Η προστασία του καταναλωτή και η ελευθερία της έκφρασης στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες

ΑΠΟΦΑΣΗ:

Haldimann και λοιποί κατά Ελβετίας της 24/2/2015 (αριθμ. προσφ. 21830/09)
βλ. εδώ

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ:

Προστασία ιδιωτικής ζωής μη δημοσίου προσώπου. Η κρυφή μαγνητοσκόπηση ασφαλιστή από δημοσιογράφο και η τηλεοπτική της προβολή, χωρίς την συγκατάθεσή του έφερε  την καταδίκη των δημοσιογράφων από τα εθνικά δικαστήρια.  Το ΕΔΔΑ όμως, με την απόφασή του   διέγνωσε ότι  με την καταδίκη αυτή επήλθε  παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης επισημαίνοντας ότι η καταδικαστική  απόφαση  δεν ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία, αφού η τηλεοπτική εκπομπή είχε ως στόχο την προστασία των καταναλωτών από τις ασφαλιστικές εταιρίες, τα γεγονότα που αποκαλύφθηκαν ήταν αληθινά, η ταυτότητα του ασφαλιστή είχε αποκρυβεί επιμελώς και οι δημοσιογράφοι ενήργησαν με καλή πίστη. Παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ για καταδίκη των δημοσιογράφων από τα ποινικά δικαστήρια.

ΣΧΟΛΙΟ-ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ:

Η απόφαση αυτή του ΕΔΔΑ προστατεύει το δημόσιο συμφέρον και προστατεύει τα ΜΜΕ και όταν αναφέρονται και σε μη δημόσια πρόσωπα.

ΔΙΑΤΑΞΗ:

Άρθρο 10 (ελευθερία της έκφρασης) της ΕΣΔΑ.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ:

Οι προσφεύγοντες δημοσιογράφοι ήθελαν να εκθέσουν ατασθαλίες στον ασφαλιστικό τομέα, ιδίως την παροχή λανθασμένων συμβουλών σε δυνητικούς πελάτες, έτσι ώστε να τους ενθαρρύνουν να συνάψουν ασφαλιστικά συμβόλαια ζωής. Κανόνισαν με έναν ασφαλιστή που εργάζεται για μια ασφαλιστική εταιρεία να πάρουν συνέντευξη από έναν δυνητικό πελάτη σε ένα ιδιωτικό διαμέρισμα και κινηματογράφησαν κρυφά τη συνέντευξη. Ο ασφαλιστής  δεν γνώριζε την κατάσταση και ο δυνητικός πελάτης ήταν στην πραγματικότητα ένας από τους δημοσιογράφους. Μέρος της μαγνητοσκοπημένης  συνέντευξης στη συνέχεια μεταδόθηκε από την τηλεόρασή. Ελήφθησαν μέτρα για να εξασφαλιστεί ότι το πρόσωπο και η φωνή του ασφαλιστή δεν μπορούσε να αναγνωριστεί από τους θεατές. Μόνο το χρώμα των μαλλιών και του δέρματος του ήταν ορατό. Οι δημοσιογράφοι στη συνέχεια καταδικάστηκαν και τους επιβλήθηκε χρηματική ποινή σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα για την μαγνητοσκόπηση και την μετάδοση της συνομιλίας με τον ασφαλιστή χωρίς να λάβουν την προηγούμενη συγκατάθεσή του.

Οι προσφεύγοντες κατήγγειλαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η καταδίκη και η ποινή που τους επιβλήθηκε αποτελούσε παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Κατ’ αρχάς, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι υπήρχε μια βάση στο εσωτερικό δίκαιο για την καταδίκη και τη χρηματική ποινή των προσφευγόντων και ότι τα μέτρα που λήφθηκαν εναντίον τους είχαν ως στόχο την προστασία των δικαιωμάτων του ασφαλιστή και, μεταξύ αυτών, της φήμης του. Είναι επίσης αποδεκτό ότι το άρθρο 8 ασχολείται με τα πραγματικά περιστατικά, δεδομένου ότι η παραβίαση του δικαιώματος στην προστασία της φήμης του ήταν τέτοια ώστε να μπορεί να του προκαλέσει ζημία στην ιδιωτική ζωή του . Το ζήτημα-κλειδί ήταν κατά πόσο η παρέμβαση ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι το Δικαστήριο παρέπεμψε σχετικά με τα κριτήρια που είχε καθορίσει στην περίπτωση της Axel Springer AG κατά Γερμανίας κατά την εκτίμηση του κατά πόσον μια δίκαιη ισορροπία είχε επιτευχθεί σε εθνικό επίπεδο μεταξύ της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης και της ιδιωτικής ζωής. Σε αντίθεση με τη θέση του στην εν λόγω υπόθεση, ο ζημιωθείς, στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν ένα δημόσιο πρόσωπο, αλλά ένας ιδιώτης. Ο στόχος των δημοσιογράφων δεν ήταν να εκθέσουν τις λεπτομέρειες της ιδιωτικής ζωής των ασφαλιστών, αλλά να επικρίνουν και να επισιτίσουν την προσοχή στις πρακτικές του κλάδου στον οποίο εντάσσονται.

Το Δικαστήριο έδωσε έμφαση στους ακόλουθους παράγοντες. Πρώτον, οι ενέργειες των δημοσιογράφων είχαν υπαγορευτεί από λόγους δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή την προστασία των καταναλωτών. Δεύτερον, ο ασφαλιστικός υπάλληλος δεν ήταν ο άμεσος στόχος των δράσεων τους, παρά το γεγονός ότι δε θα μπορούσε να προβλέψει ότι η συνέντευξη του μαγνητοσκοπήθηκε κρυφά. Τρίτον, η χρήση κρυφής κάμερας δεν ήταν αντικείμενο απόλυτης απαγόρευσης στο εσωτερικό δίκαιο. Η καταφυγή σε τέτοιες συσκευές ήταν επιτρεπτή υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Επιπλέον, οι δημοσιογράφοι είχαν πιστέψει ότι ενεργούσαν στο πλαίσιο των κανόνων της επαγγελματικής τους δεοντολογίας-ας. Για τους λόγους αυτούς, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε  ότι οι προσφεύγοντες είχαν ενεργήσει με καλή πίστη προκειμένου να προστατεύσουν τους καταναλωτές από την παραπληροφόρηση που παρέχεται από τις ασφαλιστικές εταιρείες. Τέταρτον, δεν αμφισβητήθηκε ποτέ ότι τα πραγματικά περιστατικά που αποκαλύφθηκαν από τους δημοσιογράφους δεν αντανακλούσαν την πραγματικότητα των πρακτικών στον κλάδο των ασφαλίσεων. Πέμπτον, είχαν ληφθεί μέτρα για την αποτροπή της αναγνώρισης του ασφαλιστή, κατά την μετάδοση της συνέντευξης. Τέλος, αν και οι χρηματικές ποινές που επιβλήθηκαν στους δημοσιογράφους δεν ήταν σημαντικές, η κύρωση ήταν, ωστόσο, ικανή να αποτρέψει τους δημοσιογράφους από το να επιστήσουν την προσοχή σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες