Η απαγόρευση στη τηλεόραση χαρακτηρισμού κόμματος ως ακροδεξιού παραβίασε την ελευθερία της έκφρασης

ΑΠΟΦΑΣΗ

ATV Zrt κατά Ουγγαρίας της 28.04.2020 (αρ. προσφ. 61178/14)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ελευθερία έκφρασης και ειδησεογραφία. H Εθνική Αρχή Μέσων Ενημέρωσης και Πληροφοριών απαγόρευσε σε τηλεοπτική εταιρεία να χαρακτηρίζει στο πλαίσιο προγράμματος ειδήσεων ένα πολιτικό κόμμα ως «ακροδεξιό», δεδομένου ότι ο εθνικός νόμος για τα ΜΜΕ απαγόρευσε την εκφορά οποιασδήποτε «γνώμης» από τον εκάστοτε παρουσιαστή ειδήσεων.

Η τηλεοπτική εταιρεία άσκησε όλα τα ένδικα μέσα που δικαιούτο αλλά χωρίς επιτυχία για άρση της απαγόρευσης. Κατά το ΕΔΔΑ υπήρξε  αδυναμία των εθνικών δικαστηρίων να αποδείξουν, υπό το πρίσμα του στόχου της απαγόρευσης, εάν ο επίμαχος χαρακτηρισμός ήταν ικανός να διαταράξει την ισορροπημένη και αμερόληπτη παρουσίαση ενός ζητήματος δημοσίου συμφέροντος, να λάβουν υπόψη τις πραγματικές περιστάσεις της υπόθεσης και τα επιχειρήματα με βάση την πραγματική έννοια του επίμαχου όρου.  Τα εγχώρια δικαστήρια υποχρεούνται να διασφαλίσουν ότι η νομική απαγόρευση δεν μετατρέπεται σε μέσο καταστολής της ελευθερίας του λόγου.

Το Στρασβούργο έκρινε ότι τα πολιτικά κόμματα χαρακτηρίζονταν συχνά με επίθετα (μεταξύ των οποίων και ο όρος «ακροδεξιό»), που απλώς αναφέρονται στους πολιτικούς στόχους και τα προγράμματά τους και επομένως δεν αποτελούσαν γνώμη ή κρίση για αυτά, ικανή να προκαλέσει προκατάληψη στο κοινό.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ομόφωνα ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης (άρθρο 10 της ΕΣΔΑ).

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 10

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Το άρθρο 12 του ουγγρικού νόμου για τα MME απαγόρευσε την εκφορά οποιασδήποτε «γνώμης» από τον εκάστοτε παρουσιαστή των ειδήσεων.

Η προσφεύγουσα εταιρεία κατείχε ένα τηλεοπτικό κανάλι που διαπιστώθηκε ότι παραβίασε τον νόμο χαρακτηρίζοντας, σε ένα πρόγραμμα ειδήσεων, το πολιτικό κόμμα Jobbik ως «ακροδεξιό». Της απαγορεύτηκε από την Εθνική Αρχή Μέσων Ενημέρωσης και Πληροφοριών να επαναλάβει τη συγκεκριμένη δήλωση.

Η προσφεύγουσα εταιρεία άσκησε ένδικα μέσα ανεπιτυχώς, υποστηρίζοντας ότι ο όρος «ακροδεξιό» χρησιμοποιείται ευρέως σε σχέση με το κόμμα Jobbik, ότι είχε επιστημονική βάση στην πολιτική και κοινωνική επιστήμη και ότι αντικατοπτρίζει τη θέση του Jobbik στο Κοινοβούλιο. Τα εγχώρια δικαστήρια δικαίωσαν την απαγόρευση της Εθνικής Αρχής Μέσων Ενημέρωσης και Πληροφοριών.

Η εταιρεία προσέφυγε στο ΕΔΔΑ για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 10

Το κυρίαρχο ζήτημα δεν ήταν, εν προκειμένω, εάν το άρθρο 12 του νόμου για τα ΜΜΕ ήταν κατ’ αρχήν επαρκώς προβλέψιμο, ιδίως κατά τη χρήση του όρου «γνώμη», αλλά εάν, κατά την εκφορά της δήλωσης που περιέχει τον όρο «ακροδεξιό», η προσφεύγουσα εταιρεία γνώριζε ή έπρεπε να γνωρίζει ότι αυτή η έκφραση θα αποτελούσε «γνώμη» υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις.

Το ερώτημα του εάν η προσέγγιση των εσωτερικών δικαστηρίων ήταν ευλόγως αναμενόμενη, σχετίζεται στενά με το ζήτημα του εάν σε μια δημοκρατική κοινωνία ήταν απαραίτητο να απαγορευτεί ο όρος «ακροδεξιό» σε ένα πρόγραμμα ειδήσεων υπό τις περιστάσεις και στο πλαίσιο του νόμιμου σκοπού που επιδιώκει ο περιορισμός.

Η έννοια της «γνώμης» στο άρθρο 12 του Νόμου για τα μέσα ενημέρωσης φαίνεται να ήταν πολύ ευρεία, καλύπτοντας όλα τα είδη των «επίθετων». Λόγω της έλλειψης ακρίβειας στη νομοθεσία, τα εθνικά δικαστήρια όφειλαν να διασφαλίσουν αφενός ότι η προσβαλλόμενη διάταξη αφορούσε μόνο εκφράσεις που ήταν πιθανό να διαταράξουν την ισορροπημένη και αμερόληπτη ειδησεογραφία σε θέματα δημοσίου συμφέροντος και άρα αναμφισβήτητα θα μπορούσαν να περιοριστούν, και αφετέρου ότι η διάταξη δεν μετατράπηκε σε εργαλείο για την καταστολή της ελευθερίας του λόγου, που περιλαμβάνει δραστηριότητες και ιδέες που προστατεύονται από το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, τα εθνικά δικαστήρια είχαν θέσει υπόψιν διαφορετικούς παράγοντες για να αποφασίσουν σχετικά με τη φύση της επίμαχης έννοιας. Η κυβέρνηση δεν είχε αποδείξει την ύπαρξη κοινής πρακτικής. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί αμφιβολίες για το κατά πόσον η ερμηνεία που δόθηκε από τα εθνικά δικαστήρια ανώτερου βαθμού στην υπόθεση της προσφεύγουσας εταιρείας – συγκεκριμένα, ότι μια δήλωση που περιέχει τον όρο «ακροδεξιό» αποτελούσε «γνώμη» – θα μπορούσε εύλογα να αναμενόταν.

Ακόμη περισσότερο, δεν υπήρχε ένδειξη ότι τα εθνικά δικαστήρια είχαν προσπαθήσει να θεμελιώσουν, κατά την εκτίμηση της φύσης της επίμαχης έννοιας, ότι η νομοθεσία έπρεπε να προάγει την ισορροπημένη ειδησεογραφία. Παρόλο που το Συνταγματικό Δικαστήριο είχε αναφερθεί στο δικαίωμα του κοινού για αληθινές και αμερόληπτες πληροφορίες, στην ουσία απλώς διαπίστωσε ότι η κοινή γνώμη θα μπορούσε να επηρεαστεί από τη χρήση ενός επίθετου, χωρίς να αποδείξει εάν, στις περιστάσεις της υπόθεσης, ο συγκεκριμένος όρος ήταν ικανός να διαταράξει την ισορροπημένη παρουσίαση ενός θέματος δημοσίου συμφέροντος.

Το Δικαστήριο βασίστηκε στο γενικότερο επιχείρημα της προσφεύγουσας εταιρείας ενώπιον των εγχώριων δικαστηρίων ότι τα πολιτικά κόμματα χαρακτηρίζονταν συχνά με επίθετα (πράσινο κόμμα, συντηρητικό κόμμα κ.ο.κ.) που απλώς αναφερόταν στους πολιτικούς στόχους και τα προγράμματά τους και δεν αποτελούσαν γνώμη ή κρίση για αυτά, ικανή να προκαλέσει προκατάληψη στο κοινό.

Η προσφεύγουσα εταιρεία είχε επίσης στηριχθεί στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, δηλαδή ότι ο επίμαχος χαρακτηρισμός είχε εκφραστεί σε σχέση με μια δήλωση ενός μέλους του κόμματος Jobbik που περιείχε αντισημιτικό σχόλιο. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τέτοια πραγματικά στοιχεία ήταν κατάλληλα ώστε να κριθεί ότι ο όρος «ακροδεξιό» δεν αφορούσε την εκτίμηση της συμπεριφοράς κάποιου ως προς την ηθική του ή το προσωπικό συναίσθημα του ομιλητή, αλλά τη θέση ενός κόμματος στο πολιτικό φάσμα γενικά και στο Κοινοβούλιο συγκεκριμένα. Ωστόσο, τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν λάβει υπόψη τις περιστάσεις που περιείχαν τις πληροφορίες που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αναφοράς. Αντίθετα, το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι διατάξεις του Νόμου για τα ΜΜΕ δεν απαιτούσαν η «γνώμη» να έχει πραγματική βάση. Θεώρησε δηλαδή σιωπηρά ότι ήταν αλυσιτελής οποιοσδήποτε υπερασπιστικός ισχυρισμός από την προσφεύγουσα εταιρεία βάσει της ακρίβειας και της πραγματικής ακρίβειας του όρου που χρησιμοποιήθηκε.

Λαμβάνοντας υπόψη τις αποκλίνουσες προσεγγίσεις των εθνικών δικαστηρίων για τη διάκριση των «γεγονότων» από τις «γνώμες», για τον σκοπό των σχετικών διατάξεων του Νόμου περί μέσων ενημέρωσης και για τις περιστάσεις της υπόθεσης, κρίνεται ότι η προσφεύγουσα εταιρεία δεν θα μπορούσε να προβλέψει ότι ο όρος «ακροδεξιό» θα χαρακτηριζόταν ως «γνώμη». Ούτε θα μπορούσε να προβλέψει ότι η απαγόρευση της χρήσης του σε ένα πρόγραμμα ειδήσεων θα ήταν απαραίτητη για την προστασία της αμερόληπτης ειδησεογραφίας. Επομένως, ο περιορισμός που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα εταιρεία κατά τη χρήση του επίμαχου όρου ήταν δυσανάλογη παρέμβαση στο δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου αποφάσισε ομόφωνα ότι υπήρξε  παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης (άρθρο 10 της ΕΣΔΑ).

Δίκαιη ικανοποίηση

Η διαπίστωση της παραβίασης αποτελεί επαρκή δίκαιη ικανοποίηση (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες