Η δημοσιοποίηση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων σχετικά με υιοθεσία παραβιάζει την ιδιωτική ζωή. Το νομοθετικό κενό για αγωγές κακοδικίας κατά δικαστών παραβίασε το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής

ΑΠΟΦΑΣΗ

Χ.  κ.α.  κατά Ρωσίας της 14.01.2020 (αριθ. προσφ. 78042/16 και 66158/14)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η πρώτη προσφεύγουσα, θύμα βιασμού, παραπονέθηκε για κακοδικία δικαστή γιατί ο  τελευταίος, στο στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης της,  δημοσιοποίησε τα προσωπικά της στοιχεία σε επιστολές που έστειλε σε ιατρικά κέντρα. Η προσφεύγουσα ζήτησε αποζημίωση όμως η αγωγή της απορρίφθηκε γιατί στην Ρωσική νομοθεσία δεν προβλέπεται αγωγή κακοδικίας εναντίον δικαστή, αν αυτός δεν έχει καταδικαστεί ποινικά για την επιζήμια πράξη του.

Ο δεύτερος και η τρίτη προσφεύγοντες, επίσης ζήτησαν αποζημίωση λόγω δυσλειτουργίας της δικαιοσύνης, γιατί σε υπόθεση υιοθεσίας τους, μέλος του Δικαστηρίου, ανήρτησε δημόσια τα στοιχεία αυτών ως γονέων και του υιοθετημένου παιδιού. Επίσης παραπονέθηκαν για παραβίαση της ιδιωτικής ζωής.

Το Συνταγματικό δικαστήριο απέρριψε τις αγωγές αποζημίωσης των προσφευγόντων για το λόγο ότι δεν προβλέπεται νομοθετικά στο Ρωσικό δίκαιο αγωγές κακοδικίας.

Το Στρασβούργο σημείωσε ότι οι αποφάσεις που εξέδωσαν τα εγχώρια δικαστήρια για την κήρυξη των ισχυρισμών των τριών προσφευγόντων ως απαράδεκτων δεν ήταν ούτε αυθαίρετες ούτε προδήλως παράλογες. Η στάση που υιοθετήθηκε από τα εν λόγω δικαστήρια, διαπίστωσε με σταθερότητα και σαφήνεια ότι, ελλείψει σχετικού ουσιαστικού δικαιώματος δεν είχαν αρμοδιότητα να αποφανθούν επί της διαφοράς. Συνεπώς δεν παραβιάστηκε το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.

Ωστόσο το ΕΔΔΑ έκρινε ότι εφόσον στην Ρωσική νομοθεσία δεν προβλέπονταν  αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα για την αποζημίωση του πολίτη για ζημία που προκύπτει από παράνομη ενέργεια ή αμέλεια του δικαστή καθόσον τέτοια είδους αποζημίωση εξαρτάται μόνο  από τον καθορισμό ατομικής ευθύνης του δικαστή, παραβιάστηκε το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής. Παραβίαση του άρθρου 13.

Επίσης  επανέλαβε ότι η έννοια της «ιδιωτικής ζωής» είναι ευρεία και αγκαλιάζει πολλές πτυχές, για αυτό έκρινε ότι η δημοσιοποίηση των πληροφοριών που αφορούσαν την υιοθεσία του παιδιού στον διαδικτυακό τόπο του Δικαστηρίου έγινε κατά παράβαση της εθνικής νομοθεσίας και συνιστά παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 6 § 1

Άρθρο 8,

Άρθρο 13

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η υπόθεση αφορούσε δύο προσφυγές σχετικά με ισχυρισμούς περί δυσλειτουργίας του δικαστικού συστήματος.

Η προσφυγή με αριθ. 66158/14 κατατέθηκε από την M.B., Ρώσο υπήκοο που γεννήθηκε το 1978 και ζει στη Ρωσία. Σε μη καθορισμένη ημερομηνία η Μ.Β κατήγγειλε το βιασμό της και ζήτησε από το δικαστήριο να συλλέξει πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της υγείας του φερόμενου βιαστή (Τ.) στο πλαίσιο αγωγής αποζημίωσης. Ο αρμόδιος δικαστής έστειλε επιστολές σε ασφαλιστικό ταμείο ασθενείας, σε κέντρο επιδημιολογίας και σε ανώτερο αστυνομικό ζητώντας πληροφορίες για τον Τ.  Στην αλληλογραφία, ο δικαστής δήλωσε ότι το αίτημά του αφορούσε γεγονότα σχετικά με έναν φερόμενο βιασμό και την μόλυνση της προσφεύγουσας  από συγκεκριμένες ασθένειες, χωρίς να αποκρύπτει την ταυτότητά της.

Το 2013, η προσφεύγουσα άσκησε αγωγή αποζημίωσης ζητώντας, μεταξύ άλλων, αποζημίωση για την αποκάλυψη των προσωπικών της δεδομένων. Ωστόσο, το δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι δεν είχε δικαιοδοσία στην υπόθεση, σημειώνοντας ότι  δικαστής δεν μπορούσε να αποτελέσει αιτία για  αξίωση αποζημίωσης, ακόμη και αν είχε απομακρυνθεί από τα καθήκοντά του,  για την έκφραση γνώμης που συνδέεται με την άσκηση των καθηκόντων του ή για την έκδοση απόφασης, εκτός αν ο δικαστής αυτός είχε κριθεί ένοχος ποινικής κατηγορίας. Το δικαστήριο σημείωσε ότι σε απόφαση  που εκδόθηκε το 2001, το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι δικαστές θα μπορούσαν πράγματι να καταστούν υπεύθυνοι και  ότι τα αιτήματα για αποζημίωση εναντίον τους θα μπορούσαν να γίνουν δεκτά αν ο δικαστής είχε κριθεί υπεύθυνος όχι μόνο με ποινική απόφαση αλλά και με αστική. Παρ ‘όλα αυτά, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι παρά τη σύσταση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, ο νομοθέτης δεν είχε υιοθετήσει διατάξεις που διέπουν το καθεστώς και τους όρους καταβολής της αποζημίωσης αυτής, και τις αρμοδιότητες του δικαστηρίου στον τομέα αυτό. Κατά συνέπεια, η αγωγή της προσφεύγουσας κηρύχθηκε απαράδεκτη. Η εν λόγω απόφαση κατέστη τελεσίδικη  κατόπιν έφεσης.

Η προσφυγή αριθ. 78042/16 κατατέθηκε από τους X και Y, δυο Ρώσων υπηκόων, οι οποίοι, έχοντας υιοθετήσει δύο παιδιά, είχαν αλλάξει τα ονόματα των τελευταίων για να διατηρήσουν την ανωνυμία τους. Επί πλέον, όταν τα παιδιά άλλαξαν νηπιαγωγεία, ο διευθυντής του δεύτερου σχολείου αποκάλυψε το  εμπιστευτικό/απόρρητο  χαρακτήρα της υιοθεσίας τους στο προσωπικό του σχολείου. Κατά συνέπεια, οι Χ και οι Υ ζητούσαν αποζημίωση, οι οποίες επιδικάστηκαν τον Νοέμβριο του 2014. Ωστόσο, το περιφερειακό δικαστήριο δημοσίευσε την απόφαση, χωρίς να αποκρύψει την ταυτότητα των προσφευγόντων.

Τον Απρίλιο του 2016, η απόφαση αφαιρέθηκε από όλους τους δημόσιους χώρους και ο Πρόεδρος του Περιφερειακού Δικαστηρίου εξέδωσε δύο διαδοχικές επιστολές συγγνώμης προς τους προσφεύγοντες. Ωστόσο, οι τελευταίοι κατέθεσαν δύο αγωγές ισχυριζόμενοι ότι υπέστησαν ζημία, ζητώντας την  πειθαρχική δίωξη κατά του Προέδρου του Περιφερειακού Δικαστηρίου ενώπιον του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, καθώς και αγωγή αποζημιώσεως για την ηθική βλάβη  την οποία ισχυρίζονται ότι υπέστησαν. Στη συνέχεια, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο  αρνήθηκε την επανεξέταση της δικαστικής διαδικασίας, με την αιτιολογία ότι δεν υπήρχε πειθαρχικό σφάλμα το οποίο με τη σειρά του επιφέρει  ποινή εκ του νόμου. Το Επαρχιακό Δικαστήριο κήρυξε την αγωγή αποζημίωσης απαράδεκτη, παρατηρώντας ότι θα μπορούσε να χορηγηθεί αποζημίωση  για ζημία που προκλήθηκε από δικαστή, του οποίου η ενοχή του έχει διαπιστωθεί με ποινική απόφαση και ότι δεν μπορούσε να εξετάσει την αγωγή των προσφευγόντων.

Τέλος, και στις δύο προσφυγές, οι αγωγές αποζημιώσεως που υπέβαλαν οι τρεις προσφεύγοντες (M.B., X και Y) κατά των εν λόγω δικαστών δεν εξετάστηκαν επί της ουσίας από τα εθνικά δικαστήρια.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 § 1 (δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο) – καταγγελία που προβλήθηκε και στις δύο προσφυγές (αριθ. 78042/16 και 66158/14)

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι για να μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 6 § 1 στο «αστικό» του σκέλος, πρέπει να υπάρχει αμφισβήτηση σχετικά με ένα «δικαίωμα» που μπορεί να ειπωθεί, τουλάχιστον για εύλογους λόγους, ότι έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, αν κατά πόσο το δικαίωμα αυτό διασφαλίζεται ή όχι βάσει της Σύμβασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το άρθρο 1070 του Αστικού Κώδικα καθόριζε την ευθύνη του κράτους για  κάθε δυσλειτουργία του δικαστικού συστήματος. Η πρώτη παράγραφος του ίδιου άρθρου προβλέπει εξαντλητικό κατάλογο των περιπτώσεων στις οποίες θα μπορούσε κάποιος να αποζημιωθεί για τις ζημίες που προκλήθηκαν από δικαστικές αποφάσεις, ανεξάρτητα από ενδεχόμενη ευθύνη του δικαστή. Η δεύτερη παράγραφος προέβλεπε ότι οποιαδήποτε ζημία προκλήθηκε  στο πλαίσιο απονομής δικαιοσύνης, γεννά αξίωση για αποζημίωση, υπό την προϋπόθεση ότι η ενοχή του δικαστή είχε οριστεί με τελική ποινική καταδίκη.

Το 2001, το ρωσικό Συνταγματικό Δικαστήριο, διατηρώντας παράλληλα τη συνταγματικότητα του άρθρου 1070 του Αστικού Κώδικα, αποφάνθηκε ότι η ευθύνη του κράτους θα μπορούσε να προβλεφθεί  για δικαστικές αποφάσεις ή αμέλεια εκ μέρους του δικαστή, ακόμη και αν δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο τελικής ποινικής καταδίκης. Έτσι, σημειώνοντας μια έλλειψη του νόμου, το Συνταγματικό Δικαστήριο δήλωσε ότι το ρωσικό Κοινοβούλιο πρέπει να θεσπίσει τους όρους και τη διαδικασία για την καταβολή αποζημίωσης από το κράτος, για  ζημίες που προκύπτουν από παράνομη ενέργεια ή αμέλεια ενός δικαστηρίου ή δικαστή και να προσδιορίσει  ποια δικαστήρια είναι αρμόδια να εκδικάζουν υποθέσεις σχετικά με αποζημίωση για τη εν λόγω ζημία.

Το 2010, η κατώτερη έδρα του ρωσικού κοινοβουλίου, η κρατική Δουμά, θέσπισε τον ομοσπονδιακό νόμο αριθ. 68-FZ, εφαρμόζοντας την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου σχετικά με το δικαίωμα των διαδίκων σε αποζημίωση για παραβιάσεις του δικαιώματός τους να κρίνονται οι υποθέσεις τους  εντός εύλογου χρονικού διαστήματος  και να εξασφαλίσει την εκτέλεση εκτελεστών δικαστικών αποφάσεων εντός εύλογης προθεσμίας. Στην άλλη μεριά  ούτε ο εν λόγω νόμος ούτε οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία προέβλεπε το ουσιαστικό δικαίωμα των προσώπων για  αποζημίωση για ζημίες που προκλήθηκαν από δικαστική πράξη διαδικαστικού χαρακτήρα, πλην της ζημίας που προκλήθηκε για αδικαιολόγητη χρονική διάρκεια της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, τα ρωσικά δικαστήρια είχαν σημειώσει ότι παρά τις συστάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου, ο Ρώσος νομοθέτης δεν κατόρθωσε να καλύψει την εν λόγω ανεπάρκεια αναφορικά με τις συνθήκες τόσο όσο αφορά την εισαγωγή του ουσιαστικού δικαιώματος αποζημίωσης για τις δυσλειτουργίες των δικαστικών αρχών και τις προϋποθέσεις  και  την διαδικασία υποβολής προσφυγής για την άσκηση του δικαιώματος αυτού. Συναφώς, το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι αποφάσεις που εξέδωσαν τα εγχώρια δικαστήρια για την κήρυξη των ισχυρισμών των τριών προσφευγόντων ως απαράδεκτους δεν ήταν ούτε αυθαίρετες ούτε προδήλως παράλογες. Επιπλέον, η στάση που υιοθετήθηκε από τα εν λόγω δικαστήρια, διαπίστωσε με σταθερότητα και σαφήνεια ότι, ελλείψει σχετικού ουσιαστικού δικαιώματος δεν είχαν αρμοδιότητα να αποφανθούν επί της διαφοράς.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν κανένα δικαίωμα που θα μπορούσε να ειπωθεί τουλάχιστον για εύλογους λόγους, ότι αναγνωρίζεται βάσει της εθνικής νομοθεσίας. Επισημαίνει επίσης ότι για να αποφανθεί κάτι διαφορετικό  θα συνεπαγόταν τη δημιουργία, μέσω ερμηνείας του άρθρου 6 § 1, ενός ουσιαστικού δικαιώματος που δεν θα είχε νομική μορφή σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, το άρθρο 6 § 1 δεν εφαρμόστηκε στο πλαίσιο τoυ αστικού σκέλους στην προκειμένη περίπτωση και η καταγγελία σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη ήταν απαράδεκτη και για τις δύο αιτήσεις.

Άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) – καταγγελία που επικαλείται ο Χ και ο Υ (προσφ. Αριθμ.  78042/16)

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η έννοια της «ιδιωτικής ζωής» ήταν ευρεία έννοια η οποία συμπεριλάμβανε τη σωματική και διανοητική ακεραιότητα του ατόμου και μπορούσε ως εκ τούτου, να αγκαλιάσει πολλαπλές πτυχές της ταυτότητάς του. Καλύπτει επίσης προσωπικές πληροφορίες, τις οποίες τα άτομα θα μπορούσαν νομίμως να αναμένουν ότι δεν θα δημοσιευθούν χωρίς τη συγκατάθεσή τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αποκάλυψη πληροφοριών σχετικά με την υιοθεσία στην οποία προέβησαν οι X και Y είχε προκαλέσει παρεμβολή στην ιδιωτική τους ζωή. Σημείωσε ότι οι πληροφορίες που αναρτήθηκαν στον δικτυακό τόπο του περιφερειακού δικαστηρίου δημοσιεύτηκαν κατά παράβαση της εθνικής νομοθεσίας που προβλέπει ότι οι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται σε υποθέσεις οικογενειακού δικαίου, συμπεριλαμβανομένης υποθέσεων υιοθεσίας, δεν πρέπει να δημοσιεύονται στο Διαδίκτυο. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8.

Το άρθρο 13 (δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής), σε συνδυασμό με το άρθρο 8 –  καταγγελία  των Χ και Υ (αριθ. 78042/16)

Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι οι Χ και οι Υ είχαν προσπαθήσει ανεπιτυχώς να υποβάλουν αίτηση στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο είχε αρνηθεί την αρμοδιότητα ελέγχου των δικαστικών διαδικασιών και της λειτουργίας των δικαστηρίων. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, οι προσφεύγοντες έπρεπε να κινήσουν ποινικές διαδικασίες κατά του δικαστή, ώστε να μπορούν να ασκήσουν εκ των υστέρων αστικές διαδικασίες σύμφωνα με το άρθρο 1070 του Αστικού Κώδικα προκειμένου να εξασφαλισθεί πιθανή αποζημίωση. Ωστόσο, η κυβέρνηση επεσήμανε ότι η επίμαχη πράξη είχε διαπραχθεί από μέλος του δικαστηρίου και όχι από δικαστή. Συναφώς, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η διάταξη που επικαλέστηκε η Κυβέρνηση (Άρθρο 1070 του Αστικού Κώδικα) καθιστούσε την ανάληψη ευθύνης του κράτους εξαρτώμενη από ποινική πράξη που διαπράττεται από δικαστή και όχι από το Δικαστήριο. Επιπλέον, καθιστώντας το κράτος υπεύθυνο για δυσλειτουργία του δικαστικού συστήματος, κατά τρόπο αντίθετο προς  τα θεμελιώδη δικαιώματα, εξαρτώμενα από μια ποινική πράξη ενός δικαστή, σήμαιναν ότι το δικαίωμα αυτό εξαρτάται από παράγοντα που ήταν εκτός του ελέγχου των θυμάτων αυτής της δυσλειτουργίας. Πράγματι, μια τέτοια  δυσλειτουργία μπορεί να είναι αποτέλεσμα ακούσιας πράξης που δεν υπόκειται σε ποινικό αδίκημα ή ενέργεια ή αμέλεια που δεν μπορεί να αποδοθεί σε συγκεκριμένο δικαστή κ.ο.κ. Το Δικαστήριο αναφέρθηκε συναφώς στη συλλογιστική που εξέθεσε το ρωσικό Συνταγματικό Δικαστήριο το 2001, συμπεραίνοντας ότι το συνταγματικό δικαίωμα στην αποζημίωση του κράτους για ζημία που προκύπτει από παράνομη ενέργεια ή η αδράνεια του δικαστή δεν πρέπει να εξαρτάται από τον καθορισμό ατομικής ευθύνης του δικαστή.

Συνεπώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι το ένδικο βοήθημα δεν ήταν αποτελεσματικό και διαπίστωσε  παραβίαση του άρθρου 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της Σύμβασης, όσον αφορά τους Χ και Υ.

Δίκαιη  ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ρωσία οφείλει να καταβάλει το ποσό των  2.600 ευρώ στους Χ και Y. για ηθική βλάβη και 1.460 ευρώ για έξοδα και δαπάνες. (επιμέλεια echrcaselaw.com).

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες