Η άρνηση του κράτους να προσδώσει σε μετανάστη ένα νομικό καθεστώς, ακόμα και αυτό του ανιθαγενή, παραβίασε την ιδιωτική του ζωή

ΑΠΟΦΑΣΗ

Sudita Keita κατά Ουγγαρίας της 12.05.2020 (αριθ. προσφ. 42321/15)

βλ εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Νομική κατάσταση ανιθαγενή και συνέπειες στην ιδιωτική του ζωή.

Ο προσφεύγων, ανιθαγενής, Σομαλιανής και Νιγηριανής καταγωγής, εισήλθε στην Ουγγαρία το 2002. Οι προσπάθειές του για καθορισμό νομικής κατάστασης ήταν ανεπιτυχείς. Αναγνωρίστηκε ως ανιθαγενής μόλις το 2017 και μόνο επειδή το 2015  το Συνταγματικό Δικαστήριο κήρυξε ως ανίσχυρη διάταξη νόμου που απαιτούσε ως προϋπόθεση για τη χορήγηση καθεστώτος ανιθαγενών, τη νόμιμη διαμονή στη χώρα, υποστηρίζοντας ότι η απαίτηση παραβίασε τις υποχρεώσεις δημοσίου διεθνούς δικαίου που κυρώθηκαν από την Ουγγαρία. Παραπονέθηκε για τις παρατεταμένες δυσκολίες που είχε κατά τη ρύθμιση της νομικής του κατάστασης, με φερόμενες δυσμενείς επιπτώσεις στην πρόσβασή του στην υγειονομική περίθαλψη,  στην απασχόληση και στο δικαίωμά του να παντρευτεί.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου διαπίστωσε ότι οι εγχώριες αρχές,  δεν θεώρησαν απαραίτητο να ενημερώσουν τον προσφεύγοντα σχετικά με τη δυνατότητα να υποβάλει αίτηση για αναγνώριση ανιθαγένειας όταν οι Νιγηριανές αρχές απέρριψαν το αίτημα του για αναγνώριση Νιγηριανής ιθαγένειας. Επίσης επισήμανε ότι, μετά την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της 23.02.2015, χρειάστηκαν τα εθνικά δικαστήρια πάνω από 2,5 χρόνια για να λάβουν τελική απόφαση στην υπόθεση του προσφεύγοντος, δίνοντάς του τελικά το καθεστώς του ανιθαγενή.

Κατά συνέπεια το ΕΔΔΑ έκρινε ότι το κράτος δεν  συμμορφώθηκε με τη θετική του υποχρέωση να παράσχει αποτελεσματική και προσβάσιμη διαδικασία που θα επέτρεπε  στον προσφεύγοντα να καθορίσει το ζήτημα της νομικής κατάστασής  του στην Ουγγαρία. Δέχτηκε παραβίαση του δικαιώματός του σε σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής (άρθρο 8) και επιδίκασε στον προσφεύγοντα ποσό 8.000 ευρώ για ηθική του βλάβη .

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων  Michael Sudita Keita, είναι ανιθαγενής (καταγωγής Σομαλίας και Νιγηρίας) που γεννήθηκε το 1985 και ζει στη Βουδαπέστη.

Η υπόθεση αφορούσε τις δυσκολίες ρύθμισης  της νομικής του κατάστασης στην Ουγγαρία για περίοδο 15 ετών. Ο προσφεύγων  έφτασε στην Ουγγαρία το 2002, υποβάλλοντας αίτημα αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα. Οι αρμόδιες αρχές για την μετανάστευση και το άσυλο την απέρριψαν τον ίδιο χρόνο.

Συνέχισε να ζει στη χώρα χωρίς νομικό καθεστώς, εκτός από μια περίοδο από το 2006 έως το 2008, όταν του χορηγήθηκε άδεια παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, επειδή δεν μπορούσε να επιστρέψει στη Σομαλία, ενώ ο εμφύλιος πόλεμος ήταν σε εξέλιξη και η πρεσβεία της Νιγηρίας στη Βουδαπέστη αρνήθηκε να τον αναγνωρίσει ως πολίτη της.

Οι αρχές ανακάλεσαν την άδεια παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους  το 2008 και διέταξαν την απέλασή του το 2009, αλλά δεν εκτελέστηκε.

Τελικά, το 2017, τα ουγγρικά δικαστήρια τον αναγνώρισαν ως ανιθαγενή. Το αίτημά του αρχικά απορρίφθηκε επειδή δεν πληρούσε την απαίτηση βάσει του σχετικού εσωτερικού δικαίου για «νόμιμη διαμονή στη χώρα». Ωστόσο αυτή η προϋπόθεση, διαπιστώθηκε αντισυνταγματική το 2015.

Υποστηρίζει ότι ζει με την ουγγρικής καταγωγής σύντροφό του από το 2009 και ολοκλήρωσε εκπαίδευση χειριστή βαρέων μηχανημάτων το 2010.

Βασιζόμενος ιδίως στο άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) της ΕΣΔΑ, ο προσφεύγων  παραπονέθηκε για την παρατεταμένη απροθυμία των αρχών να τακτοποιήσουν την κατάστασή του, ισχυριζόμενος ότι είχε αρνητικές επιπτώσεις στην πρόσβασή του στην υγειονομική περίθαλψη και στην απασχόληση αλλά και στο δικαίωμά του να παντρευτεί. Επικαλούμενος και τα  άρθρα 3, 5, 13 και 14 της Σύμβασης, ισχυρίστηκε ότι από το 2002 έως το 2017 οι ουγγρικές αρχές αρνήθηκαν να ρυθμίσουν ικανοποιητικά την κατάστασή του, γεγονός που προσέβαλε  σοβαρά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Λόγω της φύσης της καταγγελίας του προσφεύγοντος και του γεγονότος ότι εναπόκειται πρωτίστως στις εγχώριες αρχές να διασφαλίσουν την τήρηση της σχετικής υποχρέωσης της Σύμβασης, το Δικαστήριο θεωρεί ότι το κύριο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω είναι εάν, στο σύνολό τους, οι ουγγρικές αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 8, παρείχαν μια αποτελεσματική και προσβάσιμη διαδικασία ή έναν συνδυασμό διαδικασιών που επιτρέπουν στον προσφεύγοντα να καθορίσει τα ζητήματα της περαιτέρω διαμονής και του καθεστώτος του στην Ουγγαρία, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα συμφέροντα της ιδιωτικής ζωής του .

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο επισήμανε ότι ο προσφεύγων ζει στην Ουγγαρία από το 2002 χωρίς αναγνωρισμένο καθεστώς από οποιαδήποτε άλλη χώρα. Ζει μαζί με την ουγγρικής καταγωγή  σύντροφό του από το 2009 και έχει επίσης ολοκληρώσει ένα πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης, επομένως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έχει απολαύσει ιδιωτική ζωή στην Ουγγαρία.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι το νομικό καθεστώς του προσφεύγοντος στην Ουγγαρία ήταν αβέβαιο μεταξύ του 2002 και της 11.10.2017, δηλαδή για περίπου 15 χρόνια. Πράγματι, η μόνη περίοδος κατά την οποία είχε νόμιμη, αν και προσωρινή, άδεια παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, ήταν μεταξύ την 19.07.2006 έως και την 19.07.2008. Αυτή η κατάσταση οδήγησε σε μεγάλες περιόδους όταν δεν είχε κανένα δικαίωμα για υγειονομική περίθαλψη ή απασχόληση στην Ουγγαρία. Μόνο στις 11.10.2017, δυνάμει απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο προσφεύγων επανέκτησε το εν λόγω δικαίωμα. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η αβεβαιότητα του νομικού καθεστώτος του προσφεύγοντος είχε αρνητικές επιπτώσεις στην ιδιωτική του ζωή.

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο στην παρούσα υπόθεση είναι το γεγονός ότι ο προσφεύγων είναι επί του παρόντος ανιθαγενής.

Το Δικαστήριο θεώρησε σημαντικό να επισημανθούν διάφορες πτυχές των διαδικασιών που σχετίζονται με το καθεστώς του στην Ουγγαρία. Δεν συμφώνησε με τα επιχειρήματα της Κυβέρνησης που περιστρέφονται γύρω από την εκτίμηση ότι το άρθρο 8 της Σύμβασης δεν μπορούσε να ερμηνευθεί ως απαίτηση από το Κράτος να παραχωρήσει δικαίωμα ιθαγένειας σε ένα πρόσωπο. Η καταγγελία του προσφεύγοντος δεν αφορά την αδυναμία του να αποκτήσει ιθαγένεια, αλλά τη γενική αδυναμία ρύθμισης του καθεστώτος του στην Ουγγαρία για περίοδο 15 ετών. Επομένως, το Δικαστήριο δεν καλείται να εξετάσει εάν ο προσφεύγων  έπρεπε να έχει αναγνωριστεί με ιθαγένεια, αλλά να εξετάσει εάν είχε πραγματική δυνατότητα ρύθμισης του καθεστώτος του, επιτρέποντάς του να ζήσει μια κανονική ιδιωτική ζωή στην Ουγγαρία.

Δεν αμφισβητήθηκε από την κυβέρνηση ότι η πρεσβεία της Νιγηρίας στη Βουδαπέστη αρνήθηκε να αναγνωρίσει ιθαγένεια στον  προσφεύγοντα το 2006, καθιστώντας τον de facto ανιθαγενή από εκείνη τη στιγμή. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι εγχώριες αρχές, αγνοώντας το κυβερνητικό διάταγμα, δεν θεώρησαν απαραίτητη τη λήψη σχετικών μέτρων για να ενημερώσουν τον προσφεύγοντα σχετικά με τη δυνατότητα να υποβάλει αίτηση για αναγνώριση ιθαγένειας.

Πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί ότι, μέχρι την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου να καταστήσει ανενεργή την απαίτηση «νόμιμης διαμονής» από το άρθρο 76 παράγραφος 1 του νόμου RRTN, ήταν πρακτικά αδύνατο για τον προσφεύγοντα να αναγνωριστεί ως ανιθαγενής καθώς δεν πληρούσε αυτό το προαπαιτούμενο. Έτσι, στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με τις αρχές που απορρέουν από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1954 σχετικά με το καθεστώς των ανιθαγενών, ο προσφεύγων, ως ανιθαγενής, ήταν υποχρεωμένος να πληροί απαιτήσεις που, λόγω του καθεστώτος του, δεν μπορούσε να εκπληρώσει.

Το Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι, μετά την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της 23.02.2015, χρειάστηκε τα εθνικά δικαστήρια μεγάλο διάστημα  ως τις 11.10.2017 για να λάβουν τελική απόφαση στην υπόθεση του προσφεύγοντος, χορηγώντας του τελικά το καθεστώς του ανιθαγενή.

Λαμβανομένου υπόψη των  ανωτέρω στοιχείων, το Δικαστήριο δεν είναι πεπεισμένο ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, το εναγόμενο κράτος συμμορφώθηκε με τη θετική του υποχρέωση να παράσχει αποτελεσματική και προσβάσιμη διαδικασία ή συνδυασμό διαδικασιών που θα επέτρεπαν στον προσφεύγοντα να καθορίσει το ζήτημα της νομικής του κατάστασης  στην Ουγγαρία λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα προσωπικά του συμφέροντα με βάση το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Έκρινε ομόφωνα ότι  υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής του ζωής.

Δίκαιη Ικανοποίηση : το Δικαστήριο επιδίκασε ποσό των 8.000 για ηθική βλάβη και ποσό των 4.000 ευρώ για ηθική βλάβη και ποσό των 4.000 ευρώ για έξοδα και δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες