Η άρνηση να χορηγηθεί θεραπεία με μεθαδόνη σε τοξικομανείς, δεν παραβίασε το δικαίωμα τους στην ιδιωτική τους ζωή

ΑΠΟΦΑΣΗ

Abdyusheva κ.α. κατά Ρωσίας της 26/11/2019  (αριθμ. προσφ. 58502/11),

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δημόσια υγεία και  κρατική προστασία.

Οι προσφεύγοντες εθισμένοι σε οπιοειδή ζήτησαν αντικατάσταση της χορηγούμενης θεραπείας που λάμβαναν στα δημοσία νοσοκομεία με μεθαδόνη και βουπρενορφίνη. Το Ρωσικό κράτος αρνήθηκε  λόγω επικινδυνότητας της υποδεικνυόμενης θεραπείας για την υγεία τους, θεωρώντας  ότι είναι μη ενδεδειγμένη. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι δύο προσφεύγοντες βρίσκονται σε κατάσταση ύφεσης και απέρριψε την προσφυγή τους ως απαράδεκτη.

Για την τρίτη προσφεύγουσα το δικαστήριο έκρινε με έξι ψήφους έναντι μίας ότι δεν υπήρχε παραβίαση του άρθρου 8 γιατί η θεραπεία που πρότεινε ήταν επικίνδυνη, και επειδή  οι αρχές που ήταν υπεύθυνες για τη ζωή και την υγεία του κάθε ατόμου που υπάγεται στη δικαιοδοσία τους,  δεν μπορούσαν να αγνοήσουν αυτούς τους κινδύνους .

Επίσης δεν διαπίστωσε καμία απαγορευμένη διάκριση και παράβαση του άρθρου 14 γιατί  δεν υπήρξε διαφορά μεταχείρισης μεταξύ αυτών και των λοιπών ασθενών δεδομένου ότι οι εν λόγω ουσίες απαγορεύονταν σε κάθε περίπτωση.

Επίσης ομόφωνα δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 34 γιατί οι προσφεύγοντες δεν εμποδίστηκαν να ασκήσουν αναφορά και τέλος έκρινε με 5 ψήφους έναντι δύο ότι δεν υπήρχε διακριτική μεταχείριση μεταξύ των ατόμων που πάσχουν από την τοξικομανία σε σύγκριση με άτομα που πάσχουν από άλλες ασθένειες και ο κοινωνικός τους αποκλεισμός λόγω τοξικομανίας δεν αποδίδεται στο κράτος συνεπώς δεν υπήρχε  παραβίαση του άρθρου 3 σε συνδυασμό με το άρθρο 14.  Οι καταγγελίες απορρίφθηκαν ως αβάσιμες.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 3,

Άρθρο 8,

Αρθρο 14,

Άρθρο 34

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες, Aleksey Vladimirovich Kurmanayevskiy, η κ. Irina Nikolayevna Abdyusheva και ο κ. Ivan Vasilyevich Anoshkin, είναι τρεις Ρώσοι υπήκοοι, που γεννήθηκαν το 1981, 1966 και 1980 αντίστοιχα και που ζουν στο Καζάν, στο Καλίνινγκραντ και στο Τολιάττι.

Οι προσφεύγοντες οι οποίοι ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα εξαρτημένοι από την ηρωίνη, έλαβαν θεραπεία από γιατρούς σε κρατικά νοσοκομεία τα οποία εξειδικεύονται στη θεραπεία αποτοξίνωσης ναρκομανών. Οι προσφεύγοντες, οι οποίοι ήταν δυσαρεστημένοι με την θεραπεία που παρέχεται σε αυτά τα νοσοκομεία, προσέφυγαν στα δικαστήρια για την αντικατάσταση της θεραπείας με τη συνταγογράφιση μεθαδόνης και βουπρενορφίνης, θεραπεία που θεωρούσαν πιο αποτελεσματική. Τα αιτήματά τους απορρίφθηκαν με την αιτιολογία ότι η ομοσπονδιακή νομοθεσία απαγόρευσε τη χρήση μεθαδόνης και βουπρενορφίνης για τον σκοπό της θεραπείας της τοξικομανίας.

Σύμφωνα με πληροφορίες που παρέσχε η κυβέρνηση, την οποία δεν αμφισβήτησαν οι προσφεύγοντες, ο κ Kurmanayevskiy και ο κ. Anoshkin σταμάτησαν να χρησιμοποιούν ηρωίνη το 2014. Η κα Abdyusheva χρησιμοποιεί οπιοειδή από το 1984. Η τελευταία κατέθεσε έκθεση ιατρικής επιτροπής, αποτελούμενη από δύο τοξικολόγους και έναν ψυχίατρο από μια ΜΚΟ, το  Ουκρανικό Ινστιτούτο Δημόσιας Υγείας. Οι γιατροί υπέδειξαν ότι η ασθενής χρειαζόταν θεραπεία αντικατάστασης του είδους που ζητήθηκε. Σε απάντηση, η κυβέρνηση υπέβαλε ιατρικό  πιστοποιητικό που εκδόθηκε από μια ομάδα τοξικολόγων, οι οποίοι εργάζονται στο τοξικολογικό νοσοκομείο στο οποίο η προσφεύγουσα λάμβανε την αγωγή της. Το πιστοποιητικό αυτό διευκρίνισε ότι η θεραπεία αντικατάστασης με μεθαδόνη και βουπρενορφίνη δεν σταματούσε τον εθισμό των οπιοειδών ούτε είχε ως αποτέλεσμα την ύφεση. Οι γιατροί συνέστησαν στην προσφεύγουσα  να ακολουθήσει ένα θεραπευτικό πρόγραμμα βασισμένο σε ιατρικές και κοινωνικές μεθόδους απεξάρτησης, οι οποίες θα μπορούσαν να δώσουν αποτελέσματα ανεξάρτητα από το στάδιο της εξάρτησης.

Ο κ. Anoshkin λάμβανε οπιοειδή από το 1994. Τον Απρίλιο του 2012 υπέβαλε την ίδια αίτηση με τους άλλους δύο προσφεύγοντες στο Υπουργείο Υγείας της περιφέρειας της Σαμάρα. Το υπουργείο του πληροφόρησε ότι οι εν λόγω ουσίες απαγορεύονταν από το νόμο και πρότειναν να ακολουθήσει τη συμβατική θεραπεία. Ο κ. Anoshkin άσκησε ένδικα μέσα, τα οποία απορρίφθηκαν.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 8

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο κ. Kurmanayevskiy και ο κ. Anoshkin δεν απέδειξαν την ανάγκη για οποιαδήποτε ιατρική περίθαλψη και ειδικά για θεραπεία αντικατάστασης προκειμένου να ξεπεραστεί ο εθισμός τους στο όπιο. Πράγματι, σύμφωνα με τα ιατρικά έγγραφα που παρείχε η κυβέρνηση, και οι δύο βρίσκονται σε κατάσταση ύφεσης, για τέσσερα έτη και ένα έτος αντίστοιχα. Οι προσφεύγοντες δεν το αμφισβήτησαν αυτό. Επομένως, οι καταγγελίες τους ήταν αβάσιμες και επομένως απαράδεκτες.

Όσον αφορά την κα Abdyusheva, σύμφωνα με τις πληροφορίες που υπέβαλαν αμφότερα τα μέρη, ο εθισμός της δεν ήταν σε ύφεση,  και το Δικαστήριο έκανε την προσφυγή της παραδεκτή.

Όσον αφορά την ιατρική πτυχή, το Δικαστήριο έδωσε προσοχή στα επιχειρήματα αμφοτέρων μερών. Αφενός, το ΕΔΔΑ σημείωσε ότι η κυβέρνηση θεωρούσε ότι η θεραπεία αντικατάστασης δεν αποτελεί θεραπεία για την τοξικομανία, αλλά ως υποχώρηση στον εθισμό.  Το Δικαστήριο επισήμανε ότι, σύμφωνα με την Κυβέρνηση, οι  εν λόγω ουσίες αποτελούσαν σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, όπως η χρήση πολλών φαρμάκων, δηλαδή ο κίνδυνος ταυτόχρονης χρήσης της μεθαδόνης με άλλα οπιοειδή, όπως η ηρωίνη, με αποτέλεσμα την έκθεση σε κίνδυνο υπερβολικής δόσης και, συνεπώς, σε υψηλό κίνδυνο θανάτου. Η κυβέρνηση δήλωσε ότι οι δύο εν λόγω ουσίες ήταν οπιοειδή και ότι θα μπορούσαν απλώς να οδηγήσουν σε μια νέα μορφή εξάρτησης. Τόνισαν ότι οι αρχές, οι οποίες ήταν υπεύθυνες για τη ζωή και την υγεία του κάθε ατόμου που υπάγεται στη δικαιοδοσία τους, δεν μπορούσαν να αγνοήσουν αυτούς τους κινδύνους. Τέλος, η κυβέρνηση ανέφερε  ότι η ιατρική περίθαλψη πρέπει να ανατεθεί σε επαγγελματίες υγείας και όχι σε ασθενείς ή δικηγόρους, οι οποίοι δεν είχαν τις απαραίτητες ιατρικές γνώσεις.

Από την άλλη πλευρά, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα στήριξε τα επιχειρήματά της σε μια ευρεία ευρωπαϊκή συναίνεση σχετικά με την πρόσβαση στη θεραπεία αποτοξίνωσης,  σχετικά με την υποχρέωση της Ρωσίας να εισαγάγει την εν λόγω θεραπεία, η οποία προκύπτει, κατά την άποψή της, από τις διεθνείς συμβάσεις που υπέγραψε το εν λόγω κράτος και τελικά, σχετικά με τη χρησιμότητα της θεραπείας στην πρόληψη του HIV.

Το Δικαστήριο επανέλαβε την προηγούμενη διαπίστωση του ότι η θεραπεία αποτοξίνωσης με μεθαδόνη και βουπρενορφίνη για τη θεραπεία του εθισμού  οπιοειδών προϊόντων, αν και ήταν ευρέως διαδεδομένη στα κράτη μέλη, ήταν παρ όλα αυτά αμφιλεγόμενη  (βλ. Wenner κατά Γερμανίας, 1η Σεπτεμβρίου 2016, § 61). Κατά την αξιολόγηση των επιχειρημάτων των μερών, το Δικαστήριο σημείωσε ότι ήταν αρμόδιο μόνο για την εφαρμογή της Σύμβασης, και ότι δεν ήταν καθήκον του να ερμηνεύει ή να ελέγχει τη συμμόρφωση με άλλα διεθνή όργανα.

Επιπλέον, η κα Abdyusheva δεν αναφέρθηκε σε κανένα νομικά δεσμευτικό όργανο ή κείμενο το οποίο θα υποχρέωνε την Ρωσία να εφαρμόσει θεραπεία της τοξικομανίας με τη χρήση μεθαδόνης ή βουπρενορφίνης.

Από την άποψη αυτή, το εν λόγω μέτρο δεν θα ήταν τέτοιο ώστε να εμποδίσει την προσφεύγουσα, η οποία ήταν φορέας του εν λόγω ιού, να το κολλήσει. Τέλος, όσον αφορά την ευρωπαϊκή συναίνεση σε αυτό το θέμα, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό ήταν πράγματι ένας σημαντικός παράγοντας για την ανάλυση της αναλογικότητας, αλλά δεν ήταν καθοριστικός παράγοντας.

Το Δικαστήριο είχε την άποψη ότι οι κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία που έθιξε η κυβέρνηση – και ήταν και  αδιαμφισβήτητοί από την προσφεύγουσα, δηλαδή τον επικίνδυνο χαρακτήρα των επίμαχων ουσιών, τη χρήση πολλών φαρμάκων,  και  ο συνεπαγόμενος αυξημένος κίνδυνος θανάτου, ήταν αρκετά σοβαροί. Οι ρωσικές αρχές, εμπνευσμένες από τις ανησυχίες για τη διαφύλαξη της υγείας όλων των ατόμων που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους, ήταν συνεπώς δικαιολογημένες για τη θέσπιση μέτρων που περιστασιακά ήταν τόσο δραστικά όπως η απαγόρευση ορισμένων οπιοειδών.

Λαμβανομένου υπόψη του μεγάλου περιθωρίου εκτίμησης που διαθέτουν οι ρωσικές αρχές στον τομέα της δημόσιας υγείας, το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν σε καλύτερη θέση από εκείνο να καθορίσουν την πολιτική σε ένα ζήτημα τόσο ευαίσθητο όσο η καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών, τη ρύθμιση της αγοράς φαρμάκων και την ιατρική θεραπεία που πρέπει να δοθεί στους ναρκομανείς.

Επιπλέον, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε στερηθεί τη δυνατότητα να ακολουθήσει συμβατική θεραπεία στα ρωσικά νοσοκομεία. Επαναλαμβάνει ότι ο ρόλος του δεν ήταν να αντικαταστήσει τους επαγγελματίες υγείας ή να κρίνει την αποτελεσματικότητα των μεθόδων θεραπείας εξάρτησης.

Λαμβάνοντας υπόψη τόσο τους κινδύνους δημόσιας υγείας της θεραπείας αντικατάστασης όσο και την ατομική κατάσταση της προσφεύγουσας, η οποία έλαβε ιατρική φροντίδα, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ρωσικές αρχές δεν είχαν υπερβεί το περιθώριο εκτίμησής τους και δεν είχαν παρέμβει στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής της ζωής. Δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8.

Άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8

Οι προσφεύγοντες συνέκριναν την κατάστασή τους με την κατάσταση άλλων ατόμων που πάσχουν από χρόνια ασθένειες, όπως ο διαβήτης, το άσθμα ή οι καρδιακές παθήσεις. Ωστόσο, σύμφωνα με την Κυβέρνηση, στη Ρωσία απαγορεύονταν οι ουσίες που ζήτησαν οι προσφεύγοντες ως υποκατάστατα των οπιοειδών, δηλαδή η μεθαδόνη και η βουπρενορφίνη σε όλες τις ιατρικές θεραπείες όλων των ασθενών.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι ασθένειες τις οποίες επικαλούνται οι προσφεύγοντες μπορούν να συγκριθούν με  τον εθισμό στα οπιοειδή, δεν υπήρξε διαφορά μεταχείρισης μεταξύ αυτών και των λοιπών ασθενών δεδομένου ότι οι εν λόγω ουσίες απαγορεύονταν σε κάθε περίπτωση.

Ως εκ τούτου η καταγγελία ήταν αβάσιμη και έπρεπε να απορριφθεί.

Άρθρο 34

Κατά τη σύλληψή της και κατά τη διάρκεια των διοικητικών διατυπώσεων που ακολούθησαν στο αστυνομικό τμήμα, η κα Abdyusheva δεν ερωτήθηκε για την προσφυγή της ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε ενθαρρύνθηκε, άμεσα ή έμμεσα, να την αποσύρει. Οι αστυνομικοί είχαν δηλώσει απλώς ότι έπρεπε να παρουσιαστεί στο γραφείο του εισαγγελέα, μια συνήθη πρακτική στη συλλογή πληροφοριών. Παραβρέθηκε  στην συνάντηση με δική της ελεύθερη βούληση, συνοδευόμενη από τον δικηγόρο της, ο οποίος είχε την δυνατότητα, αν είχε παρατηρήσει ενδεχόμενη κατάχρηση από τον εισαγγελέα, να επιστήσει την προσοχή του δικαστηρίου.  Ωστόσο, δεν υπήρχε τίποτα στα έγγραφα που υπέβαλαν στο Δικαστήριο η προσφεύγουσα και ο δικηγόρος της, τα οποία να περιέχουν αντίρρηση ως προς το πως διεξήχθη η συνάντηση ή για τη συμπεριφορά του εισαγγελέα. Έτσι, δεν υπήρχε τίποτα που να δείχνει  ότι η εν λόγω ανάκριση αποσκοπούσε να αναγκάσει την προσφεύγουσα να αποσύρει ή να τροποποιήσει την προσφυγή της ενώπιον του Δικαστηρίου.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι κρατικές αρχές δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ότι εμπόδισαν την κυρία Abdyusheva και τον κ. Anoshkin κατά την άσκηση του δικαιώματός τους για ατομική προσφυγή. Το εναγόμενο κράτος δεν είχε παραβιάσει  τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 34.

Άρθρο 3, μόνο του και σε συνδυασμό με το άρθρο 14

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η άρνηση παροχής πρόσβασης στα φάρμακα που ζήτησαν οι προσφεύγοντες δεν ήταν κατά παράβαση του άρθρου 3 της Σύμβασης.

Ένα άτομο το οποίο βρίσκονταν σε κατάσταση στέρησης αντιμετώπισε πράγματι έντονο πόνο, αλλά αυτό δεν προκλήθηκε από  Κρατική δράση και ήταν μόνο συνέπεια της εξάρτησης από τα οπιοειδή. Ιατρική υποστήριξη για τη στέρηση, την οποία είχαν λάβει οι προσφεύγοντες,  διατίθεται στα ρωσικά νοσοκομεία. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι προσφεύγοντες δεν διευκρίνισαν περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν είχαν λάβει ιατρική βοήθεια ή ότι ήταν προφανώς ανεπαρκής και είχε προκαλέσει ταλαιπωρία που έφτασε στο επίπεδο της σοβαρότητας του άρθρου 3.

Τέλος, το Δικαστήριο έκρινε ότι η περιφρόνηση της κοινωνίας στους τοξικομανείς, την οποία οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν, δεν μπορούσε να αποδοθεί στο κράτος. Δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι το κράτος είχε ταπεινώσει τους προσφεύγοντες. Οι προσφεύγοντες δεν εξήγησαν επίσης πώς η άδεια χρήσης μεθαδόνης θα μπορούσε να αλλάξει τη στάση της κοινωνίας απέναντί τους ή να εμπνεύσει μεγαλύτερο σεβασμό.

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι δεν υπήρχαν ισχυρισμοί ότι οι κρατικοί μηχανισμοί  είχαν προκαλέσει τα εν λόγω προβλήματα. Οι λοιπές καταγγελίες που αφορούσαν μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3 ήταν αβάσιμες. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε διακριτική μεταχείριση μεταξύ των ατόμων που πάσχουν από την τοξικομανία σε σύγκριση με άτομα που πάσχουν από άλλες ασθένειες.

Κατόπιν αυτών οι καταγγελίες των προσφευγόντων ήταν αβάσιμες και έπρεπε να απορριφθούν.

Μειοψηφούσες απόψεις

Οι δικαστές Dedov και Keller εξέφρασαν χωριστές γνώμες, οι οποίες επισυνάπτονται στην απόφαση (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες