Η μη δυνατότητα αναστολής της απέλασης αλλοδαπού κατόπιν άσκησης ενδίκων μέσων παραβιάζει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

ΑΠΟΦΑΣΗ

D. κ.α. κατά Ρουμανίας 14.01.2020 (αριθ. 75953/16)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Απέλαση ιρακινού υπηκόου στο Ιράκ μετά από την καταδίκη του στη Ρουμανία για τη διευκόλυνση εισόδου στη χώρα ατόμων που ασχολούνται με τρομοκρατικές δραστηριότητες (μεταναστευτικό παράνομο εμπόριο).

Ο προσφεύγων D. παραπονέθηκε ότι η απέλασή του στο Ιράκ θα είχε ως συνέπεια τον κίνδυνο της ζωής του και  την εξευτελιστική του μεταχείριση στην χώρα αυτή.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου έκρινε ότι τα γενικά αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο D. συνοδεύονταν από πολύ λίγες πληροφορίες για τις προσωπικές του περιστάσεις και απέτυχε να αποδείξει στην πράξη ότι υπήρχε άμεση σχέση μεταξύ της καταδίκης του στη Ρουμανία και της πιθανότητας να υποβληθεί στο Ιράκ σε μεταχείριση  αντίθετη προς τα άρθρα 2 και 3 της Σύμβασης. Οι πράξεις για τις οποίες ο D. είχε καταδικαστεί  στη Ρουμανία δεν έλαβαν χώρα στο ιρακινό έδαφος και δεν είχαν άμεση σχέση με την τρομοκρατία.

Συνεπώς, δεν υπήρχαν σοβαροί ή αποδεδειγμένοι λόγοι που να οδηγού στο συμπέρασμα ότι αν επέστρεφε στο Ιράκ, ο D. θα υφίστατο πραγματικός κίνδυνος να υποβληθεί σε μεταχείριση κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 της ΕΣΔΑ.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι τα ένδικα μέσα που διέθετε ο προσφεύγων για να αμφισβητήσει την απόφαση απέλασης δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα, γεγονός που δεν συμβιβάζεται με τη νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά το άρθρο 13 και παραβιάζει την ΕΣΔΑ.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε ομόφωνα:

α) Ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής (άρθρο 13 της Σύμβασης, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 και 3).

β) Ότι δεν θα υπήρξε παραβίαση του άρθρου 2 (δικαίωμα στη ζωή) και του άρθρου 3 (απαγόρευση βασανιστηρίων και  απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εάν η απόφαση απέλασης του προσφεύγοντος στο Ιράκ εφαρμόζονταν·

γ) Ότι οι καταγγελίες βάσει των άρθρων 6 (δικαίωμα ακρόασης) και 8 (δικαίωμα σεβασμού  της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) της Σύμβασης ήταν προδήλως αβάσιμες.

Το Δικαστήριο αποφάσισε να συνεχίσει να υποδεικνύει στην κυβέρνηση (άρθρο 39 του Κανονισμού του Δικαστηρίου) να μην απελάσει τον D. στο Ιράκ έως ότου η απόφαση καταστεί οριστική ή το Δικαστήριο εκδώσει άλλη απόφαση αναφορικά με το θέμα.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 2

Άρθρο 3

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες είναι ο D. Ιρακινός υπήκοος που γεννήθηκε το 1975, και η πρώην σύζυγός του και τα τρία του παιδιά, Ρουμάνοι υπήκοοι. Ζουν στο Βουκουρέστι.

Ο D. έφτασε στη Ρουμανία το 1994 και διέμενε νομίμως εκεί μέχρι το 1997. Την ίδια χρονιά απέκτησε το καθεστώς του πρόσφυγα στη Γερμανία και επέστρεψε στη Ρουμανία, όπου παντρεύτηκε. Το ζευγάρι, το οποίο έχει τώρα τρία παιδιά, χώρισε το 2009. Η επιμέλεια των παιδιών χορηγήθηκε στη μητέρα.

Έως το 2003 ο D. κατοικούσε νόμιμα στη Ρουμανία, στη συνέχεια παράνομα μετά την ημερομηνία αυτή. Το 2006 το γραφείο του Eισαγγελέα δήλωσε ότι η παρουσία του στο ρουμανικό έδαφος ήταν ανεπιθύμητη για μια περίοδο 15 ετών για τον λόγο ότι αποτελούσε σοβαρή απειλή για την εθνική ασφάλεια. Την ίδια χρονιά ο D. στάλθηκε στη Συρία, αλλά επέστρεψε στη Ρουμανία παράνομα το 2007, με ψεύτικη ταυτότητα.

Το 2007 χορηγήθηκε στον D. «ανεκτό καθεστώς» στο ρουμανικό έδαφος. Την ίδια χρονιά το γραφείο του Εισαγγελέα κίνησε ποινική έρευνα εναντίον του με την κατηγορία της παράνομης διακίνησης λαθρομεταναστών, της ιδιότητας του μέλους εγκληματικής οργάνωσης και της πλαστογραφίας. Τρεις ποινικές υποθέσεις καταρτίστηκαν εναντίον του. Ο D.  καταδικάστηκε για τις δύο πρώτες κατηγορίες . Σε αυτή την προσφυγή, οι  καταγγελίες αφορούσαν την τρίτη ποινική υπόθεση, στην οποία κατηγορήθηκε ότι διευκόλυνε την είσοδο στο ρουμανικό έδαφος πέντε ιρακινών υπηκόων που συνδέονται με τρομοκρατικές δραστηριότητες.

Το 2014, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο καταδίκασε τον D σε επταετή κάθειρξη μαζί με πενταετή απαγόρευση παραμονής στη χώρα. Κατά την έφεση, η ποινή του μειώθηκε σε φυλάκιση τριών ετών και έξι μηνών και το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση για τον αποκλεισμό του από τη Ρουμανία για πέντε έτη.

Το 2017, αφού εξέτισε   την ποινή του,  ο D. αφέθηκε ελεύθερος και τέθηκε υπό διοικητική κράτηση με σκοπό την απέλασή του από τη Ρουμανία. Ο προσφεύγων αμφισβήτησε την απέλαση του, ισχυριζόμενος ότι θα βρίσκονταν αντιμέτωπος με τη θανατική ποινή, βασανιστήρια ή  κακομεταχείριση. Διευκρίνισε ότι η απέλαση του θα έχει επίσης μη αναστρέψιμες συνέπειες για την ιδιωτική και οικογενειακή του ζωή. Υπέβαλε επίσης αίτημα για άσυλο. Όλες οι προσφυγές του απορρίφθηκαν.

Εν τω μεταξύ, ο D. επικοινώνησε με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ζητώντας την εφαρμογή προσωρινού μέτρου (άρθρο 39 του Κανονισμού του Δικαστηρίου). Τον Οκτώβριο του 2017 το Δικαστήριο αποφάσισε να ζητήσει από την κυβέρνηση της Ρουμανίας να αναστείλει την απέλασή του μέχρι περαιτέρω ειδοποίηση.

Το 2019 του χορηγήθηκε το «καθεστώς ανοχής» μέχρι τις 11 Μαΐου 2019. Ζει με την πρώην σύζυγό του.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Τα άρθρα 2 (δικαίωμα στη ζωή) και 3 (απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης)

Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι η καταδίκη του στη Ρουμανία για πράξεις που συνδέονται με την τρομοκρατία θα τον εξέθετε σε κακομεταχείριση,  βασανιστήρια ή  θανατική ποινή εάν επέστρεφε στο Ιράκ. Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας του, αυτός αναφέρθηκε στη γενική κατάσταση στο Ιράκ.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι τα γενικά αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο D. συνοδεύονταν από πολύ λίγες πληροφορίες σχετικά με τις προσωπικές του περιστάσεις και απέτυχε να αποδείξει σε πρακτικούς όρους ότι υπήρχε άμεση συσχέτιση μεταξύ της καταδίκης του στη Ρουμανία και της πιθανότητας να υποβληθεί σε μεταχείριση κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 της Σύμβασης στο Ιράκ. Πράγματι, αν και αυτά τα στοιχεία επέστησαν την προσοχή στις ελλείψεις στο ιρακινό σύστημα για την καταστολή της τρομοκρατίας, ανέφερε ότι οι εν λόγω ελλείψεις παρατηρήθηκαν στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας που διεξήχθη εναντίον προσώπων που είναι ύποπτα για τρομοκρατικές ενέργειες που διεξάγονται σε ιρακινό έδαφος. Ωστόσο, οι δράσεις για τις οποίες ο D. είχε καταδικαστεί στη Ρουμανία δεν είχαν λάβει χώρα στο ιρακινό έδαφος και δεν είχε άμεση σύνδεση με τρομοκρατία, καθώς ο προσφεύγων είχε καταδικαστεί για διευκόλυνση εισόδου ατόμων στο ρουμανικό έδαφος που εμπλέκεται σε τρομοκρατικές δραστηριότητες). Επιπλέον, ο D. δεν είχε ποτέ κατηγορηθεί, στη Ρουμανία ή στο Ιράκ, για προσωπική συμμετοχή για πράξεις τρομοκρατίας. Για αυτούς τους  λόγους, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο D. ήταν εκτεθειμένος σε μια πραγματική απειλή να εκδικαστεί εκ νέου στο Ιράκ ή να καταδικαστεί εκ νέου.

Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι το Ιράκ εφάρμοσε την αρχή non bis in idem, βάση της οποίας ήταν αδύνατον να ξεκινήσει νέα δίκη για τα ίδια αδικήματα. Επιπλέον, ο D. δεν είχε υποβάλλει αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η αρχή αυτή δεν τηρήθηκε στην πράξη από τις Ιρακινές αρχές. Τέλος, ο προσφεύγων είχε κανονικές σχέσεις με τις αρχές της χώρας του, δεδομένου ότι του είχαν παράσχει κατόπιν αιτήσεώς του, έγγραφο στο οποίο αναφερόταν ότι δεν διερευνούσαν σχετικά με το πρόσωπό του ή ότι βρίσκονταν υπό  ποινική δίωξη στο Ιράκ και ότι δεν συνδέονταν με στρατιωτικές ή τρομοκρατικές ομάδες. Οι ίδιες οι ιρακινές αρχές  του είχαν επίσης εκδώσει τουλάχιστον δύο έγγραφα ασφαλής διέλευσης στο Ιράκ.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο έκρινε ότι, θεωρώντας ότι ο προσφεύγων δεν απέδειξε ότι ευρίσκοντο σε  πραγματικό κίνδυνο λόγω της προσωπικής του κατάστασης αν επέστρεφε στο Ιράκ, τα εθνικά δικαστήρια δεν του επέβαλαν υπερβολικό αποδεικτικό βάρος. Επιπλέον, η ανάλυση που πραγματοποιήθηκε από τα εθνικά δικαστήρια ήταν αιτιολογημένη και απαλλαγμένη από αυθαιρεσία.

Ακολούθησε ότι δεν υπήρχαν σοβαροί ή αποδεδειγμένοι λόγοι να πιστεύεται ότι εάν επέστρεφε στο Ιράκ, ο προσφεύγων θα υφίστατο πραγματικό κίνδυνο να υποβληθεί σε μεταχείριση  κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 της Σύμβασης. Συνεπώς, δεν θα υπήρχε παραβίαση των άρθρων 2 και 3, εάν η απόφαση απέλασης εφαρμόζονταν.

Άρθρο 13 (δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής)

Το Δικαστήριο επισήμανε  ότι ο D. ήταν σε θέση να αμφισβητήσει την εκτέλεση της πρόσθετης ποινής που επιβλήθηκε (πενταετής απαγόρευση εισόδου στο εθνικό έδαφος) και ότι υπέβαλε επίσης αίτηση ασύλου.

Εντούτοις, τα ένδικα μέσα αυτά δεν είχαν ανασταλτικό αποτέλεσμα δυνάμει του ρουμανικού δικαίου, στο μέτρο που αφορούσε την υπόθεσή του, γεγονός το οποίο ήταν ασυμβίβαστο με τη νομολογία του Δικαστηρίου. Συνεπώς σημείωσε ότι  υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 και 3 της Σύμβασης.

Λοιπά άρθρα

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι καταγγελίες βάσει των άρθρων 6 και 8 της Σύμβασης ήταν προφανώς  αβάσιμες, για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω.

Σύμφωνα με το άρθρο 6 (δικαίωμα δίκαιης δίκης), το Δικαστήριο διαπίστωσε ειδικότερα ότι η διαδικασία είχε διαρκέσει τέσσερα έτη, ένα μήνα και τέσσερις ημέρες για δύο επίπεδα δικαιοδοσίας, για μια υπόθεση που απαρτίζονταν από διασυνοριακά στοιχεία και αλλοδαπούς μάρτυρες, οι οποίοι έπρεπε να ταυτοποιηθούν και να εντοπιστούν από τις εθνικές αρχές. Επομένως, οι αρχές αυτές τήρησαν τις απαιτήσεις μιας δίκαιης δίκης με τη δέουσα επιμέλεια.

Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι υπήρξαν σοβαροί λόγοι για την αδυναμία ενός μάρτυρα να εμφανιστεί και ότι τα μυστικά αποδεικτικά στοιχεία δεν είχαν χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσουν την καταδίκη του D.

Σύμφωνα με το άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής), το Δικαστήριο έκρινε ότι η εφαρμογή της απόφασης απέλασης του D. στο Ιράκ δεν φαίνεται να προκαλεί παραβίαση του δικαιώματος των πέντε προσφευγόντων αναφορικά με το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής τους ζωής. Στη συλλογιστική του, το Δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στο διαζύγιο του ζευγαριού, το οποίο έδειξε μια αλλαγή στην οικογενειακή ζωή των προσφευγόντων , τη σοβαρότητα του αδικήματος  και άλλα αδικήματα για τα οποία ο προσφεύγων είχε καταδικαστεί  και η διάρκεια του μέτρου απαγόρευσης εισόδου σε εθνικό έδαφος, το οποίο περιορίστηκε σε πέντε έτη.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα συμπεράσματα του βάσει του άρθρου 13 της σύμβασης, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 και 3 αποτελούσαν επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για οποιαδήποτε ηθική βλάβη που υπέστη ο D.

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες