Η καταδίκη δημοσιογράφου και διευθυντή περιοδικού για δημοσίευση άρθρου για δολοφονία δημοσιογράφου παραβίασε το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης

ΑΠΟΦΑΣΗ

Magosso και Brindani κατά Ιταλίας της 16.01.2020 (αρ. προσφ. 59347/11)

 βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Καταδίκη για δυσφημιστικό άρθρο και ελευθερία της έκφρασης.

Η υπόθεση αφορούσε την καταδίκη για δυσφήμιση ενός δημοσιογράφου και ενός διευθυντή εκδοτικού οίκου, μετά τη δημοσίευση ενός άρθρου σχετικά με τη δολοφονία του δημοσιογράφου Walter Tobagi το 1980 από τρομοκρατική ομάδα, η οποία σχετίζονταν με τις Κόκκινες Ταξιαρχίες.

Το άρθρο περιλάμβανε ισχυρισμούς ενός πρώην αξιωματικού της αντιτρομοκρατικής, ότι λίγους μήνες πριν από τη δολοφονία του δημοσιογράφου, είχε ενημερωθεί από πληροφοριοδότη σχετικά με πιθανή προγραμματισμένη επίθεση εναντίον του.

Όσον αφορά την αναφορά ειδήσεων βάσει συνεντεύξεων, το Δικαστήριο επανέλαβε την προηγούμενη διαπίστωση του ότι: έπρεπε να γίνεται διάκριση μεταξύ των δηλώσεων του δημοσιογράφου και των δηλώσεων τρίτων (οι οποίες αναφέρονται σε ένα άρθρο ή μια έκθεση). Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν προβεί σε διάκριση μεταξύ των δηλώσεων του πρώτου προσφεύγοντος και των δηλώσεων του αξιωματικού, ο οποίος ισχυρίστηκε τα περιλαμβανόμενα στο άρθρο.

Επιπλέον, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι προσφεύγοντες προσκόμισαν πολύ μεγάλο αριθμό εγγράφων και ουσιώδη πραγματικά αποδεικτικά στοιχεία που επιτρέπουν την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που παρουσιάζονται στο άρθρο αυτό ως  αξιόπιστα και ως έχοντα πραγματική βάση. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι προσβαλλόμενες δηλώσεις αφορούσαν γεγονότα που χρονολογούνται από τα τέλη του 1979 και ότι το άρθρο δημοσιεύθηκε 25 χρόνια αργότερα, το 2004.

Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα εθνικά δικαστήρια, κρίνοντας ότι οι παρατηρήσεις του αξιωματικού ήταν αναληθείς και αντίθετοι με την «αλήθεια που καθορίστηκε από τα δικαστήρια αμετακλήτως», δεν είχαν δώσει σχετικούς και επαρκείς λόγους για τη μη λήψη υπόψιν των πληροφοριών που παρουσιάστηκαν από τους προσφεύγοντες.

Παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης (άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων).

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 10

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες, Renzo Magosso και Umberto Brindani, είναι δύο Ιταλοί υπήκοοι, γεννημένοι το 1947 και το 1958 αντίστοιχα και ζουν στο Μιλάνο. Ο πρώτος προσφεύγων  ήταν δημοσιογράφος για το εβδομαδιαίο περιοδικό Gente, ενώ ο δεύτερος ήταν ο διευθυντής του εκδοτικού οίκου.

Στις 28 Μαΐου 1980 ο δημοσιογράφος Walter Tobagi σκοτώθηκε από μια ομάδα εξτρεμιστών αριστερών γνωστών ως η «Ταξιαρχία της 28 Μαρτίου». Ο ηγέτης της ομάδας συνελήφθη στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1980. Αποφάσισε να συνεργαστεί με την έρευνα και να εξομολογηθεί. Τον Ιούνιο του 1983 ο Bettino Craxi τότε πρωθυπουργός, δήλωσε δημοσίως ότι λίγους μήνες πριν από το θάνατο του Tobagi οι αστυνομικοί είχαν λάβει πληροφορίες σχετικά με προγραμματισμένη τρομοκρατική επιχείρηση, η οποία στόχευε τον δημοσιογράφο.

Στις 17 Ιουνίου 2004 ο κ. Magosso έγραψε ένα άρθρο με τίτλο «Ο Tobagi θα μπορούσε να είχε σωθεί», στο οποίο ο ίδιος αναφέρθηκε στις δηλώσεις του D.C., πρώην αξιωματικού του αστυνομικού αντιτρομοκρατικού τμήματος του Μιλάνου, ο οποίος είπε ότι λίγους μήνες πριν από τη δολοφονία είχε λάβει πληροφορίες από έναν πληροφοριοδότη σχετικά με πιθανή προγραμματισμένη επίθεση εναντίον του Tobagi. Ο κ. Magosso ανέφερε επίσης έναν άλλον  πρώην αξιωματικός, τον Ν.Β., λέγοντας ότι είχε αποκλειστεί από τις ερευνητικές δραστηριότητες  των αστυνομικών του Μιλάνου.

Μετά από καταγγελία που κατέθεσαν ορισμένα άτομα που κατονομάζονται στο άρθρο, ο κ. Magosso και ο κ. Brindani, κλήθηκαν να παραστούν  ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου της  Monza για δίκη για δυσφήμιση μέσω του Τύπου. Ο πρώην αξιωματικός D.C. διώχθηκε σε ξεχωριστή διαδικασία και καταδικάστηκε σε πρωτοβάθμιο βαθμό. Στις 20 Σεπτεμβρίου 2007, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι προσφεύγοντες ήταν ένοχοι δυσφήμησης και τους καταδίκασε στην καταβολή προστίμων ύψους 1.000 ευρώ  και 300 ευρώ αντίστοιχα. Το δικαστήριο διέταξε οι προσφεύγοντες να καταβάλλουν από κοινού τα έξοδα για τις διαδικασίες και διατάσσει τη δημοσίευση αποσπάσματος από την απόφαση στο περιοδικό Gente και στην ημερήσια εφημερίδα Corriere della Sera. Οι προσφεύγοντες καταδικάστηκαν επίσης να καταβάλουν 120.000 ευρώ και 90.000 ευρώ για ηθική βλάβη που προκάλεσαν στα δύο αναφερόμενα άτομα στο άρθρο και 20.000 ευρώ για την κάλυψη των διαδικαστικών εξόδων τους. Οι προσφεύγοντες άσκησαν έφεση και ζήτησαν να εκδικαστεί η δίκη τους με εκείνη κατά του D.C.

Το Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις των προσφευγόντων και του D.C. και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση. Οι προσφεύγοντες άσκησαν αναίρεση. Το Ακυρωτικό Δικαστήριο απέρριψε την αναίρεση, επικύρωσε την απόφαση η οποία διατάσσει τους προσφεύγοντες να καταβάλουν το ποσό ύψους 120.000 ευρώ και τους διέταξε, από κοινού με τον  D.C., να καταβάλουν 7.000 ευρώ στη πολιτική αγωγή για έξοδα και δαπάνες.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 10

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι τα γεγονότα που περιγράφονται στο αμφισβητούμενο άρθρο αφορούσαν ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος και συνέβαλαν στη δημόσια συζήτηση, ιδίως όσον αφορά αμφισβητούμενα γεγονότα στην πρόσφατη ιταλική ιστορία, δηλαδή τη δολοφονία ενός δημοσιογράφου από μια τρομοκρατική ομάδα και την επιρροή της μασονικής ένωσης Ρ2  κατά τη διάρκεια του «έτους του μόλυβδου» («anni di piombo»). Το Δικαστήριο διαπίστωσε, ωστόσο, ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν έλαβαν υπόψη το γεγονός αυτό και ότι, αντιθέτως , τόνισαν την «εντυπωσιακή» πτυχή του εν λόγω άρθρου.

Όσον αφορά την αναφορά ειδήσεων βάσει συνεντεύξεων, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι έπρεπε να γίνει διάκριση σύμφωνα με το αν οι αμφισβητούμενες δηλώσεις είχαν γίνει από τους ίδιους τους δημοσιογράφους ή ήταν αναφορά δηλώσεων τρίτων. Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν προέβησαν σε διαφοροποίηση μεταξύ των δηλώσεων του πρώτου προσφεύγοντος με εκείνες του D.C. Ο δεύτερος προσφεύγων κατηγορούνταν για δυσφήμιση, διότι δεν προέβη σε προηγούμενο έλεγχο δυνητικών δυσφημιστικών δηλώσεων.

Πρώτον, ενώ το Δικαστήριο, όπως και τα εθνικά δικαστήρια, δέχτηκε ότι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στο άρθρο αυτό ήταν ικανοί να βλάψουν τη υπόληψη της πολιτικής αγωγής, σημείωσε ότι οι προσβαλλόμενες δηλώσεις δεν είχαν ειπωθεί από τον ίδιο τον πρώτο ή τον δεύτερο προσφεύγοντα, αλλά από τον αξιωματικό D.C. Σε σχέση με τα ανωτέρω δεδομένου ότι η καταδίκη των προσφευγόντων είχε επιδιώξει την προστασία των νόμιμων συμφερόντων της πολιτικής αγωγής εναντίον των δυσφημιστικών δηλώσεων του D.C., το ενδιαφέρον αυτό είχε ήδη διατηρηθεί σε μεγάλο βαθμό μέχρι σήμερα μέσω της δυσφημιστικής διαδικασίας που ασκήθηκε κατά του D.C., η οποία είχε εξάλλου οδηγήσει στην καταδίκη του.

Δεύτερον, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι, όταν οι δημοσιογράφοι αναπαράγουν δηλώσεις τρίτων, ήταν καταρχάς αναγκαίο να διαπιστωθεί αν είχαν ενεργήσει καλή τη πίστει και ότι είχαν συμμορφωθεί με την υποχρέωση επαλήθευσης των πραγματικών περιστατικών, στηριζόμενη σε μια αρκετά ακριβή και αξιόπιστη βάση αναλόγως της φύσης και του βαθμού των ισχυρισμών.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι προσφεύγοντες είχαν προσκομίσει πολύ μεγάλο αριθμό εγγράφων και ουσιώδη αποδεικτικά στοιχεία που καθιστούν αξιόπιστη την εκδοχή των γεγονότων του άρθρου και την ύπαρξη  πραγματικής βάσης. Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι, με το πέρασμα του χρόνου, ήταν πιο δύσκολο να αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκαν οι δηλώσεις και η ζημία που υπέστησαν τα θύματα για τη φερόμενη δυσφήμηση  ήταν πιθανόν να εξαφανιστεί. Εν προκειμένω, οι προσβαλλόμενες δηλώσεις αφορούσαν γεγονότα που χρονολογούνται από το τέλος του 1979 και το άρθρο δημοσιεύθηκε 25 χρόνια αργότερα, το 2004.

Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα εθνικά δικαστήρια, κρίνοντας ότι οι παρατηρήσεις του  D.C. ήταν αναληθείς αντίθετες με την «αλήθεια που καθορίστηκε από τα δικαστήρια αμετακλήτως», δεν είχαν δώσει επαρκείς και σχετικούς λόγους  για να μην λάβουν υπόψιν τις πληροφορίες που παρείχαν οι προσφεύγοντες.

Οι προσφεύγοντες είχαν καταδικαστεί για δυσφήμιση και είχαν κληθεί να καταβάλουν χρηματική αποζημίωση, πράγμα που σημαίνει ότι το μέτρο ήταν πολύ σοβαρό. Ποινική κύρωση ήταν αυτή που, ως τέτοια, είναι πιθανό να επηρεάσει την άσκηση της ελευθερίας της έκφρασης. Τα δικαστήρια είχαν διατάξει οι δύο προσφεύγοντες και ο D.C. να καταβάλουν από κοινού στην πολιτική αγωγή ποσό ύψους 120.000 ευρώ ως αποζημίωση και 33.500 ευρώ για έξοδα και δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν σε τρία επίπεδα δικαιοδοσίας και παρέπεμψαν την υπόθεση στο αστικό δικαστήριο για να καθορίσει την ακριβή έκταση της ηθικής βλάβης που φέρεται να έχει υποστεί η πολιτική αγωγή.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η καταδίκη των προσφευγόντων ήταν δυσανάλογη παρέμβαση του δικαιώματος του δικαιώματός τους για ελευθερία έκφρασης, η οποία  δεν ήταν «απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία», για τους σκοπούς του άρθρου 10 της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ιταλία οφείλει να καταβάλει 15.000 ευρώ σε καθένα των προσφευγόντων  για ηθική βλάβη και συνολικά 3.500 ευρώ για έξοδα και δαπάνες.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες