Δολοφονία 9 μαθητών και δασκάλου από οπλισμένο μαθητή. Αδράνεια αστυνομίας να κατασχέσει το όπλο παρά τις ανησυχητικές ενδείξεις. Παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή

ΑΠΟΦΑΣΗ

Kotilainen κ.α. κατά Φινλανδίας της 17.09.2020 (αρ. 62439/12)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ανάγκη κατάσχεσης όπλου ως μέτρο προφύλαξης για την προστασία του δικαιώματος στη ζωή. Αποτυχία των αρχών να προστατεύσουν τις ζωές 10  θυμάτων πυροβολισμών σε σχολείο το 2008 στην πόλη Kauhajoki, οι οποίοι οδήγησαν στο θάνατό τους. Καθήκον επιμελείας των αρχών.

Εννέα μαθητές και ένας δάσκαλος σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια πυροβολισμών από έναν μαθητή στο σχολείο, ο οποίος στη συνέχεια αυτοκτόνησε.  Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι αρχές δεν μπορούσαν να γνωρίζουν από πριν τον πραγματικό και άμεσο κίνδυνο με τον οποίο θα έρχονταν αντιμέτωποι  οι συγγενείς των προσφευγόντων.

Ωστόσο, η αστυνομία είχε γνώση δημοσιεύσεων στο διαδίκτυο από τον μαθητή, τον είχε ανακρίνει πριν από την επίθεση, και αναρωτηθεί την πιθανότητα κινδύνου εκ μέρους του, αλλά δεν του κατάσχεσε το όπλο του. Μια τέτοια κατάσχεση θα συνιστούσε μια προληπτική πράξη, η οποία επίσης προβλέπονταν από το νόμο. Η αποτυχία λήψης του εν λόγω μέτρου σήμαινε ότι οι αρχές δεν είχαν εκπληρώσει το ειδικό καθήκον επιμελείας που απορρέει από το ιδιαίτερα υψηλό βαθμό κινδύνου που ενυπάρχει σε οποιοδήποτε παράπτωμα που συνεπάγεται τη χρήση πυροβόλων όπλων.

Παραβίαση του δικαιώματος  στη ζωή (άρθρο 2 της ΕΣΔΑ) λόγω της αδυναμίας των αρχών να τηρήσουν το καθήκον επιμελείας και κατάσχεσης του όπλου πριν από την επίθεση. Μη παραβίαση του άρθρου 2 σχετικά με την έρευνα μετά την επίθεση.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 2

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες είναι 19 Φινλανδοί υπήκοοι, συγγενείς των 9 μαθητών και του δασκάλου  που σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια πυροβολισμών στο σχολείο τους στις 23.09.2008.

Ο δράστης είχε λάβει άδεια οπλοκατοχής από το τοπικό αστυνομικό τμήμα λίγους μήνες πριν από την επίθεση. Εκτός από ορισμένες δημοσιεύσεις στο διαδίκτυο, συμπεριλαμβανομένου ενός σχολίου σχετικά με μια ταινία αναφορικά με το περιστατικό της επίθεσης στο Γυμνάσιο Columbine («ως η καλύτερη ψυχαγωγική ταινία που γυρίστηκε ποτέ»), είχε υποβληθεί σε ανάκριση μια μέρα πριν από την επίθεση από τον διοικητή του αστυνομικού τμήματος, με σκοπό να προσδιορίσει εάν αποτελεί κίνδυνο για την κοινωνία. Ο αστυνομικός αποφάσισε ότι δεν υπήρχε κίνδυνος, ούτε ανάγκη να κατασχέσει το όπλο του.

Μετά τον πυροβολισμό, ασκήθηκαν ποινικές διώξεις εναντίον του ανωτέρω αστυνομικού  για παραβίασης καθήκοντος από αμέλεια  και για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Τα δικαστήρια τον έκριναν ένοχο το 2011 για την πρώτη κατηγορία, διαπιστώνοντας ότι οι αναρτήσεις του δράστη στο διαδίκτυο ήταν ανάρμοστες και απειλητικές και δικαιολογούσαν  τη προσωρινή κατάσχεση του όπλου του. Όσον αφορά τη δεύτερη κατηγορία, ωστόσο, τα δικαστήρια διαπίστωσαν ότι ο αστυνομικός δεν ήταν υπεύθυνος για τις ανθρωποκτονίες επειδή δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι υπήρχε πραγματικός κίνδυνος. Οι προσφυγές των προσφευγόντων  στο Ανώτατο Δικαστήριο ήταν ανεπιτυχείς.

Ο αστυνομικός τιμωρήθηκε με επίπληξη και οι αξιώσεις αποζημίωσης των προσφευγόντων απορρίφθηκαν. Η κυβέρνηση διόρισε μια εξεταστική επιτροπή για να ερευνήσει το περιστατικό, με έκβαση τη δημοσίευση αρκετών συστάσεων τον Φεβρουάριο του 2010 σχετικά με τη διαθεσιμότητα πυροβόλων όπλων, τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας για τους νέους, προγραμματισμό ασφάλειας στα σχολεία και συνεργασία μεταξύ των αρχών προς αποτροπή παρόμοιων συμβάντων στα σχολεία.

Βασιζόμενοι στο άρθρο 2 (δικαίωμα στη ζωή), οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι η αστυνομία είχε ή έπρεπε να έχει λάβει γνώση του επικείμενου κινδύνου που παρουσίαζε ο δράστης, αλλά δεν είχε λάβει κανένα μέτρο για να αποτρέψει τους πυροβολισμούς και να προστατεύσει τη ζωή των συγγενών τους.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 2

Το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα της κυβέρνησης ότι οι προσφεύγοντες  είχαν απωλέσει την ιδιότητά τους ως θύματα παραβίασης της Σύμβασης. Διαπίστωσε ότι οι εγχώριες αποφάσεις δεν ήταν ευνοϊκές γι’ αυτούς, οι αρχές δεν είχαν διαπιστώσει παραβίαση της Σύμβασης και καμία αποζημίωση δεν καταβλήθηκε.

Υποχρέωση προστασίας της ζωής

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η κύρια καταγγελία των προσφευγόντων ήταν ότι το πρόσωπο που είχε ανοίξει πυρ στο σχολείο, είχε άδεια οπλοκατοχής, όπλο το οποίο η αστυνομία δεν είχε κατασχέσει πριν από την επίθεση.

Τονίζοντας τους εγγενείς κινδύνους για το δικαίωμα στη ζωή από τη χρήση πυροβόλων όπλων και την υποχρέωση των κρατών να υιοθετούν και να εφαρμόζουν μέτρα για τη διασφάλιση της δημόσιας ασφάλειας, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να διακρίνει καμία έλλειψη στο σχετικό νομικό πλαίσιο στη Φινλανδία την εν λόγω περίοδο.

Επαναλαμβάνοντας τις διαπιστώσεις των εθνικών δικαστηρίων, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι δεν μπόρεσε να συμπεράνει  ότι υπήρχε πραγματικός και άμεσος κίνδυνος για τον οποίο οι αρχές γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν. Επομένως, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι  οι περιστάσεις της υπόθεσης είχαν ως αποτέλεσμα την υποχρέωση προσωπικής προστασίας των θυμάτων της δολοφονίας ή άλλων μαθητών ή του προσωπικού του σχολείου, ή ότι υπήρχε πραγματικός και άμεσος κίνδυνος από το δράστη για την οποία η αστυνομία γνώριζε ή έπρεπε να γνωρίζει πριν από την επίθεση.

Το Δικαστήριο απέρριψε επίσης το επιχείρημα των προσφευγόντων ότι η αστυνομία έπρεπε να έχει λάβει το ιατρικό και στρατιωτικό αρχείο του δολοφόνου για τη λήψη δεδομένων σχετικά με την ψυχική του υγεία.

Υποχρέωση επιμελείας/συμμόρφωσης σε σχέση με τα πυροβόλα όπλα

Το Δικαστήριο εξέτασε εάν το κράτος τήρησε το καθήκον επιμελείας του σε σχέση με τη προστασία της δημόσιας ασφάλειας, λαμβάνοντας  υπόψη το πλαίσιο της υπόθεσης, δηλαδή τη χρήση πυροβόλων όπλων και το εγγενές υψηλό βαθμό κινδύνου για τη ζωή.

Σημείωσε ότι η αστυνομία είχε λάβει γνώση τις διαδικτυακές θέσεις του δράστη, οι οποίες, αν και δεν περιείχαν απειλές, εξέγειραν αμφιβολίες για το εάν θα μπορούσε με ασφάλεια να παραμείνει στην κατοχή του το όπλο. Η αστυνομία τον είχε ανακρίνει, αλλά δεν είχε κατασχέσει το όπλο του. Ένα μεμονωμένο σφάλμα εκτίμησης δεν θα αρκούσε για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης, αλλά για το Δικαστήριο το ζήτημα στην υπόθεση υπερέβη ένα τέτοιο σφάλμα εκτίμησης.

Το κρίσιμο ερώτημα ήταν αν υπήρχαν μέτρα που θα μπορούσαν να εφαρμόσουν οι εγχώριες αρχές τα οποία ευλόγως αναμενόταν να λάβουν για να αποφευχθεί ο κίνδυνος για τη ζωή από τον πιθανό κίνδυνο των ενεργειών του δράστη.

Το προληπτικό μέτρο κατάσχεσης του όπλου ήταν στη διάθεση της αστυνομίας. Δεν θα προκαλούσε σημαντική παρέμβαση σε οποιαδήποτε ανταγωνιστικό δικαίωμα βάσει της Σύμβασης και δεν θα εμπεριείχε οποιαδήποτε ιδιαίτερα δύσκολη ή ευαίσθητη εξισορροπητική ενέργεια. Πράγματι, το Εφετείο είχε ισχυριστεί ότι το όπλο θα μπορούσε να κατασχεθεί σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ως προληπτικό μέτρο.

Έτσι, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η κατάσχεση του όπλου ήταν ένα λογικό μέτρο προφύλαξης, δεδομένου των αμφιβολιών για την ικανότητα του δράστη να κατέχει επικίνδυνο πυροβόλο όπλο. Οι αρχές δεν είχαν έτσι εκπληρώσει το ειδικό καθήκον επιμελείας που έπρεπε να διεκπεραιώσουν λόγω του ιδιαίτερα υψηλού κινδύνου στη ζωή που ενυπάρχει σε οποιοδήποτε παράπτωμα που περιλαμβάνει πυροβόλα όπλα.

Το Δικαστήριο, με έξι ψήφους υπέρ μίας, διαπίστωσε ότι υπήρξε παραβίαση εκ μέρους του κράτους των υποχρεώσεών του να προστατεύσει τις ζωές σύμφωνα με το άρθρο 2.

Έρευνα

Το Δικαστήριο δεν μπορούσε να εντοπίσει κανένα ζήτημα μεροληψίας ή έλλειψης ανεξαρτησίας κατά την προδικαστική έρευνα, ή ότι κατά κάποιο τρόπο ήταν ανεπαρκής ή ελαττωματική. Η κυβέρνηση είχε επίσης διορίσει το 2008 μια Επιτροπή για τη διερεύνηση του γεγονότος στο σχολείο, η οποία είχε εκδώσει συστάσεις.

Το Δικαστήριο κατέληξε ομόφωνα ότι δεν υπήρξε παραβίαση της διαδικαστικής πτυχής του άρθρου 2 που απορρέει από τυχόν ελλείψεις στην έρευνα. Απέρριψε επίσης τις καταγγελίες των προσφευγόντων βάσει άλλων άρθρων της Σύμβασης ως προδήλως αβάσιμες.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Φινλανδία έπρεπε να καταβάλει 31.571,97 ευρώ στον προσφεύγοντα Elmeri Kotilainen ως αποζημίωση και 30.000 ευρώ σε κάθε οικογένεια από κοινού για ψυχική οδύνη. Έκρινε ότι η Φινλανδία έπρεπε επίσης να καταβάλει 2.086,34 ευρώ στην πρώτη οικογένεια και 6.818,56 ευρώ σε καθεμία από τις άλλες οικογένειες για έξοδα και δαπάνες.

Μειοψηφούσα Άποψη

Ο δικαστής Eicke εξέφρασε αντίθετη γνώμη η οποία επισυνάπτεται στην απόφαση.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες