Η απομόνωση κρατούμενου για επανειλημμένα πειθαρχικά παραπτώματα, δεν συνιστά απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση

ΑΠΟΦΑΣΗ

Astruc κατά Γαλλίας της 14.05.2020 (αριθ. προσφ. 5499/15)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο προσφεύγων κατηγορήθηκε για φοροδιαφυγή μεγάλης αξίας. Κατά το διάστημα της κράτησης του, ανευρέθηκαν στο κελί του  από τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους μη επιτρεπόμενα αντικείμενα, τα οποία προφανώς προμήθευε σε αυτόν άτομο εκτός φυλακής. Τέθηκε σε απομόνωση για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα εγχώρια Δικαστήρια απέρριψαν αμετάκλητα το αίτημα του για άρση της πειθαρχικής ποινής της κράτησης του σε ειδικό χώρο.

Το Στρασβούργο διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων είχε παραβιάσει τον κανονισμό των φυλακών  για αυτό το λόγο επιβλήθηκε σε αυτόν το μέτρο της απομόνωσης. Η κατάσταση της υγείας του εξετάζονταν τακτικά και δεν διέτρεχε κανένα κίνδυνο.

Όσον αφορά τις διαδικαστικές εγγυήσεις, το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι ο προσφεύγων συμμετείχε σε ακροαματική διαδικασία, παρουσία του δικηγόρου του πριν την έκδοση της απόφασης για την τοποθέτηση του στην απομόνωση, είχε υποβάλει έγγραφες αντιρρήσεις και είχε ζητήσει από το συμβούλιο την άρση του μέτρου. Κατά συνέπεια έκρινε ότι δεν υπέστη απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Μη παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 3

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Cyril Astruc, είναι Γάλλος υπήκοος που γεννήθηκε το 1973 και κρατήθηκε στη Φυλακή Fresnes.

Ο προσφεύγων τέθηκε υπό κράτηση βάσει πέντε ενταλμάτων στο πλαίσιο δικαστικών ερευνών εναντίον του, ορισμένα εκ των οποίων αφορούσαν φοροδιαφυγή από επιχείρηση πώλησης άνθρακα, η οποία είχε οδηγήσει σε υπεξαίρεση 146 εκατομμυρίων ευρώ. Τοποθετήθηκε στη φυλακή Fresnes στις 10 Ιανουαρίου 2014 για μία από αυτές τις υποθέσεις.

Στις 26 Μαρτίου 2014, η διοίκηση της φυλακής ενημέρωσε τον ανακριτή ότι η παρακολούθηση των τηλεφωνικών κλήσεων του, εντόπισε εξωτερικές επαφές για παροχή υπηρεσιών. Στις 8 Απριλίου 2014, ο προσφεύγων τέθηκε προσωρινά σε απομόνωση επειδή συνελήφθη να έχει  προμηθευτεί αντικείμενα που δεν μπορούσαν να αγοραστούν στη φυλακή. Στις 11 Απριλίου 2014 ο διευθυντής των φυλακών αποφάσισε να τον τοποθετήσει σε απομόνωση από τις 12 Απριλίου 2014 έως τις 12 Ιουλίου 2014, προκειμένου να «αποτρέψει την επανάληψη των παράνομων προμηθειών». Στις 13 Απριλίου 2014, ο κ. Astruc υπέβαλε αίτηση αναστολής με αίτημα προσωρινής διαταγής στο δικαστή υπηρεσίας του διοικητικού δικαστηρίου ζητώντας αναστολή εκτέλεσης της απόφασης αυτής. Ο  δικαστής απέρριψε την αίτηση για έλλειψη κατεπείγοντος.

Στις 30 Απριλίου 2014, ο προσφεύγων εισήχθη στη ψυχιατρική μονάδα του νοσοκομείου φυλακών. Δύο ημέρες μετά έφυγε από τη μονάδα κατόπιν αιτήματός του και κρατήθηκε σε απομόνωση.

Στις 5 Μαΐου 2014 υπέβαλε νέα αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που τον είχε θέσει  σε περιορισμό. Ισχυρίστηκε ειδικότερα ότι η κατάσταση της υγείας του είχε επιδεινωθεί σημαντικά και ότι η κατοχή ειδών προσωπικής υγιεινής και άλλων προϊόντων δεν αποτελούσε κίνδυνο για τη φυλακή ή για άλλα άτομα. Την ίδια ημέρα ο  δικαστής υπηρεσίας απέρριψε το αίτημά του.

Σε επιστολή της 16ης Ιουνίου 2014, ο διευθυντής  της φυλακής ενημέρωσε τον ανακριτή ότι είχαν κατασχεθεί απαγορευμένα αντικείμενα στο κελί και ότι ο προσφεύγων είχε δεχτεί πολλές επισκέψεις, είχε δεχτεί δέματα με τρόφιμα και είχε αποθηκεύσει προϊόντα από την καντίνα σε τέτοιες ποσότητες που έπρεπε να φυλαχτούν σε άλλο κελί. Στις 17 Ιουνίου 2014, στον προσφεύγοντα  επιβλήθηκε πειθαρχική κύρωση εγκλεισμού σε κελί απομόνωσης για επτά ημέρες μετά την εύρεση στο κελί του μίας θύρας USB που δεν θα μπορούσε να αγοραστεί μέσα στη φυλακή.

Στις 23 Ιουνίου 2014, πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία, ο διευθυντής της φυλακής αποφάσισε να άρει το μέτρο περιορισμού.

Στις 13 Σεπτεμβρίου 2017, ο προσφεύγων καταδικάστηκε από το Ποινικό Δικαστήριο του Παρισιού σε ποινή κάθειρξης 9 ετών και πρόστιμο 1.000.000 ευρώ για  φοροδιαφυγή. Στις 9 Σεπτεμβρίου 2019, το Εφετείο του Παρισιού αύξησε την ποινή σε 10 χρόνια. Ο προσφεύγων  δεν ήταν παρών σε καμία ακρόαση καθώς είχε εξαφανιστεί μετά την αποφυλάκιση του το 2015.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 3

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι, ενώ τα αντικείμενα που βρέθηκαν κατά τη διάρκεια ερευνών στο κελί του δεν αντιπροσώπευαν ιδιαίτερο κίνδυνο, η διοίκηση της φυλακής είχε λάβει την απόφασή της να τον τοποθετήσει σε απομόνωση βάσει του ποινικού προφίλ του προσφεύγοντος  και τις σημαντικές οικονομικές του διασυνδέσεις  που του επέτρεπαν να λαμβάνει υπηρεσίες από εξωτερικές επαφές, παραβιάζοντας έτσι τον κανονισμό της φυλακής. Έτσι, το μέτρο είχε ως στόχο να διευκρινίσει πώς είχε αγοράσει μη επιτρεπόμενα αντικείμενα ενώ ήταν στη φυλακή και να αποτρέψει τη συνέχιση αυτής της προμήθειας.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι, μολονότι από τη διοίκηση των φυλακών δεν υπήρχε αξιολόγηση της κατάστασης της υγείας  του προσφεύγοντος για να  τεθεί σε απομόνωση, καθώς κανένας εξωτερικός γιατρός δεν είχε παρέμβει για το σκοπό αυτό,  η κατάσταση της υγείας του δεν χρειάστηκε σε καμία περίπτωση να λάβει τέτοια αξιολόγηση αφού έφυγε από την ψυχιατρική μονάδα του νοσοκομείου. Όπως είχαν αναφέρει τα εθνικά δικαστήρια, δεν υπήρχε ένδειξη ότι η κατάσταση της υγείας του είχε επιδεινωθεί. Ο προσφεύγων είχε φύγει την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά τη νοσηλεία του, κάτι που δεν κρίθηκε απαραίτητο από τον ψυχίατρο της μονάδας φυλακής. Το μητρώο φυλακών έδειξε επίσης ότι ο προσφεύγων παρακολουθείτο τακτικά από τις ιατρικές ομάδες. Επίσης, επιβεβαιώθηκε ότι η κατάσταση της υγείας του δεν απαιτούσε προσαρμογή των συνθηκών κράτησής του.

Όσον αφορά τις διαδικαστικές εγγυήσεις, το Δικαστήριο επισήμανε ότι ο προσφεύγων  συμμετείχε σε ακροαματική διαδικασία, παρουσία δικηγόρου, πριν από την τελική απόφαση να τοποθετηθεί στην απομόνωση. Πιο πριν ο προσφεύγων  είχε ενημερωθεί για τα σχετικά έγγραφα και είχε υποβάλει έγγραφες αντιρρήσεις. Είχε επίσης υποβάλει δύο αιτήσεις στον δικαστή υπηρεσίας  και εν συνεχεία  δύο προσφυγές ενώπιον του Conseil dÉtat, τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2014, οι οποίες απορρίφθηκαν. Μέσω δε του διαμεσολαβητή του συμβουλίου,  είχε ζητήσει από τη διοίκηση των φυλακών να άρει το μέτρο και το αίτημα αυτό απορρίφθηκε αρχικά, αλλά αργότερα έγινε δεκτό τον Ιούνιο του 2014.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο προσφεύγων είχε λάβει τις ελάχιστες διαδικαστικές εγγυήσεις που απαιτούνται σε τέτοια θέματα για να αποφευχθεί ο κίνδυνος αυθαίρετων αποφάσεων. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων είχε κρατηθεί σε μερική και σχετική απομόνωση, ένα μέτρο που δικαιολογείται από λόγους ασφαλείας και ήταν συμβατό με την κατάσταση της υγείας του, η οποία παρακολουθείτο, ότι η κατάστασή του επανεξετάζονταν τακτικά και ότι είχε λάβει τις απαραίτητες διαδικαστικές εγγυήσεις για να αποτραπεί οποιαδήποτε αυθαιρεσία στη διαδικασία.

Το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση σε βάρος του προσφεύγοντος και ην προσφυγή του βάσει του άρθρου 3 της Σύμβασης απορρίφθηκε ως προδήλως αβάσιμη (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες