Η επιβολή προσωρινής κράτησης εν αναμονή έκδοσης απόφασης παράτασης θεραπευτικού μέτρου παρά την απουσία σχετικής διάταξης, παραβίασε το δικαίωμα στην ελευθερία και ασφάλεια. Σε θέματα προσωρινής κράτησης δεν είναι επιτρεπτή η αναλογική εφαρμογή διατάξεων.

ΑΠΟΦΑΣΗ

I.L. κατά Ελβετίας της 3.12.2019  (αρ. προσφ. 72939/16)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Προσωρινή κράτηση, νομοθετική πρόβλεψη και περιορισμοί.

Ο προσφεύγων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 14 μηνών και σε παρακολούθηση θεραπευτικού μέτρου. Η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ανεστάλη λόγω παρακολούθησης του θεραπευτικού μέτρου. Μετά την πάροδο 5ετίας από την εκτέλεση του εν λόγω μέτρου,   η αρμόδια δικαστική αρχή ζήτησε την παράταση του, και στο διάστημα που μεσολάβησε για την έκδοση απόφασης παράτασης από 13 Ιουνίου έως 13 Σεπτεμβρίου 2019, ο προσφεύγων κρατήθηκε προσωρινά.

Το Στρασβούργο διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε ρητή νομοθετική πρόβλεψη  στο ελβετικό ποινικό δίκαιο για αυτού του είδους την κράτηση, ούτε επαρκής εθνική νομολογία ως προς το θέμα αυτό. Λαμβανομένης  δε υπόψιν της σοβαρότητας της προσβολής της προσωπικής ελευθερίας του προσφεύγοντος και την ανάγκη αυστηρής ερμηνείας των απαιτήσεων που διέπουν τη νόμιμη κράτηση, η αναλογική εφαρμογή ή παραπομπή σε άλλη διάταξη δεν μπορεί να γίνει ανεκτή.

Το ΕΔΔΑ επίσης  έκρινε ότι η ομοσπονδιακή νομοθεσία δεν πληρούσε τα κριτήρια «νομιμότητας» για τους σκοπούς του άρθρου 5 § 1,  συνεπώς η κράτηση του προσφεύγοντος μεταξύ 13 Ιουνίου και 13 Σεπτεμβρίου 2016 παραβίασε το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 5 παρ. 1

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Ι.L., είναι Ελβετός υπήκοος που γεννήθηκε το 1988. Η υπόθεση αφορά προσωρινή κράτηση που επιβλήθηκε στον  I.L. μεταξύ 13 Ιουνίου 2016 και 23 Σεπτεμβρίου 2016. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι δεν υπήρχε νομική βάση για την εν λόγω προσωρινή κράτηση βάσει του ελβετικού δικαίου.

Στις 24 Ιουνίου 2011, το Ανώτατο Δικαστήριο του Καντονίου της Βέρνης επικύρωσε την απόφαση του περιφερειακού Δικαστηρίου της Jura Bernese-Seeland, το οποίο είχε καταδικάσει τον προσφεύγοντα σε 14 μήνες φυλάκισης και σε ένα μέτρο θεραπείας. Η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ανεστάλη εν αναμονή της ολοκλήρωσης του εν λόγω μέτρου. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη.

Σύμφωνα με το άρθρο 59 του Ελβετικού Ποινικού Κώδικα, ένα θεσμικό μέτρο θεραπείας δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε έτη. Ωστόσο, εάν οι ανάγκες θεραπείας εξακολουθούν να υπάρχουν  και μετά, ο δικαστής μπορεί, κατόπιν αιτήσεως της αρμόδιας αρχής, να διατάξει παράταση του μέτρου για μέγιστη περίοδο πέντε ετών για κάθε ανανέωση.

Στις 24 Μαΐου 2016, ο αρμόδιος για την εφαρμογή των ποινών και λοιπών μέτρων του γραφείου δικαστικής εκτέλεσης του Καντονίου της Βέρνης ζήτησε από το περιφερειακό δικαστήριο της Jura Bernese-Seeland να διατάξει μια πενταετή παράταση του θεσμικού μέτρου θεραπείας.

Εν αναμονή της εν λόγω απόφασης, το περιφερειακό δικαστήριο αρμόδιο για τα εκτελεστικά  μέτρα διέταξε ο προσφεύγων να φυλακιστεί για λόγους ασφάλειας μεταξύ 13 Ιουνίου 2016 και 23 Σεπτεμβρίου 2016. Ο προσφεύγων άσκησε ένδικα μέσα, τα οποία απορρίφθηκαν. Το Ομοσπονδιακό Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του, οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για την προσωρινή κράτηση μπορούσαν να εφαρμοστούν  κατ ‘αναλογία στην παρούσα υπόθεση.

Στις 20 Ιουνίου 2019 ο  αφέθηκε ελεύθερος υπό όρους με μια δοκιμαστική περίοδο δύο ετών.

Βασιζόμενος στο άρθρο 5 § 1 (δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια), ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η κράτησή του μεταξύ 13 Ιουνίου και 23 Σεπτεμβρίου 2016 αποτελούσε στέρηση της ελευθερίας που δεν ήταν σύμφωνη με το ελβετικό δίκαιο.

 ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 5 § 1 (δικαίωμα στην ελευθερία και ασφάλεια)

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η απόφαση που διατάσσει την κράτηση για λόγους δημόσιας ασφάλειας (από τις 13 Ιουνίου έως τις 13 Σεπτεμβρίου 2016) δεν θα ήταν αναγκαία εάν η απόφαση παράτασης του θεσμικού μέτρου είχε εκδοθεί εγκαίρως, δηλαδή πριν από τη λήξη της πενταετούς περιόδου που προβλέπει το άρθρο 59 του Ποινικού Κώδικα. Στην πράξη, ωστόσο, δεν ήταν πάντοτε δυνατόν να τηρηθεί η προθεσμία αυτή. Για παράδειγμα, μια ψυχιατρική αξιολόγηση θα μπορούσε να πάρει επιπλέον χρόνο ανάλογα με την πολυπλοκότητα της συγκεκριμένης περίπτωσης. Έτσι, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, θα μπορούσε να υπάρξει παρέλευση χρόνου μεταξύ της λήξεως της προθεσμίας της πενταετούς περιόδου και την έναρξη ισχύος της απόφασης που παρατείνει  το μέτρο. Κατά την περίοδο αυτή, ο κρατούμενος παρέμεινε υπό κράτηση, ειδικά όταν υπήρχαν σοβαροί λόγοι για να πιστέψει κανείς ότι αυτός θα διαπράξει νέο έγκλημα ή σοβαρό αδίκημα και θα του επιβληθούν εκ νέου μέτρα στέρησης της ελευθερίας του.

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι δεν αμφισβητείται ότι στο ελβετικό ποινικό δίκαιο δεν υπήρχε ρητή νομοθετική βάση για αυτού του είδους την προσωρινή κράτηση. Η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι το Ομοσπονδιακό Ανώτατο Δικαστήριο είχε πάγια νομολογία, γεγονός που αντιστάθμισε την έλλειψη συγκεκριμένων νομοθετικών διατάξεων. Ωστόσο, οι αποφάσεις  στις οποίες αναφέρθηκαν, δεν αφορούσαν την ίδια περίπτωση. Όσον αφορά την ερμηνεία του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2011), υπήρξε μόνο μία κρίσιμη απόφαση η οποία ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ένα μοναδικό δεδικασμένο  δεν αποτελούσε επαρκώς ακριβή νομική βάση. Συνεπώς, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επαρκής νομολογία.

Επιπλέον, το Ομοσπονδιακό Ανώτατο Δικαστήριο είχε δηλώσει σε πολλές αποφάσεις ότι θα έπρεπε να θεσπιστούν σαφείς κανόνες στον τομέα της κράτησης για λόγους δημόσιας ασφάλειας σε περιπτώσεις που αφορούν χωριστές μεταγενέστερες δικαστικές αποφάσεις.

Κατά συνέπεια, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας της προσβολής της προσωπικής ελευθερίας του προσφεύγοντος και την ανάγκη αυστηρής ερμηνείας των απαιτήσεων που διέπουν τη νόμιμη κράτηση, η εφαρμογή κατ΄ αναλογία ή με παραπομπή σε μια άλλη διάταξη δεν μπορεί να γίνει ανεκτή. Επομένως, η ομοσπονδιακή νομοθεσία δεν πληρούσε τα κριτήρια «νομιμότητας» κατά την έννοια του άρθρου 5 § 1 (δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια) και η κράτηση του προσφεύγοντος μεταξύ 13 Ιουνίου και 13 Σεπτεμβρίου 2016 δεν είναι συμβατή με το εν λόγω άρθρο. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε  παραβίαση.

Το δικαστήριο επισήμανε, ωστόσο, ότι το Κοινοβούλιο της Ελβετίας ενδιαφέρονταν να καλύψει αυτό το νομοθετικό κενό και ότι διεξήχθησαν προπαρασκευαστικές εργασίες για το σκοπό αυτό.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ελβετία πρέπει να καταβάλει στον προσφεύγοντα το ποσό των  25.000 ευρώ  για ηθική βλάβη και 4.000 ευρώ για έξοδα και δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες