Η απέλαση παράνομα διαμένοντος αλλοδαπού που διέπραξε σοβαρά αδικήματα δεν παραβίασε την ιδιωτική του ζωή

ΑΠΟΦΑΣΗ

Pormes κατά Ολλανδίας της 28.07.2020  (αριθ. προσφ. 25402/14)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Απέλαση κατ΄εξακολούθηση εγκληματία και δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής.

Ο προσφεύγων εισήλθε στην Ολλανδία με βίζα σε ηλικία μόλις 4 ετών και έζησε στην χώρα αυτή μέχρι τα 26 του χρόνια. Ουδέποτε απέκτησε άδεια παραμονής και τέλεσε πολλές φορές το σοβαρό αδίκημα της προσβολής γενετήσιας αξιοπρεπείας. Το αρμόδιο Υπουργείο απέρριψε  την αίτηση του για άδεια παραμονής γιατί αποτελούσε κίνδυνο για την δημόσια ασφάλεια ως υπότροπος εγκληματίας. Απελάθηκε στην χώρα καταγωγής του, την Ινδονησία. Άσκησε καταγγελία για παραβίαση της ιδιωτικής ζωής.

Το Στρασβούργο επισήμανε ότι είναι δικαίωμα του κάθε κράτους σύμφωνα με το  διεθνές δίκαιο, να ελέγχει την είσοδο αλλοδαπών στην επικράτειά του και την παραμονή τους εκεί. Η ΕΣΔΑ δεν εγγυάται το δικαίωμα αλλοδαπού να εισέλθει ή να διαμείνει σε μια συγκεκριμένη χώρα. Κάθε κράτος πρέπει να επιτύχει μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των ανταγωνιστικών συμφερόντων του ατόμου και της κοινότητας στο σύνολό της.

Στην υπό κρίση περίπτωση το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων ήταν υπότροπος εγκληματίας, και συνέχιζε να τελεί εγκλήματα ακόμα και όταν διαπίστωσε την παράνομη διαμονή του στην Ολλανδία. Κατά συνέπεια το ΕΔΔΑ κατέληξε ότι απελαύνοντας τον προσφεύγοντα στη χώρα καταγωγής τους, χωρίς να απαγορεύσουν την είσοδο του στην Ολλανδία,   οι εγχώριες αρχές δεν υπερέβησαν το περιθώριο εκτίμησης που διέθεταν στην συγκεκριμένη περίπτωση. Το ΕΔΔΑ έκρινε κατά πλειοψηφία ότι δεν υπάρχει παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής του προσφεύγοντος (άρθρο 8 της ΕΣΔΑ).

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Hein Pormes, είναι υπήκοος της Ινδονησίας ο οποίος γεννήθηκε το 198.

Η υπόθεση αφορούσε την καταγγελία του σχετικά με την άρνηση των ολλανδικών αρχών να του χορηγήσουν άδεια παραμονής, παρόλο που ζούσε στις Κάτω Χώρες από την ηλικία των τεσσάρων ετών.

Ο προσφεύγων έφτασε στις Κάτω Χώρες το 1991 όταν πέθανε η μητέρα του, η οποία κατάγονταν από την Ινδονησία. Ο φερόμενος πατέρας του, ολλανδός υπήκοος,  τον έφερε στη χώρα, ο οποίος πέθανε επίσης το 1999. Ένας θείος και μία θεία τον μεγάλωσαν οι οποίοι είναι ολλανδοί υπήκοοι και τους οποίους θεωρεί ως ανάδοχους γονείς.

Το 2004, όταν έγινε 17 ετών, ανακάλυψε ότι, σε αντίθεση με όσα είχε υποθέσει, ενδέχετο  να μην είχε ολλανδική υπηκοότητα. Έμαθε ότι είχε φτάσει στη χώρα με τουριστική βίζα η οποία  έληξε αρκετούς μήνες μετά την άφιξή του και ότι ούτε ο φερόμενος πατέρας του ούτε οι ανάδοχοι γονείς του είχαν λάβει μέτρα για να ρυθμίσουν  το καθεστώς παραμονής του.

Έτσι, το 2006 υπέβαλε αίτηση για προσωρινή άδεια παραμονής. Ωστόσο, το 2007 η Υφυπουργός Δικαιοσύνης απέρριψε την αίτησή του, διότι αποτελούσε κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια λόγω πρόσφατης καταδίκης του για προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας  και για άλλες τέσσερις κατηγορίες απόπειρας του ίδιου εγκλήματος. Ισορροπώντας ανάμεσα στους δεσμούς του με τις Κάτω Χώρες και τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζε στην Ινδονησία έναντι της σοβαρότητας  των εγκλημάτων του, η Υφυπουργός τόνισε ότι η διαμονή του στις Κάτω Χώρες δεν ήταν ποτέ νόμιμη.

Το 2008, η Υφυπουργός απέρριψε την ένσταση του προσφεύγοντος, διατηρώντας τη θέση της και παρατηρώντας ότι στο μεταξύ είχε καταδικαστεί ξανά για τα ίδια αδικήματα.

Άσκησε έφεση κατά της απόφασης στα δικαστήρια, αλλά το τμήμα διοικητικής δικαιοδοσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, τελικά, το 2013 έκρινε ότι η Υφυπουργός ορθώς είχε δώσει βαρύτητα  στα αδικήματα που διέπραξε δεδομένης της φύσης και της σοβαρότητάς τους και στο γεγονός ότι ήταν υπότροπος εγκληματίας. Η απόφαση επισήμανε επίσης ότι ο προσφεύγων ήταν ενήλικας και γνώριζε ότι δεν  έχει άδεια παραμονής όταν διέπραξε τα αδικήματα.

Ο προσφεύγων εγκατέλειψε εθελοντικά τις Κάτω Χώρες για την Ινδονησία το 2016, υπογράφοντας δήλωση με το Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης βάση της οποίας συμφωνεί να διακόψει όλες τις διαδικασίες που αποσκοπούν στην απόκτηση άδεια παραμονής στις Κάτω Χώρες με αντάλλαγμα την οικονομική του ενίσχυση.

Βασιζόμενος στο άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι οι εγχώριες αρχές είχαν προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στο ποινικό μητρώο, παραλείποντας να συμπεριλάβουν στην εξισορρόπηση της οικογενειακής του ζωής με τους θετούς γονείς του και τους ισχυρούς κοινωνικούς και πολιτιστικούς δεσμούς με την Ολλανδία, όταν αποφάσισαν να μη του χορηγήσουν την άδεια παραμονής.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο σημείωσε εξαρχής ότι δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι ο προσφεύγων είχε ιδιωτική ζωή στις Κάτω Χώρες.  Ακόμη και αν ένα άτομο 26 ετών μπορούσε ακόμη να θεωρηθεί «νεαρός ενήλικας», το Δικαστήριο σημειώνει ότι τουλάχιστον το 2011 ο προσφεύγων δεν ζούσε πλέον με τους θετούς γονείς του. Λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο θεώρησε σκόπιμο να επικεντρωθεί κυρίως στην πτυχή της «ιδιωτικής ζωής». Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι ένα κράτος έχει το δικαίωμα, με βάση το διεθνές δίκαιο, να ελέγχει την είσοδο αλλοδαπών στην επικράτειά του και την κατοικία τους εκεί. Η Σύμβαση δεν εγγυάται το δικαίωμα αλλοδαπού να εισέλθει ή να διαμείνει σε μια συγκεκριμένη χώρα και, στο πλαίσιο του καθήκοντός του να διαφυλάξει τη δημόσια τάξη. Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι, στο πλαίσιο τόσο θετικών όσο και αρνητικών υποχρεώσεων, το Κράτος πρέπει να επιτύχει μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των ανταγωνιστικών συμφερόντων του ατόμου και της κοινότητας στο σύνολό της. Ωστόσο, και στα δύο πλαίσια το κράτος απολαμβάνει ένα ορισμένο περιθώριο εκτίμησης.

Όσον αφορά τους αλλοδαπούς που ζητούν είσοδο σε χώρα υποδοχής, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 8 δεν συνεπάγεται γενική υποχρέωση ενός κράτους να σέβεται την επιλογή των μεταναστών από τη χώρα διαμονής τους και να επιτρέπει την οικογενειακή επανένωση στην επικράτειά του. Έκρινε ότι σε περιπτώσεις που αφορούσαν την οικογενειακή ζωή και τη μετανάστευση, η έκταση των υποχρεώσεων ενός κράτους να δέχεται  στην επικράτειά του συγγενείς προσώπων που διαμένουν εκεί, κυμαίνονταν ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες των εμπλεκομένων και το γενικό συμφέρον. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο προσφεύγων έφτασε στις Κάτω Χώρες τον Απρίλιο του 1991 όταν δεν ήταν ακόμη τεσσάρων ετών και ότι έτσι πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής και της εφηβικής  του ηλικίας στη χώρα αυτή. Ωστόσο, μετά τη λήξη της βραχυχρόνιας τουριστικής βίζας του τον Αύγουστο του 1991, η διαμονή του στις Κάτω Χώρες δεν ήταν νόμιμη. Επομένως, δεν ήταν «νόμιμος μετανάστης», καθώς αυτή η έννοια έχει χρησιμοποιηθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι, από την άφιξή του στις Κάτω Χώρες, ο προσφεύγων μεγάλωσε σε οικογένεια ολλανδών υπηκόων. Έλαβε όλη τη σχολική του εκπαίδευση στις Κάτω Χώρες και,  μεγάλωσε όπως κάθε άλλο παιδί. Το 2004, το έτος κατά το οποίο έγινε 17 ετών, ο προσφεύγων διαπίστωσε ότι, σε αντίθεση με όσα είχε υποθέσει μέχρι τότε, ενδέχεται να μην είχε ολλανδική ιθαγένεια και ότι η κατοικία του στις Κάτω Χώρες θα μπορούσε στην πραγματικότητα να ήταν παράνομη από τη στιγμή της η τουριστική βίζα είχε λήξει περίπου τρεισήμισι μήνες μετά την πρώτη άφιξή του το 1991. Επιδίωξε να κανονίσει τη παραμονή του στις Κάτω Χώρες ζητώντας άδεια παραμονής τον Σεπτέμβριο του 2006. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων είχε ήδη ζήσει 15 χρόνια στη χώρα, συμπεριλαμβανομένων των κρίσιμων χρόνων για την διαμόρφωση της προσωπικότητας τους, καθώς και της εφηβείας του, το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι είχε δημιουργήσει πολύ ισχυρούς δεσμούς εκεί.

Όσον αφορά τους δεσμούς του προσφεύγοντος με την Ινδονησία, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι, εκτός από το ότι γεννήθηκε και έζησε εκεί έως ότου ήταν σχεδόν τεσσάρων ετών, ότι έχει την Ινδονησιακή υπηκοότητα και ότι είναι η χώρα καταγωγής της αποθανούσης μητέρας του, αυτοί οι δεσμοί δεν ήταν δυνατοί. Προφανώς δεν είχε πραγματικούς οικογενειακούς ή κοινωνικούς δεσμούς και δεν μιλούσε Ινδονησιακά.

Ωστόσο, δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι ο προσφεύγων διέπραξε επανειλημμένως αδικήματα. Το 2004, ενώ ήταν νεαρός, διέπραξε επίθεση για την οποία δέχθηκε εξωδικαστική διαμεσολάβηση. Δεν μπορεί να εξακριβωθεί από το φάκελο της υπόθεσης εάν γνώριζε ήδη την επισφαλή κατάσταση διαμονής του εκείνη τη στιγμή. Το γνώριζε όταν, τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 2005 – όταν είχε ενηλικιωθεί – διέπραξε τα αδικήματα της προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας  και επιχείρησε ασελγείς πράξεις, που είχε ως αποτέλεσμα την καταδίκη του την 1η Αυγούστου 2006. Επιπλέον, αν και γνώριζε ότι μια περαιτέρω καταδίκη εντός των επόμενων δύο ετών θα οδηγούσε στην εκτέλεση της ανασταλτικής ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε και ενώ περίμενε απόφαση σχετικά με την αίτηση για άδεια παραμονής που είχε καταθέσει τον Σεπτέμβριο του 2006, ο προσφεύγων  και πάλι διέπραξε αδικήματα της προσβολής της γενετήσιας ευπρέπειας  τον Μάιο, τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 2007, για τα οποία και καταδικάστηκε στις 27 Ιουλίου 2008. Το Δικαστήριο σημείωσε σχετικά με τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος μεταξύ της διάπραξης του τελευταίου αδικήματος τον Δεκέμβριο του 2007 και της αναχώρησής του από την Ολλανδία τον Αύγουστο του 2016 ότι φαίνεται ότι δεν προσβλήθηκε κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

Το Δικαστήριο συμφώνησε με την κυβέρνηση ότι τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο προσφεύγων  το 2006 και το 2008 ήταν αναμφίβολα σοβαρά, που συνεπάγονταν παραβίαση της γενετήσιας αξιοπρέπειας των ανυποψίαστων νεαρών γυναικών. Ο προσφεύγων   επιπλέον, δεν ήταν πλέον ανήλικος όταν διέπραξε αυτά τα αδικήματα. Επιπλέον, το Δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη ότι οι καταδικαστικές αποφάσεις τον Αύγουστο του 2006 και τον Ιούλιο του 2008 αφορούσαν τουλάχιστον πέντε αδικήματα και ότι ο προσφεύγων  ήταν συνεπώς πολλαπλά υπότροπος.

Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, δεδομένης της διάρκειας διαμονής του και της έντασης των σχέσεών του με τις Κάτω Χώρες, η μετεγκατάσταση του προσφεύγοντος στην Ινδονησία θα είχε ως αποτέλεσμα κάποια δυσκολία. Παρ’ όλα αυτά, ήταν ένας υγιής ενήλικος άντρας, και δεν υποστηρίχθηκε ούτε φαίνεται ότι δεν μπορούσε να διαχειριστεί την διαμονή του στη χώρα αυτή. Σε αυτό το τελευταίο πλαίσιο, το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο προσφεύγων διέθετε ορισμένες πρακτικές δεξιότητες όπως η μεταλλουργία και η μαγειρική, και δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι δεν θα μπορούσε να προσαρμοστεί στον Ινδονησιακό πολιτισμό και να μάθει τη γλώσσα. Οι επαφές με την ανάδοχη οικογένεια του και άλλα πρόσωπα  στην Ολλανδία θα μπορούσαν να διατηρηθούν μέσω σύγχρονων μέσων επικοινωνίας. Το Δικαστήριο παρατήρησε επίσης ότι δεν επιβλήθηκε απαγόρευση εισόδου στον προσφεύγοντα, γεγονός που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να υποβάλει αίτηση για βίζα προκειμένου να πραγματοποιήσει επισκέψεις στις Κάτω Χώρες.

Επιπλέον, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι στην παρούσα υπόθεση, κάθε εγχώριο αρμόδιο  όργανο έλαβε συγκεκριμένα υπόψη τις υποχρεώσεις του κράτους βάσει του άρθρου 8 της Σύμβασης. Ο Αναπληρωτής Υπουργός Δικαιοσύνης, ενώ τόνισε ότι η διαμονή του προσφεύγοντα στις Κάτω Χώρες δεν ήταν ποτέ νόμιμη, εξισορρόπησε τους δεσμούς του με τις Κάτω Χώρες και τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζε να προσαρμοστεί  στη ζωή στην Ινδονησία ενάντια στη σοβαρότητα της εγκληματικής του προσωπικότητας. Ενώ το περιφερειακό δικαστήριο θεώρησε ότι η αναπληρωτής υπουργός δεν είχε δηλώσει επαρκώς το βάρος που άσκησε σε ορισμένες περιστάσεις, το τμήμα διοικητικής δικαιοδοσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ότι η αναπληρωτής υπουργός ορθώς είχε προσδώσει μεγάλη βαρύτητα στα αδικήματα που διέπραξε ο προσφεύγων  λόγω της φύσης και τη σοβαρότητάς τους και του γεγονότος  ότι ο προσφεύγων ήταν υπότροπος εγκληματίας. Στην απόφασή του σημείωσε επίσης ότι όταν ο προσφεύγων διέπραξε τα επίμαχα αδικήματα, ήταν ενήλικας και γνώριζε ότι δεν διέθετε άδεια διαμονής.

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, και λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τη φύση, τη σοβαρότητα και τον αριθμό των αδικημάτων που διαπράχθηκαν από τον προσφεύγοντα  συμπεριλαμβανομένης του χρόνου τέλεσης κατά τον οποίο γνώριζε ότι το καθεστώς διαμονής του στις Κάτω Χώρες ήταν επισφαλές, το Δικαστήριο είναι ικανοποιημένο ότι οι εγχώριες αρχές δεν απέδωσαν υπερβολικό βάρος στο γενικό συμφέρον για την πρόληψη της αναταραχής ή του εγκλήματος και ότι δεν υπερέβησαν το περιθώριο εκτίμησης που τους δόθηκε στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης.

Το δικαστήριο έκρινε κατά πλειοψηφία ότι δεν υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 8 της Σύμβασης (επιμέλεια echrcaselaw.com).

 

 

 

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες