Η έλλειψη κεφαλαίων δεν αποτελεί νόμιμη αιτιολογία για μείωση κρατικής επιδότησης για αγορά πρώτης κατοικίας. Παραβίαση του δικαιώματος στην περιουσία

ΑΠΟΦΑΣΗ

Nechayeva κατά Ρωσίας της 12.05.2020 (αρ. προσφ. 18921/15)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Κρατική επιδότηση για αγορά πρώτης κατοικίας, κρατικός προϋπολογισμός και δικαίωμα στην περιουσία.

Η προσφεύγουσα μητέρα 4 παιδιών κρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή του Υπουργείου Εργασίας επιλέξιμη για τη χορήγηση επιδότησης για αγορά πρώτης κατοικίας. Η επιτροπή εφαρμόζοντας έναν συντελεστή μείωσης που δεν προβλέπονταν σε νόμο, μείωσε το ποσό που δικαιούταν. Τα εγχώρια Δικαστήρια απέρριψαν την αγωγή της, κρίνοντας την μείωση του ποσού νόμιμη και δικαιολογημένη.

Το Στρασβούργο παρατηρεί ότι η επιδότηση συνιστά σαφώς πλεονέκτημα που παρέχεται στη διακριτική ευχέρεια των αρχών. Η άσκηση αυτού του δικαιώματος δεν εξαρτάται  όμως από τη διαθεσιμότητα επαρκών δημοσιονομικών πόρων.

Η προσφεύγουσα στερήθηκε το ποσό της πλήρους επιδότησης που δικαιούταν, παρότι η εφαρμογή του συντελεστή μείωσης δεν προβλέπονταν από καμία νομική διάταξη.

Το ΕΔΔΑ επανέλαβε ότι η έλλειψη κεφαλαίων δεν αποτελεί περίπτωση που απαλλάσσει το κράτος από τις υποχρεώσεις του βάσει της Σύμβασης και έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος στην ιδιοκτησία (άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου). Επιδίκασε ποσό 72.000 ευρώ για υλική ζημιά και ποσό 1.600 ευρώ για ηθική βλάβη.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 1 ΠΠΠ

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα  κα Yelena Yuryevna Nechayeva, είναι Ρωσίδα υπήκοος που γεννήθηκε το 1978 και ζει στη Μόσχα. Παντρεμένη και μητέρα 4 παιδιών, εργάστηκε, από το 2002 έως το 2015, ως ομοσπονδιακή δημόσια υπάλληλος στο Υπουργείο Εργασίας και Απασχόλησης. Η υπόθεση αφορά την εφαρμογή ενός «μηχανισμού»  για τη μείωση της επιδότησης  που της χορηγήθηκε ως συνεισφορά για αγορά πρώτης κατοικίας.

Την συγκεκριμένη  στιγμή, η προσφεύγουσα ζούσε με την οικογένειά της σε ένα δωμάτιο σε ένα κοινόχρηστο διαμέρισμα. Είχε πλήρη κυριότητα σε  αυτό το δωμάτιο και σε ένα ακόμα δωμάτιο  σε ένα άλλο διαμέρισμα, με συνολική επιφάνεια 66,37 τ.μ. Τον Δεκέμβριο του 2010 ζήτησε από τον προϊστάμενο του τμήματος της να την τοποθετήσει στον κατάλογο των δημοσίων υπαλλήλων που δικαιούνται επιδότηση στέγασης. Με απόφαση της 18.03.2011, ο προϊστάμενος  του Υπουργείου Εργασίας δέχθηκε το αίτημα αυτό, σύμφωνα με το κυβερνητικό διάταγμα αρ. 63 της 29.01.2009. Τον Δεκέμβριο του 2013, η επιτροπή καθόρισε ποιοι δημόσιοι υπάλληλοι ήταν επιλέξιμοι για επιδότηση και αποφάσισε να εφαρμόσει συντελεστή μείωσης στο ποσό που χορηγείται στους υποψηφίους που εργάζονται στη Μόσχα «ενόψει περιορισμένων δημοσιονομικών πόρων». Επέλεξε 13 υπαλλήλους, συμπεριλαμβανομένου της προσφεύγουσας, που ήταν επιλέξιμοι για επιδότηση και καθόρισε τον συντελεστή μείωσης.

Στις 23 Δεκεμβρίου 2013, ο επικεφαλής του Υπουργείου Εργασίας χορήγησε στην προσφεύγουσα επιδότηση για την αγορά κατοικίας ύψους 4.353.927 ρούβλια (RUB). Τον Σεπτέμβριο του 2014, η κα Nechayeva συνήψε συμβόλαιο για την αγορά ενός διαμερίσματος στη Μόσχα με εμβαδόν 26,5 τ.μ. Στις 9 Οκτωβρίου 2014 το ποσό των 4.353.927 RUB μεταφέρθηκε στον τραπεζικό λογαριασμό της.

Τον Απρίλιο του 2014 η προσφεύγουσα  υπέβαλε διοικητική ένσταση αμφισβητώντας το ποσό που της χορηγήθηκε. Ειδικότερα, θεώρησε ότι είχε δικαίωμα 24.486.105 RUB. Υποστήριξε ότι με την εφαρμογή ενός συντελεστή που δεν προβλέπεται από τη ρωσική νομοθεσία, η επιτροπή είχε υπερβεί τις αρμοδιότητες της.

Στις 4 Ιουλίου 2014, το περιφερειακό δικαστήριο της Μόσχας Simonovsky εξέδωσε την απόφασή του. Επικύρωσε τον υπολογισμό της αποζημίωσης από την επιτροπή. Όσον αφορά τον συντελεστή μείωσης, το δικαστήριο επισήμανε ότι η επιτροπή αιτιολόγησε την εφαρμογή της λόγω ανεπάρκειας πόρων. Διαπίστωσε ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, η απόφαση για εφαρμογή μηχανισμού μείωσης ήταν «νόμιμη και δικαιολογημένη». Επομένως, απέρριψε την προσφυγή της.

Στις 16.10.2014, το Εφετείο της Μόσχας επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η προσφεύγουσα  άσκησε αναίρεση στο Ανώτατο Δικαστήριο της Ρωσίας, το οποίο, στις 06.07.2015 την απέρριψε.

Στηριζόμενη στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (δικαίωμα στην  ιδιοκτησία), η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η εφαρμογή του συντελεστή μείωσης στο ποσό της επιδότησης που δικαιούταν να λάβει,  ήταν αυθαίρετο μέτρο, ασυμβίβαστο με τις απαιτήσεις του εν λόγω άρθρου.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 1 του ΠΠΠ  δεν εγγυάται από μόνο του δικαίωμα σε κοινωνική παροχή ενός συγκεκριμένου ποσού και δεν επιβάλλει περιορισμούς στην ελευθερία των συμβαλλομένων κρατών να αποφασίζουν «εάν θα θεσπίσουν ή όχι ένα σύστημα κοινωνικής προστασίας ή θα επιλέξουν το είδος ή το επίπεδο των παροχών που πρόκειται να χορηγηθούν βάσει ενός τέτοιου συστήματος».

Υπενθυμίζει επίσης ότι, εάν το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης εφαρμόζεται μόνο σε υπάρχοντα περιουσιακά στοιχεία και δεν δημιουργεί κανένα δικαίωμα απόκτησης ιδιοκτησίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις η «νόμιμη προσδοκία» για απόκτηση μεριδίου κληρονομιάς μπορεί επίσης να επωφεληθεί  από την προστασία αυτής της διάταξης. Το Δικαστήριο παρατηρεί εν προκειμένω ότι η νομοθεσία προβλέπει «δικαίωμα» υπό την προϋπόθεση επιδότησης ενός σταθερού ποσού, ακόμη και «κατ’ επιλογήν δικαίωμα» για ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, στους οποίους ανήκει η προσφεύγουσα, δυνάμει των κανονισμών που αναφέρονται στην προσφυγή, οπότε η επιδότηση συνιστά σαφώς, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, πλεονέκτημα που παρέχεται στη διακριτική ευχέρεια των αρχών.

Η άσκηση αυτού του δικαιώματος δεν εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα επαρκών δημοσιονομικών πόρων. Ωστόσο, δεν επιβάλλεται προθεσμία στις αρχές για την κατανομή της επιδότησης και, τέλος, η χορήγηση αυτής σε συγκεκριμένο υπάλληλο εξαρτάται από την απόφαση Επιτροπής, λαμβάνοντας υπόψη ορισμένα κριτήρια τα οποία, επιπλέον, είναι μάλλον ασαφή (όπως «συνθήκες στέγασης» ή «επαγγελματική απόδοση»).

Ωστόσο, για τους ακόλουθους λόγους, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν είναι απαραίτητο να αποφανθεί επί του ζητήματος αν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, τα πρόσωπα που περιλαμβάνονται στον κατάλογο – συμπεριλαμβανομένου της προσφεύγουσας – απολάμβαναν ένα πραγματικό «κατοχυρωμένο  δικαίωμα» ή μάλλον είχαν  απλή προσδοκία να λάβουν μία επιδότηση στο μέλλον.

Στην πραγματικότητα, δεν αμφισβητήθηκε ποτέ από την Επιτροπή ότι η προσφεύγουσα  πληρούσε τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη λήψη της επιδότησης. Στις 23.12.2013, ο προϊστάμενος του τμήματος εργασίας εξέδωσε εντολή για τη χορήγηση αυτής της επιδότησης. Στη συνέχεια, όταν άσκησε αγωγή, τα εγχώρια δικαστήρια αναγνώρισαν ότι το ποσό της επιδότησης που «οφειλόταν» σύμφωνα με τον τύπο ανερχόταν σε 9.522.374 RUB και ότι «είχε απονεμηθεί σωστά». Επομένως, δεν υπήρχε διαφωνία ως προς το αν είχε δικαίωμα στη επιδότηση, αμφισβητήθηκε μόνο το ποσό. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί το αντίθετο επιχείρημα της Κυβέρνησης.

Σε αυτήν την περίπτωση, όπου το δικαίωμα της προσφεύγουσας έχει αναγνωριστεί από τις εγχώριες αρχές, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ήταν «περιουσία» και ότι, επομένως, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου  Πρωτοκόλλου είναι εν ισχύ.

Η προσφεύγουσα  έχει δικαίωμα που προστατεύεται από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου  Πρωτοκόλλου δηλαδή το δικαίωμα να λάβει επιδότηση σε ποσό που υπολογίζεται με εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η μείωση αυτού του ποσού μέσω της εφαρμογής συντελεστή μείωσης αποτελούσε παρέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος για ειρηνική απόλαυση της περιουσίας της.

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι η νομιμότητα αποτελούσε βασική προϋπόθεση για τη εφαρμογή του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου σε σχέση με την παρέμβαση και το  δικαίωμα που προστατεύεται από αυτήν τη διάταξη. Εν προκειμένω, σημειώνει ότι στην παρούσα περίπτωση η εφαρμογή του συντελεστή μείωσης δεν προβλέπονταν από καμία νομική διάταξη. Αυτό επιβεβαιώθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που κίνησε η προσφεύγουσα. Δεν υπήρχε επίσης πρόβλεψη για τη δυνατότητα μείωσης του ποσού της επιδότησης που καταβλήθηκε σε περίπτωση ανεπαρκούς διαθέσιμου κεφαλαίου. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ταυτόχρονα ότι η έλλειψη κεφαλαίων δεν αποτελεί περίπτωση που απαλλάσσει το κράτος από τις υποχρεώσεις του βάσει της Σύμβασης.

Όσον αφορά το ζήτημα αν η προσφεύγουσα παραιτήθηκε έγκυρα από το δικαίωμά της να λάβει πλήρως την επιδότηση, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι μια τέτοια παραίτηση δεν φαίνεται να προβλέπεται από το νόμο και δεν έχει επιβεβαιωθεί ποτέ από τις αρχές. Κατά συνέπεια, απορρίπτει την αντίρρηση της Κυβέρνησης.

Επομένως, ελλείψει νομικής βάσης για την εφαρμογή του συντελεστή μείωσης, η παρέμβαση που έκανε στην άσκηση του δικαιώματος από την προσφεύγουσα για ειρηνική απόλαυση της περιουσίας της  δεν ικανοποίησε την προϋπόθεση της «νομιμότητας» που ορίζεται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης. Αυτό το συμπέρασμα καθιστά περιττή την εξέταση της συμμόρφωσης με τις άλλες απαιτήσεις αυτής της διάταξης.

Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού της περιουσίας της προσφεύγουσας  (άρθρο 1 του ΠΠΠ της Σύμβασης).

Δίκαιη ικανοποίηση: το Δικαστήριο επιδίκασε στην προσφεύγουσα το ποσό των 72.000 ευρώ για υλική ζημιά, το ποσό των 1.600 ευρώ για ηθική βλάβη και ποσό 1.130 ευρώ για έξοδα και δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες