Η ακινητοποίηση ύποπτης με το πόδι κατά τη διάρκεια αστυνομικής εφόδου συνιστά εξευτελιστική μεταχείριση

ΑΠΟΦΑΣΗ

Mîţu κατά Δημοκρατίας της Μολδαβίας της 30.06.2020 (αρ. προσφ. 23524/14)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Εξευτελιστική μεταχείριση και αστυνομική βία. Αναποτελεσματική έρευνα.

Πληροφορίες σχετικά με την παρουσία πυροβόλων όπλων στο διαμέρισμα της προσφεύγουσας. Χρήση βίας εναντίον της στο σπίτι της, επειδή αρνήθηκε να ανοίξει την πόρτα, παρά το ένταλμα έρευνας.

Οι αστυνομικοί έπιασαν τα χέρια της προσφεύγουσας, τα έστριψαν και τα γύρισαν στην πλάτη της,  την έβαλαν χειροπέδες και την ακινητοποίησαν στο έδαφος με το πόδι του αστυνομικού. Το μπλουζάκι της στο οποίο υπήρχε στο πίσω μέρος του αποτύπωμα της μπότας του αστυνομικού, διατηρήθηκε ως αποδεικτικό στοιχείο.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η προσφεύγουσα και ο ανεπαρκής σχεδιασμός της επιχείρησης, που επέτρεψε πάρα πολλά περιθώρια αυτοσχεδιασμού και, συνεπώς, πιθανή χρήση υπερβολικής βίας, ισοδυναμούσαν με εξευτελιστική μεταχείριση κατά παράβαση της ουσιαστικής πτυχής του άρθρου 3 της Σύμβασης.

Επίσης το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρξε αποτυχία στην αξιολόγηση των αστυνομικών του κατά πόσον απαιτείτο υπερβολική χρήση βίας, η αστυνομία δε δεν ήταν προετοιμασμένη με εναλλακτικό σχέδιο για την περίπτωση που η προσφεύγουσα αρνιόταν να ανοίξει την οικία της  και για την περίπτωση επέμβασης βίαιης εισόδου σ΄αυτήν. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε και παραβίαση της διαδικαστικής πτυχής του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

Το Στρασβούργο επιδίκασε ποσό 4.500 ευρώ για ηθική βλάβη.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 3

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα Ana Mîţu, είναι υπήκοος της Μολδαβίας η οποία γεννήθηκε το 1983 και ζει στο Κισινάου.

Η υπόθεση αφορούσε ασκηθείσα αστυνομική βία κατά τη διάρκεια εφόδου της αστυνομίας.

Τον Μάιο του 2013, η αστυνομία, συμπεριλαμβανομένης μιας μονάδας ειδικών δυνάμεων, έκανε έφοδο στο διαμέρισμα στο οποίο ζούσαν η προσφεύγουσα και ο σύζυγός της στο πλαίσιο έρευνας για υποτιθέμενη κλοπή ηλεκτρικών διακοπτών, απορρυπαντικών και αλκοολούχων ποτών.

Την ίδια ημέρα, η προσφεύγουσα  κατήγγειλε την αστυνομία για υπερβολική χρήση βίας. Μια ιατρική έκθεση την επόμενη μέρα κατέγραψε μωβ-μπλε μώλωπες στην πλάτη, το αριστερό αντιβράχιο και το γόνατο. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι τραυματισμοί πιθανότατα προκλήθηκαν υπό  περιστάσεις όπως περιγράφονται από την προσφεύγουσα, οι οποίες περιλάμβαναν τη συστροφή των χεριών πίσω στη πλάτη, με χειροπέδες και όντας αναγκασμένη να βρίσκεται στο έδαφος. Το μπλουζάκι της, στο οποίο υπήρχε αποτύπωμα μπότας στο πίσω μέρος του, διατηρήθηκε ως αποδεικτικό στοιχείο.

Τον Ιούνιο του 2013 η προσφεύγουσα αναγνωρίστηκε ως θύμα, αλλά αργότερα τον ίδιο μήνα η Εισαγγελία αρνήθηκε να κινήσει ποινική έρευνα. Διαπίστωσε ότι οι ενέργειες των αστυνομικών της μονάδας Ειδικών Δυνάμεων που συμμετείχαν στην έφοδο είχαν ως στόχο να σταματήσουν την αντίσταση της προσφεύγουσας και του συζύγου της στις νόμιμες εντολές της αστυνομίας με τη μορφή έρευνας και αποτρέποντάς τους να καταστρέψουν κλεμμένα αντικείμενα.

Η καταγγελία της προσφεύγουσας η οποία στηρίχτηκε στο άρθρο 3 (απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης) της Σύμβασης, απορρίφθηκε από τον Ανώτατο Εισαγγελέα τον Αύγουστο του 2013. Ο Ανακριτής του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Botanica  απέρριψε δεύτερη καταγγελία της προσφεύγουσας τον Οκτώβριο του 2013.

Η προσφεύγουσα παραπονέθηκε σύμφωνα με το άρθρο 3 ότι η αστυνομία είχε χρησιμοποιήσει αδικαιολόγητη, υπερβολική βία εναντίον της και ότι δεν υπήρξε αποτελεσματική διερεύνηση των ισχυρισμών της.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Παραβίαση του άρθρου 3 (εξευτελιστική μεταχείριση)

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η προσφεύγουσα αρνήθηκε να ανοίξει την πόρτα στην αστυνομία, ακόμη και αφού της επιδείχθηκε ένταλμα έρευνας. Εκείνη την ώρα, επομένως, δεν συνεργάστηκε με τις αρχές. Είναι αλήθεια ότι, την τελευταία στιγμή, ο σύζυγός της άνοιξε την πόρτα, δίνοντας έτσι ένα πρώτο σημάδι υπακοής στις εντολές της αστυνομίας. Ωστόσο, δεδομένης της απουσίας σαφούς ένδειξης ότι αυτός και η προσφεύγουσα παραδόθηκαν, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι η αστυνομία ήταν σε θέση να εξακριβώσει, πριν εισβάλει, ότι τα άτομα μέσα στο διαμέρισμα δεν θα αντιστέκονταν.

Στην παρούσα υπόθεση, ωστόσο, ο αστυνομικός γνώριζε την ημέρα πριν προγραμματιστεί η έρευνα ότι οι ύποπτοι θα μπορούσε να κατέχουν όπλα. Παρά τη διαθεσιμότητα αυτών των πληροφοριών, φαίνεται ότι αρκετοί αστυνομικοί πήγαν στο διαμέρισμά τους χωρίς κανένα εφεδρικό σχέδιο σε περίπτωση που οι ύποπτοι αρνηθούν να ανοίξουν την πόρτα. Επιπλέον, όταν αποφασίστηκε τελικά να καλέσουν τις ειδικές δυνάμεις , οι τελευταίοι δεν είχαν πλήρη επίγνωση της επιχείρησης έως ότου κλήθηκε ο διοικητής της μονάδας περίπου στις 1.45 μ.μ. Στη συνέχεια, οι Ειδικές Δυνάμεις μετέβησαν στον χώρο, έλαβε συνοπτικές πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση στο διαμέρισμα, και έπρεπε να πραγματοποιήσουν τη δική τους εκτίμηση της κατάστασης επί τόπου. Αυτό σημαίνει ότι οι Ειδικές Δυνάμεις έπρεπε να αυτοσχεδιάσουν σε πολλές από τις ενέργειές τους, καθιστώντας την πιθανότητα της χρήσης υπερβολικής δύναμης πιο πιθανή από ό,τι αν η όλη επιχείρηση είχε προγραμματιστεί διεξοδικά.

Το ΕΔΔΑ εκτίμησε ότι η προσφεύγουσα δεν τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια μιας τυχαίας επιχείρησης με απροσδόκητη εξέλιξη, στην οποία η αστυνομία θα μπορούσε να κληθεί να αντιδράσει χωρίς προηγούμενη προετοιμασία. Αντίθετα, οι αρχές είχαν αρκετό χρόνο για να προγραμματίσουν την πιθανότητα άρνησής της να ανοίξει την πόρτα και να οργανώσουν την έρευνα, γνωρίζοντας για τα όπλα που πιθανόν θα υπήρχαν στο σπίτι. Ωστόσο, τα γεγονότα μαρτυρούν απόλυτη έλλειψη προγραμματισμού, καθώς η αστυνομία και οι Ειδικές Δυνάμεις δεν προέβλεψαν τις εξελίξεις, αλλά απλά αντέδρασαν σε αυτές.

Το ΕΔΔΑ κατέληξε επομένως στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η προσφεύγουσα και ο ανεπαρκής σχεδιασμός της επιχείρησης, που επέτρεψε πάρα πολλά περιθώρια αυτοσχεδιασμού και, συνεπώς, πιθανή χρήση υπερβολικής βίας, ισοδυναμούσαν με εξευτελιστική μεταχείριση κατά παράβαση του άρθρου 3 της Σύμβασης.

Παραβίαση του άρθρου 3 (έρευνα – διαδικαστικό σκέλος)

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι στις 20 Ιουνίου 2013 ο Εισαγγελέας αρνήθηκε να διατάξει ποινική έρευνα για τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας. Πριν το πράξει, εξέτασε τις δηλώσεις της προσφεύγουσας και του συζύγου της, των αστυνομικών και των μελών των Ειδικών Δυνάμεων, καθώς και την ιατρική έκθεση της 31ης Μαΐου 2013 και ένα βίντεο από το τηλεοπτικό συνεργείο. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ενέργειες των αστυνομικών των Ειδικών Δυνάμεων ήταν νόμιμες, καθώς είχαν στόχο την έρευνα του διαμερίσματος, αποτρέποντας την καταστροφή των κλεμμένων αντικειμένων. Ο Ανώτερος Εισαγγελέας, στην απόφασή του της 16ης Αυγούστου 2013, και ο Ανακριτής στην απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2013, επανέλαβε ουσιαστικά την ίδια αιτιολογία.

Το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι καμία από τις αρχές δεν έδωσε σημασία στον ισχυρισμό της προσφεύγουσας, ότι είχε αποτύπωμα στην πλάτη της μπλούζας της από πάτημα ποδιού, καθώς ένα μέλος των Ειδικών Δυνάμεων την είχε πιέσει στο πάτωμα προς τα κάτω με το πόδι του, όταν ήταν ήδη υπό τον έλεγχο τουλάχιστον δύο αστυνομικών των Ειδικών Δυνάμεων ειδικά εκπαιδευμένων για ακινητοποίηση υπόπτων και όταν, όπως αναγνωρίζεται από έναν αριθμό ανθρώπων, μετά βίας ήταν σε θέση να κινηθεί.

Επιπλέον, η εισαγγελία και τα δικαστήρια δεν προέβησαν σε ανάλυση του τρόπου με τον οποίο είχε προγραμματιστεί η επιχείρηση, προκειμένου να καθοριστεί εάν έχουν ληφθεί όλα τα εύλογα μέτρα για την ελαχιστοποίηση της βίας ή την πρόληψη τραυματισμών σε εκείνους που βρίσκονται μέσα στο διαμέρισμα. Δεν υπάρχει καμία αναφορά στις αποφάσεις που ελήφθησαν για επαλήθευση της ύπαρξης και της πηγής των «επιχειρησιακών πληροφοριών» σύμφωνα με τις οποίες ο ύποπτος είχε στην κατοχή του όπλα. Οι πληροφορίες αυτές έκαναν απαραίτητη τη χρήση των ειδικών δυνάμεων, με τις σχετικές συνέπειες στη χρήση βίας. Ούτε η Εισαγγελία, ούτε ο δικαστής εξέτασαν εάν οι Ειδικές Δυνάμεις είχαν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν ειδικά μέσα εναντίον μιας γυναίκας, σύμφωνα με τους όρους που ορίζονται στο άρθρο 8 του ν. 218. Αξίζει να σημειωθεί, ότι δεν εξετάστηκε αν είχε επιτεθεί στους αστυνομικούς ή είχε αντισταθεί με έναν τρόπο που ήταν επικίνδυνο για τους τη ζωή και την υγεία άλλων ανθρώπων. Ως εκ τούτου, ακόμη και η νομιμότητα της χρήσης βίας δεν επαληθεύτηκε πλήρως από τις εγχώριες αρχές. Επιπλέον, οι αρχές δεν εντόπισαν ποιοι συγκεκριμένοι αστυνομικοί κακομεταχειρίστηκαν την προσφεύγουσα, ιδίως πιέζοντάς την στο πάτωμα με το πόδι.

Το πιο σημαντικό, αν και οι Εισαγγελείς και ο Ανακριτής επιβεβαίωσαν ότι χρησιμοποιήθηκε βία σε περιστάσεις που προβλέπονται από το νόμο (δηλαδή, αντίσταση σε νόμιμες εντολές της αστυνομίας και ανάγκη εξουδετέρωσης τυχόν δυνητικού κινδύνου από όπλα), δεν υπήρχε συγκεκριμένη ανάλυση του βαθμού βίας που χρησιμοποιήθηκε. Με άλλα λόγια, αφού διαπιστώθηκε ότι η βία είχε χρησιμοποιηθεί νόμιμα εναντίον της προσφεύγουσας και του συζύγου της, οι αρχές δεν εξακρίβωσαν εάν μια τέτοια βία ήταν υπερβολική με  βάση τα πραγματικά γεγονότα.

Λόγω αυτών των ελλείψεων της έρευνας, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρξε παραβίαση του διαδικαστικού σκέλους του άρθρου 3 στην παρούσα υπόθεση.

Δίκαιη ικανοποίηση: Το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσό 4.500 ευρώ για ηθική βλάβηκαι 380 ευρώ για έξοδα και δαπάνες.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες