Η καταδίκη γιαγιάς για δημοσιοποίηση ήδη γνωστών δημοσίως προσωπικών δεδομένων της ορφανής εγγονής της, παραβίασε την ελευθερία της έκφρασης

ΑΠΟΦΑΣΗ

N.Š. κατά Κροατίας της 10.09.2020 (αρ. προσφ. 36908/13)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ελευθερία της έκφρασης, προσωπικά δεδομένα, βέλτιστο συμφέρον παιδιού και δίκαιη ισορροπία μεταξύ ανταγωνιστικών συμφερόντων ατόμου και κοινότητας.

Η προσφεύγουσα διεκδίκησε δικαστικά την επιμέλεια της ορφανής εγγονής της,  όταν η κόρη και ο γαμπρός της απεβίωσαν σε τροχαίο ατύχημα. Κατήγγειλε δημοσίως σε τηλεοπτική εκπομπή,  πλημμέλειες στη διαδικασία ανάθεσης της επιμέλειας στον αδερφό του γαμπρού της, αναφέροντας δημόσια τα στοιχεία της εγγονής της. Κατόπιν υποβληθείσας μήνυσης για παραβίαση προσωπικών δεδομένων  καταδικάστηκε.

Το Στρασβούργο επανέλαβε ότι σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά, άμεσα ή έμμεσα, τα συμφέροντά τους είναι πρωταρχικής σημασίας.

Το ΕΔΔΑ δέχεται ως κανόνα  ότι τα προσωπικά δεδομένα που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν ή έμμεσα να επιτρέψουν την αποκάλυψη της ταυτότητας του παιδιού θα πρέπει να διατηρούνται απρόσιτα στο ευρύ κοινό. Παρά ταύτα στην υπό κρίση υπόθεση διαπίστωσε ότι τα εγχώρια δικαστήρια δεν έλαβαν υπόψη τους το γεγονός ότι η συμμετοχή της προσφεύγουσας στην επίμαχη τηλεοπτική εκπομπή δεν αποσκοπούσε στη δημοσιοποίηση στοιχείων – που ήταν ήδη γνωστά στο ευρύ κοινό – αλλά στη προστασία της εγγονής της, θέτοντας ζητήματα σχετικά με τη δυσλειτουργία των υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας.

Το ΕΔΔΑ κατέληξε ότι τα εθνικά δικαστήρια απέτυχαν να εξετάσουν όλες τις πτυχές της υπόθεσης και έκρινε ότι υπήρχε παραβίαση του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης (άρθρο 10 της Σύμβασης) και επιδίκασε ποσό 7.500 ευρώ για ηθική βλάβη και 4.170 ευρώ για έξοδα.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 10

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα κα N.Š. είναι υπήκοος της Κροατίας γεννηθείσα το 1954.

Η υπόθεση αφορούσε την ποινική καταδίκη της προσφεύγουσας για παραβίαση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων σε αστική διαδικασία επιμέλειας αναφορικά με την εγγονή της.

Η κόρη και ο γαμπρός της προσφεύγουσας απεβίωσαν σε τροχαίο ατύχημα το 2007. Το παιδί του ζευγαριού, ηλικίας τότε 5 μηνών, επέζησε. Προέκυψε ένδικη  διαφορά μεταξύ των δύο οικογενειών σχετικά με  τη φροντίδα και την επιμέλεια του μωρού. Η επιμέλεια του παιδιού χορηγήθηκε στο θείο από τη μεριά του πατέρα,  απόφαση που αμφισβητήθηκε από την οικογένεια της προσφεύγουσας (γιαγιάς της ανήλικης από πλευράς της μητέρας της) .

Η οικογενειακή διαμάχη προσέλκυσε ευρεία κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης και το 2010 η προσφεύγουσα έδωσε  τηλεοπτική συνέντευξη όπου συζήτησε εικαζόμενες ελλείψεις στη διαδικασία της επιμέλειας. Μετά από μήνυση  που υπέβαλε ο θείος του παιδιού, ο αρμόδιος εισαγγελέας άσκησε ποινική δίωξη εναντίον της προσφεύγουσας  το 2011 για αποκάλυψη της ταυτότητας της εγγονής της στην τηλεόραση. Το Πρωτοβάθμιο  Δικαστήριο την έκρινε ένοχη το 2012 ότι παραβίασε το απόρρητο των διαδικασιών σύμφωνα με το άρθρο 305 § 1 του Ποινικού κώδικα. Αυτή η απόφαση  επικυρώθηκε από το Εφετείο  και από το Συνταγματικό Δικαστήριο το 2013.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι οι πληροφορίες που είχε αποκαλύψει ήταν ήδη στη διάθεση του κοινού, ζητώντας  από τα δικαστήρια να εξετάσουν τους δημοσιογράφους που είχαν προετοιμάσει την εκπομπή και να λάβουν  υπόψη το πλαίσιο και το ιστορικό της υπόθεσης. Όλα τα αιτήματά της απορρίφθηκαν.

Στηριζόμενη στο άρθρο 10 (ελευθερία έκφρασης), η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι η καταδίκη της είχε ως στόχο  να αναγκαστεί  να αποσιωπήσει την κριτική που ασκούσε σχετικά με τον χειρισμό των διαδικασιών επιμέλειας της εγγονής της.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Στην παρούσα υπόθεση, η καταδίκη της προσφεύγουσας βασίστηκε στο άρθρο 305 § 1 του Ποινικού Κώδικα του 1997. Η διάταξη αυτή – σε αντίθεση με την ισχύουσα – δεν απαγόρευε συγκεκριμένα την αποκάλυψη πληροφοριών σε διαδικασίες που αφορούν την προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων ενός παιδιού.

Σε περιπτώσεις που απαιτούν την εξισορρόπηση του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής έναντι του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης, το Δικαστήριο έκρινε ότι το αποτέλεσμα της προσφυγής δεν έπρεπε, κατ’ αρχήν, να διαφέρει ανάλογα με το αν έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο βάσει του άρθρου  8 ή του άρθρου  10 της ΕΣΔΑ. Ωστόσο, όπως επιβεβαίωσε το Δικαστήριο σε πολλές περιπτώσεις, όπου εμπλέκονται παιδιά, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντά τους. Σε σχέση με αυτό το συγκεκριμένο σημείο, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι υπάρχει ευρεία συναίνεση – συμπεριλαμβανομένου του διεθνούς δικαίου – για την υποστήριξη της αρχής ότι σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά, άμεσα ή έμμεσα, τα συμφέροντά τους είναι πρωταρχικής σημασίας.

(i) Εφαρμογή των ανωτέρω αρχών στην παρούσα υπόθεση

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι στην παρούσα υπόθεση προέκυψε νομική διαφορά μεταξύ της οικογένειας της προσφεύγουσας  και των  μελών της οικογένειας  από την πατρική γραμμή της NG σχετικά με την επιμέλεια και τη φροντίδα του βρέφους, οι γονείς του οποίου έχασαν τη ζωή τους σε ένα τραγικό δυστύχημα.  Η υπόθεση τράβηξε την προσοχή των μέσων ενημέρωσης, θέτοντας την ιδιωτικότητα του παιδιού σε σοβαρό κίνδυνο. Συνεπώς, στην παρούσα υπόθεση, το δικαίωμα της προσφεύγουσας να ενημερώσει το κοινό σχετικά με εικαζόμενες ελλείψεις στον τρόπο με τον οποίο οι εγχώριες αρχές χειρίστηκαν την υπόθεση σχετικά με την επιμέλεια της εγγονής της ήρθε ενάντια στο δικαίωμα του βρέφους για προστασία της  προσωπικής του ζωής και το  απόρρητό της, συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητάς του παιδιού και ενάντια στην απαγόρευση δημοσιοποίησης χωρίς  την έγκριση,  πληροφοριών που αποκαλύπτονται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επιμέλειας που διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών. Το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να αποφανθεί επί των θεμάτων που αφορούσαν την αποκάλυψη εμπιστευτικών πληροφοριών, έστω και σε περιστάσεις διαφορετικές από αυτές της παρούσας υπόθεσης.

Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, παρόμοια λογική ισχύει και σε υποθέσεις που αφορούν – όπως η παρούσα – αποκάλυψη της ταυτότητας και των προσωπικών δεδομένων του παιδιού στον τύπο ή στην τηλεόραση σε σχέση με τη διαδικασία επιμέλειας. Εάν οι διαδικασίες διεξάγονται κεκλεισμένων των θυρών,  υπάρχει λογική προσδοκία ότι οι πληροφορίες που αποκαλύπτονται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας  θα παραμείνουν απόρρητες. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι τα παιδιά, ιδίως τα βρέφη, έχουν ελάχιστο ή καθόλου πρακτικό έλεγχο στη χρήση των προσωπικών τους δεδομένων, η οποία περιλαμβάνει την αδυναμία συγκατάθεσης ή κατανόησης των ζητημάτων για τα οποία θα απαιτείται η συγκατάθεσή τους, όπως στη περίπτωση ενηλίκων.

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι τα σχόλια σχετικά με τη λειτουργία ενός συστήματος που εξυπηρετεί τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τα δικαιώματα επιμέλειας  των παιδιών, στο βαθμό που αφορούν ζητήματα δημοσίου συμφέροντος, θα πρέπει να απολαμβάνουν υψηλό επίπεδο προστασίας της ελευθερίας της έκφρασης.

Ωστόσο, στην παρούσα περίπτωση, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο της αναγκαιότητας προστασίας της ιδιωτικής ζωής του παιδιού, παρόλο που είναι μόνο βρέφος, συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητάς του και των αξιών με τις οποίες σχετίζεται η ιδιωτική ζωή, όπως η ευημερία και η αξιοπρέπεια, ανάπτυξη προσωπικότητας, ψυχολογική ακεραιότητα και σχέσεις με άλλα ανθρώπινα όντα, ιδίως μεταξύ των μελών της οικογένειας, λαμβάνοντας υπόψη το καλύτερο συμφέρον του παιδιού ως πρωταρχικό μέλημα.

Επιπλέον, παρά το συγκεκριμένο αίτημα της προσφεύγουσας σχετικά με τα παραπάνω, το δικαστήριο αρνήθηκε να εξετάσει θέματα που σχετίζονται με το γεγονός ότι οι κύριες πληροφορίες που αποκαλύφθηκαν στην τηλεοπτική εκπομπή ήταν ήδη γνωστές στο κοινό και ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι ίδιες οι εγχώριες αρχές είχαν ενημερώσει τα μέσα ενημέρωσης σχετικά με ορισμένες πτυχές της οικογενειακής διαφοράς και τις σχετικές διαδικασίες.

Κατά συνέπεια, η επίμαχη τηλεοπτική έκθεση στην οποία συμμετείχε η προσφεύγουσα  ουσιαστικά δεν παρείχε πληροφορίες που δεν ήταν ήδη γνωστές στο κοινό. Συγκεκριμένα, το όνομα του παιδιού και τα ονόματα άλλων εμπλεκομένων ήταν ήδη πολύ γνωστά από προηγούμενες αναφορές των μέσων ενημέρωσης, καθώς και λεπτομέρειες σχετικά με την πορεία και το στάδιο της διαδικασίας σχετικά με την υπόθεση της N.G. Σε αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι μια φερόμενη παραβίαση της ιδιωτικής ζωής της N.G. δεν μπορεί, από μόνη της, να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι οι πληροφορίες σχετικά με την N.G. και τη  διαδικασία επιμέλειας είχαν καταστεί γνωστές στο ευρύ κοινό, χωρίς να εξετάσει τον τρόπο που είχαν δημοσιοποιηθεί οι πληροφορίες.

Σε αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο σημείωσε ότι, σύμφωνα με το διεθνή νομοθεσία, οι πληροφορίες για τα προσωπικά δεδομένα που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν ή έμμεσα να επιτρέψουν την αποκάλυψη της ταυτότητας του παιδιού θα πρέπει να διατηρούνται απρόσιτες στο ευρύ κοινό και στον Τύπο, αν και ενδέχεται να υπάρχουν και περιπτώσεις όπου το παιδί μπορεί να επωφεληθεί από την αποκάλυψη της ταυτότητας του ή όπου η αυστηρή τήρηση των κανόνων εμπιστευτικότητας ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο το παιδί.

Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι τα εγχώρια δικαστήρια δεν έλαβαν υπόψη το γεγονός ότι η συμμετοχή της προσφεύγουσας στην επίμαχη τηλεοπτική εκπομπή δεν αποσκοπούσε στην ικανοποίηση της περιέργειας ενός συγκεκριμένου κοινού σχετικά με τις λεπτομέρειες της ιδιωτικής ζωής ενός ατόμου. Πράγματι, όπως διαπίστωσε το ίδιο το Εφετείο, η προσφεύγουσα ενήργησε με καλή πίστη για να προστατεύσει τα συμφέροντα της N.G. θέτοντας ζητήματα σχετικά με τη δυσλειτουργία των υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας.

Η συλλογιστική των εγχώριων δικαστηρίων δείχνει ότι οι παραπάνω εκτιμήσεις δεν ελήφθησαν υπόψη, κυρίως λόγω μιας καθαρά τυπικής προσέγγισης στην έννοια του απορρήτου των διαδικασιών που προστατεύονται σύμφωνα με το άρθρο 305 § 1 του Ποινικού Κώδικα. Έτσι, για το εθνικό δικαστήριο, αυτή ήταν μια απλή υπόθεση, καθώς, κατά την άποψή του, ήταν σαφές ότι η προσφεύγουσα είχε αποκαλύψει εμπιστευτικές πληροφορίες από τη διαδικασία επιμέλειας και διέπραξε έτσι ποινικό αδίκημα. Όπως ήδη αναφέρθηκε, αυτό έγινε αποδεκτό και εγκρίθηκε από το Εφετείο και το Συνταγματικό Δικαστήριο.

Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, μια τέτοια φορμαλιστική προσέγγιση των εθνικών δικαστηρίων, σε αντίθεση με τις απαιτήσεις της νομολογίας του Δικαστηρίου, τους οδήγησε να μην προβούν σε κατάλληλη επανεξέταση ως προς το εάν υπήρχε πράγματι  παρέμβαση στα δικαιώματα που προστατεύονται από το άρθρο 10 της Σύμβασης. Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην αποτυχία των εθνικών δικαστηρίων να εξετάσουν όλες τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης υπό το φως των αρχών που ορίζονται στη νομολογία του Δικαστηρίου.

Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης (άρθρο 10 της Σύμβασης).

Δίκαιη ικανοποίηση: Το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσό 7.500 ευρώ ως ηθική βλάβη και 4.170 ευρώ για έξοδα και δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες