Ερωτικά βίντεο από κρυφή κάμερα μαχητικής δημοσιογράφου με τον σύντροφό της στο διαδίκτυο. Χαρακτηρισμός της ως «τσιτσιολίνα» από εφημερίδα. Απόρριψη αγωγής της. Παραβίαση της ιδιωτικής της ζωής

ΑΠΟΦΑΣΗ

Khadija Ismayilova κατά Αζερμπαϊτζάν της 07.05.2020 (αρ.3)  (αριθ. προσφ. 35283/14)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η προσφεύγουσα είναι γνωστή δημοσιογράφος.  Γράφει κυρίως επικριτικά άρθρα κατά της κυβέρνησης για την πολιτικές που ασκεί.

Στο διαδίκτυο αναρτήθηκαν ερωτικό βίντεο με τη δημοσιογράφο και τον σύντροφό της τραβηγμένο από κρυφή κάμερα.

Λόγω αυτών των αναρτήσεων, δημοσιογράφος υποστηρικτής του κυβερνώντος κόμματος, δημοσίευσε άρθρο σε πολιτική εφημερίδα αποκαλώντας την Ciciolina (Ιταλίδα πορνοστάρ) της δημοσιογραφίας. Άσκησε αγωγή κατά της εφημερίδας. Τα εγχώρια Δικαστήρια απέρριψαν την αγωγή της αποζημίωσης με την αιτιολογία του δικαιώματος της εφημερίδας στην ελευθερία της έκφρασης.

Το Στρασβούργο επαναλαμβάνει ότι, ακόμη και όταν ένα άτομο είναι γνωστό στο ευρύ κοινό, μπορεί να βασίζεται νομίμως σε προστασία και σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής από το κράτος το οποίο έχει εγγενή υποχρέωση να περιφρουρεί την ιδιωτική ζωή ακόμα και όταν αφορά σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και μόνο.

Στην προκείμενη περίπτωση το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι η προσφεύγουσα δεν επιζητούσε την δημόσια έκθεση, είχε γίνει γνωστή λόγω της μαχητικότητας της δημοσιογραφίας της που αφορούσε πολιτικές θέσεις και όχι από την προσωπική της ζωή, και είχε υπονομευθεί το απόρρητο της προσωπικής της ζωής, χωρίς να το γνωρίζει και χωρίς να συναινεί.

Επιπλέον το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι τα εγχώρια Δικαστήρια στήριξαν την αιτιολογία της απόρριψης της αγωγής της στην  ελευθερία της έκφρασης της εφημερίδας. Δεν  προέβησαν όμως σε επαρκή εκτίμηση όλων των σχετικών πραγματικών περιστατικών ούτε εξέτασαν δεόντως τη σημασία και το πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος της προσφεύγουσας για σεβασμό της  ιδιωτικής της ζωής, γιατί και τα δύο  παραπάνω δικαιώματα της Σύμβασης που διακυβεύονται στην παρούσα υπόθεση είναι εξίσου σημαντικά. Το Στρασβούργο έκρινε ότι τα εγχώρια Δικαστήρια δεν διεξήγαγαν  επαρκή εξισορρόπηση μεταξύ των δικαιωμάτων του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής της προσφεύγουσας και του δικαιώματος της εφημερίδας στην ελευθερία της έκφρασης.

Δέχτηκε ομόφωνα ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής και επιδίκασε στην προσφεύγουσα ποσό  4.500 ευρώ για ηθική βλάβη πλέον εξόδων.

ΣΧΟΛΙΟ – ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ

Σημαντική η απόφαση του Στρασβούργου για την στάθμιση που κάνει σε σχέση με τα δικαιώματα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής μιας γνωστής και μαχητικής δημοσιογράφου και της ελευθερίας της έκφρασης μιας σοβαρής εφημερίδας. Σημαντικά και τα κριτήρια που τοποθετεί η απόφαση και αξιοσημείωτο το συμπέρασμα και η τελική της κρίση στη στάθμιση δύο θεμελιωδών δικαιωμάτων της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 6§1

Άρθρο 8,

Άρθρο 10

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα Khadija Rovshan gizi Ismayilova, είναι υπήκοος του Αζερμπαϊτζάν που γεννήθηκε το 1976 και ζει στο Μπακού.

Η προσφεύγουσα είναι μία γνωστή ερευνήτρια  δημοσιογράφος που έχει εργαστεί στο τμήμα  του Αζερμπαϊτζάν του Radio Free Europe / Radio Liberty («Azadliq Radio»), μεταξύ άλλων επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα, έχει πραγματοποιήσει δημοσιογραφικές έρευνες για διαφθορά υψηλού επιπέδου στο Αζερμπαϊτζάν.

Αυτή είναι η τρίτη υπόθεση που η προσφεύγουσα άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά με φερόμενη εκστρατεία εκφοβισμού εναντίον της, εξαιτίας  της δημοσιογραφικής της δραστηριότητας.

Τον Μάρτιο του 2012, ένα βίντεο που γυρίστηκε κρυφά με μια κρυφή κάμερα στην κρεβατοκάμαρά της, που δείχνει σκηνές σεξουαλικής φύσης δικές της  και του τότε φίλου της, δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο. Αυτό και τα σχετικά γεγονότα αποτέλεσαν αντικείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου το 2019 που διαπίστωσε παραβιάσεις των δικαιωμάτων της προσφεύγουσας στην υπόθεση Khadija Ismayilova κατά Αζερμπαϊτζάν.

Περίπου την ίδια χρονική στιγμή  δημοσιεύθηκαν άρθρα που επικρίνουν την προσφεύγουσα  σε διάφορες εφημερίδες. Ένα άλλο βίντεο της ίδιας φύσης δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο στα μέσα του 2013.

Τον Νοέμβριο του 2012, η ​​φιλοκυβερνητική εφημερίδα Səs δημοσίευσε ένα άρθρο το οποίο έκανε διάφορες υποτιμητικές παρατηρήσεις σχετικά με δημοσιογράφους και πολιτικούς της αντιπολίτευσης. Μεταξύ άλλων, το άρθρο ανέφερε: «Αν τα στυλό των εφημερίδων της αντιπολίτευσης έχουν τόσο φτηνές και κοντόφθαλμες σκέψεις, αφήστε τους να κάνουν χώρο για την Khadija Ismayilova στο Δημόσιο Επιμελητήριό τους και να την ονομάσουν Pornstar Cicciolina του Δημόσιου Επιμελητηρίου!». Το άρθρο συνέχισε να κάνει μια σειρά σεξουαλικών θεμάτων σχετικά με την «Cicciolina».

Η προσφεύγουσα άσκησε αγωγή εναντίον της εφημερίδας, ισχυριζόμενη ότι το άρθρο ήταν προσβλητικό και έβλαψε την τιμή και την αξιοπρέπεια της, το δικαίωμά της για σεβασμό στην  ιδιωτική και οικογενειακή ζωή της και το δικαίωμά της στην ελευθερία της έκφρασης. Υποστήριξε ότι αντιμετώπιζε εκβιασμό σε σχέση με τη δημοσιογραφική της δραστηριότητα καθώς η ιδιωτική της ζωή είχε υπονομευθεί  πρόσφατα και μια κρυφή βιντεοσκόπησή της είχε πραγματοποιηθεί και κυκλοφόρησε στο Διαδίκτυο. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Sabail απέρριψε την αγωγή της τον Φεβρουάριο του 2013. Τα ένδικα δε μέσα που άσκησε απορρίφθηκαν.

Τον Δεκέμβριο του 2014 η προσφεύγουσα συνελήφθη με την κατηγορία ότι είχε παρακινήσει έναν πρώην συνάδελφο της να αυτοκτονήσει. Τα γεγονότα αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο προηγούμενης απόφασης του Δικαστηρίου, διαπιστώνοντας παραβιάσεις των δικαιωμάτων της προσφεύγουσας, στην απόφαση του Δικαστηρίου 2020 του Khadija Ismayilova κατά Αζερμπαϊτζάν (αρ. 2).

Με την παρούσα προσφυγή, η προσφεύγουσα κατήγγειλε ότι το εναγόμενο κράτος παρέλειψε να προστατεύσει τα δικαιώματά της σύμφωνα με το άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής), καθώς τα δικαστήρια δεν επέβαλαν κυρώσεις στην εφημερίδα για το άρθρο της σχετικά με αυτό που είχε απεικονίσει και αφορούσε την ιδιωτική και σεξουαλική ζωή της. Κατήγγειλε επίσης σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 ότι τα εγχώρια δικαστήρια δεν εξέτασαν τα σχετικά επιχειρήματα που προέβαλε, παραβιάζοντας το δικαίωμά της για αιτιολογημένη απόφαση. Σύμφωνα με το άρθρο 10 (δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης), ισχυρίσθηκε ότι το άρθρο της εφημερίδας αποτελούσε μέρος μιας ευρύτερης εκστρατείας απειλών και επιθέσεων εναντίον της, συμπεριλαμβανομένης της υπονόμευσης της ιδιωτικής της ζωής και συνδέθηκε με τη δημοσιογραφική της δραστηριότητα.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Η προσφεύγουσα  στηρίζεται εν προκειμένω στις θετικές υποχρεώσεις του κράτους που είναι εγγενείς στον αποτελεσματικό σεβασμό της ιδιωτικής και  της οικογενειακής ζωής και οι οποίες μπορεί να συνεπάγονται τη λήψη μέτρων που αποσκοπούν στην εξασφάλιση του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής ακόμη και στον τομέα των σχέσεων μεταξύ ατόμων μεταξύ τους.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι τα σχετικά κριτήρια για την εξισορρόπηση περιλαμβάνουν εάν η δημοσίευση συνέβαλε σε συζήτηση δημοσίου ενδιαφέροντος, το βαθμό στον οποίο η προσφεύγουσα ήταν γνωστή στην κοινωνία, την προηγούμενη συμπεριφορά της και το περιεχόμενο, τη μορφή και τις συνέπειες της δημοσιοποίησης.

Το Δικαστήριο υπογραμμίζει και πάλι ότι το εν λόγω άρθρο δημοσιεύθηκε λίγους μήνες μετά από μια σοβαρή εισβολή στο απόρρητο της προσφεύγουσας, που αφορούσε μυστική βιντεοσκόπηση  και διάδοση προσωπικών της βίντεο. Την περίοδο της δημοσίευσης, διεξήχθη ποινική έρευνα για τα γεγονότα αυτά.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτό το ιστορικό, το Δικαστήριο σημειώνει ότι το άρθρο γράφτηκε προφανώς ως απάντηση σε πρόσφατη κριτική υπέρ της αντιπολίτευσης.

Το επίκεντρο της καταγγελίας της προσφεύγουσας περιορίζεται στις συγκεκριμένες δηλώσεις που έγιναν στο άρθρο για τον εαυτό της, οι οποίες αφορούσαν αποκλειστικά την ιδιωτική της ζωή και δεν αναφέρθηκαν σε καμία από τις εργασίες ή τις δημόσιες δραστηριότητές της. Παρόλο που αυτό δεν αναφέρεται ρητά στο άρθρο, φαίνεται ότι το όνομα της προσφεύγουσας αναφέρθηκε με βάση τα συμφραζόμενα αποκλειστικά και μόνον εξαιτίας της μυστικής βιντεοσκόπησης και της επακόλουθης διαδικτυακής ανάρτησης σχετικού βίντεο. Στις αντίστοιχες παρατηρήσεις τους ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, η προσφεύγουσα προέβαλε το επιχείρημα αυτό και η εφημερίδα το επιβεβαίωσε.

Το Δικαστήριο δεν βλέπει πώς αυτές οι συγκεκριμένες δηλώσεις θα μπορούσαν να έχουν συμβάλει σε οποιοδήποτε ζήτημα δημοσίου συμφέροντος και ενδιαφέροντος.

Είναι αλήθεια ότι, όταν παραβιαστεί το απόρρητο ενός ατόμου και οι πληροφορίες σχετικά με αυτό έχουν δημοσιοποιηθεί  δημοσίως, η ζημιά έχει ήδη γίνει και είναι σχεδόν αδύνατο να αποκατασταθεί στην κατάσταση προ της παραβίασης.

Ωστόσο, ενώ η υπεύθυνη αναφορά σε θέματα δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με τη δημοσιογραφική δεοντολογία, προστατεύεται από την ΕΣΔΑ, δεν μπορεί να υπάρξει νόμιμο δημόσιο συμφέρον που να εκμεταλλεύεται μια υπάρχουσα παραβίαση της ιδιωτικής ζωής ενός ατόμου με σκοπό την ικανοποίηση της περιέργειας ενός συγκεκριμένου αναγνωστικού κοινού, γελοιοποιώντας δημόσια το θύμα και προκαλώντας του περαιτέρω ζημιά.

Ωστόσο, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι, ακόμη και όταν ένα άτομο είναι γνωστό στο ευρύ κοινό, μπορεί να βασίζεται σε μια «νόμιμη εμπιστοσύνη» προστασίας και σεβασμού της ιδιωτικής του ζωής.

Έτσι, το γεγονός ότι ένα άτομο ανήκει στην κατηγορία των δημόσιων προσώπων δεν μπορεί με κανέναν τρόπο, ακόμη και στην περίπτωση των ατόμων που ασκούν δημόσιο έργο, να νομιμοποιήσει τις παραβιάσεις της ιδιωτικής ζωής.

Επιπλέον, είναι σημαντικό ότι η ίδια η προσφεύγουσα δεν είχε εκθέσει ποτέ δημόσια πτυχές της ιδιωτικής της ζωής που δεν είχαν σχέση με τις θέσεις που είχε λάβει σε δημόσια θέματα ως δημοσιογράφος. Το απόρρητό της είχε υπονομευθεί χωρίς να το γνωρίζει και εναντίον της βούλησης της. Επομένως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η συζήτηση για την ιδιωτική της ζωή ήταν αποτέλεσμα προηγούμενης συμπεριφοράς της.

Όσον αφορά το περιεχόμενο, τη μορφή και τις συνέπειες της δημοσίευσης, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η απεικόνιση της προσφεύγουσας στο άρθρο δεν ήταν ένα αστείο παιχνίδι αλλά περιείχε ασέβεια στο πρόσωπο της και δεν μπορούσε να εκτιμηθεί ως σατιρικό  από λογικούς αναγνώστες. Η εφημερίδα Səs δεν ήταν μία σατιρική εφημερίδα. Έχει εδραιωθεί ως μια σοβαρή κοινωνικοπολιτική εφημερίδα και αυτοαποκαλούμενη «προπομπός» του κυβερνώντος κόμματος. Αξιοποιώντας περαιτέρω την προηγούμενη παραβίαση της ιδιωτικής ζωής της, το εν λόγω άρθρο επιδίωξε, χρησιμοποιώντας προσβλητική και υποτιμητική γλώσσα, να αποδώσει στα χαρακτηριστικά και τη συμπεριφορά της προσφεύγουσας με τρόπο που υπολογίζεται ότι επηρεάζει αρνητικά και ριζικά τον τρόπο με τον οποίο εμφανίζεται στην κοινωνία.

Λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω σκέψεις που σχετίζονται με την κατάλληλη εξισορρόπηση, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η υπόθεση σε εθνικό επίπεδο. Παρατηρεί ωστόσο ότι το εγχώριο νομικό σύστημα παρείχε στην προσφεύγουσα τη δυνατότητα να ασκήσει αστική αγωγή αποζημίωσης κατά της εφημερίδας και ότι η προσφυγή της εξετάστηκε από τα εθνικά δικαστήρια βάσει της προαναφερθείσας νομοθεσίας και νομολογίας. Στη συνέχεια το Στρασβούργο επανεξέτασε  τις αποφάσεις των εγχώριων δικαστηρίων που απέρριψαν την αγωγή της προσφεύγουσας κατά της εφημερίδας.

Τα εθνικά δικαστήρια έκριναν ότι οι γραπτές αναφορές  που έγιναν στο άρθρο ήταν εκδήλωση της ελευθερίας έκφρασης και της ανεξάρτητης γνώμης του συντάκτη, ότι η ευδοκίμηση της αγωγής θα αποτελούσε αδικαιολόγητο περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης και ότι η ενάγουσα είχε αποτύχει να αποδείξει ότι είχε υποστεί οποιαδήποτε βλάβη  ως αποτέλεσμα της δημοσίευσης. Ωστόσο, η σύντομη αιτιολογία των εθνικών δικαστηρίων δεν ήταν σύμφωνη με τις προαναφερθείσες γενικές αρχές και δεν αποδείχθηκε ότι τα δικαστήρια εξέτασαν δεόντως εάν οι γραπτές αναφορές που έγιναν σχετικά με την προσφεύγουσα ήταν συμβατές με τη δημοσιογραφική δεοντολογία και αν είχαν υπερβεί τα επιτρεπόμενα όρια της ελευθερίας της έκφρασης. Το σκεπτικό των εθνικών δικαστηρίων δεν αποδεικνύει ότι τα δικαστήρια διενήργησαν επαρκή εκτίμηση όλων των σχετικών πραγματικών περιστατικών ούτε ότι εξέτασαν δεόντως τη σημασία και το πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος της προσφεύγουσας για σεβασμό της ιδιωτικής της ζωής, που ήταν ένα από τα δύο δικαιώματα της Σύμβασης που διακυβεύονται στην παρούσα υπόθεση καθόσον  και τα δύο δικαιώματα είναι εξίσου σημαντικά.

Το Δικαστήριο θεωρεί ότι αιτιολογία και τα συμπεράσματα που εκδόθηκαν από τα εθνικά δικαστήρια δεν επιτρέπουν να δεχτεί  ότι διεξήγαγαν, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα σχετικά κριτήρια, επαρκή εξισορρόπηση μεταξύ των δικαιωμάτων του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής  της προσφεύγουσας και της ελευθερίας της έκφρασης της εφημερίδας.

Οι ανωτέρω εκτιμήσεις αρκούν για να καταλήξει στο Δικαστήριο ότι το εναγόμενο κράτος δεν συμμορφώθηκε με τη θετική του υποχρέωση να λάβει επαρκή μέτρα για να εξασφαλίσει την προστασία του δικαιώματος της προσφεύγουσας για σεβασμό  της ιδιωτική της ζωής και της φήμης της.

Έτσι, το Δικαστήριο του Στρασβούργου αποφάσισε ομόφωνα ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής της προσφεύγουσας (άρθρο 8 ΕΣΔΑ).

Λαμβάνοντας υπόψη τη διαπίστωση σχετικά με το άρθρο 8 το Δικαστήριο εκτίμησε ότι δεν ήταν απαραίτητο να εξεταστεί εάν, στην περίπτωση αυτή, υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης. Επίσης αποφάσισε ότι δεν χρειάζεται να εκδοθεί χωριστή απόφαση σχετικά με το παραδεκτό και το βάσιμο της καταγγελίας βάσει του άρθρου 10 στην παρούσα υπόθεση.

Δίκαιη ικανοποίηση: Το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσό 4.500 ευρώ για ηθική βλάβη της προσφεύγουσας  και  1.500 ευρώ για έξοδα και δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες