για λεπτομέρειες σχετικά με τα ποσά που χορηγήθηκαν στους προσφεύγοντες ως αποζημίωση, βλέπε τους πίνακες που επισυνάπτονται στην απόφαση. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η Ρωσία πρέπει να καταβάλει 2.000 ευρώ σε κάθε προσφεύγοντα για ηθική βλάβη και 21 ευρώ στον κ. Kuzhelev για έξοδα και δαπάνες. (επιμέλεια echrcaselaw.com).

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες