Δηλώσεις εισαγγελίας για παραβίαση αδικημάτων ακτιβιστών πριν δικαστούν. Χρήση τουαλέτα κρατούμενης με παρουσία άνδρα αστυνομικού! Παραβίαση τεκμηρίου αθωότητας και ιδιωτικής ζωής

ΑΠΟΦΑΣΗ

Yunusova και Yunusov κατά Αζερμπαϊτζάν της 16.07.202  (αρ. 2) (αριθ.προσφ. 68817/14)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Υπερασπιστές Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και σωρεία παραβιάσεων σε βάρος τους. Προστασία από το Στρασβούργο.

Οι προσφεύγοντες είναι ακτιβιστές, μέλη ΜΚΟ που έχει στόχο την προώθηση του διαλόγου μεταξύ της κοινωνίας πολιτών. Είχαν κλητευθεί ως μάρτυρες σε δίκη τρίτου προσώπου και επειδή δεν εμφανίστηκαν, συνελήφθησαν  στο αεροδρόμιο κατά την προσπάθεια τους να φύγουν από την χώρα που ζούσαν. Κρατήθηκαν προσωρινά χωρίς εύλογη αιτία, κατασχέθηκαν τα διαβατήρια τους, η πρώτη προσφεύγουσα αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα παρουσία άνδρα αστυνομικού, διενεργήθηκε έρευνα στην κατοικία τους και στα γραφεία της ΜΚΟ, κατηγορήθηκαν στον τύπο από την Εισαγγελική αρχή ότι είναι ένοχοι σοβαρών αδικημάτων πριν δικαστούν, στερήθηκαν το δικαίωμα άσκησης προσφυγής για την παράνομη προσωρινή κράτηση και στερήθηκαν την εκπροσώπηση τους από συνήγορο.

Σύλληψη για μη μαρτυρική κατάθεση. Το ΕΔΔΑ υπενθύμισε  ότι η σύλληψη ενός ατόμου που υποχρεούται να καταθέσει ως μάρτυρας πρέπει να γίνεται βάσει δικαστικής απόφασης, και έκρινε ότι ελλείψει απόφασης δικαστικής ή ανακριτή, η σύλληψη των προσφευγόντων και η στέρηση της ελευθερίας τους παραβίασαν το άρθρο  5§1 της ΕΣΔΑ,

Προσωρινή κράτηση. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι η σύλληψη τους, και η προσωρινή κράτηση σε μεταγενέστερη ημερομηνία πραγματοποιήθηκε λόγω υπόνοιας ότι έχουν διαπράξει σοβαρά αδικήματα χωρίς όμως να υπάρχει εύλογη αιτία, και έκρινε ότι στερήθηκαν την ελευθερία τους ελλείψει εύλογης αιτίας, συνεπώς υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5§1 και 3 της ΕΣΔΑ.

Τεκμήριο αθωότητας. Δηλώσεις Εισαγγελικής αρχής που παρουσίασε τους προσφεύγοντες ως ενόχους πριν αποδειχτεί η ενοχή τους, παραβίασαν το τεκμήριο αθωότητας σύμφωνα με το οποίο κανείς δεν είναι ένοχος πριν αποδειχτεί η ενοχή σύμφωνα με το νόμο.  Παραβίαση άρθρου 6 παρ. 2.

Ιδιωτική ζωή, χρήση τουαλέτας και έλεγχος αποσκευών. Όσον αφορά τον έλεγχο των αποσκευών, την κατ’οίκον έρευνα, την έρευνα στα γραφεία του συλλόγου και την εξευτελιστική παρέμβαση στην ατομική σφαίρα της προσφεύγουσας που αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα παρουσία άνδρα αστυνομικού, ενώ δεν είχαν κριθεί ένοχοι για οποιοδήποτε αδίκημα,  το ΕΔΔΑ έκρινε κατάφωρη παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης,

Δικαίωμα στην περιουσία και δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών. Αντιστοίχως η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών χωρίς προηγούμενη καταδίκη για απάτη και κατάχρηση εξουσίας, παραβίασε το δικαίωμα στην περιουσία (άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου).

Επίσης το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι οι προσφεύγοντες δεν διέθεταν ένδικο μέσο να παραπονεθούν για την κατάσχεση των διαβατηρίων και την δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών ως εκ τούτου έκρινε ότι υπήρχε παραβίαση του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του ΠΠΠ και του άρθρου 2ου του 4ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου,

Επιπλέον  το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι οι ενέργειες των αρχών οφείλονταν σε ακατάλληλους λόγους ήτοι για να παρεμποδίσουν το έργο των ΜΚΟ και έκρινε ότι υπάρχει παραβίαση του άρθρου 18 της ΕΣΔΑ  και

Τέλος το ΕΔΔΑ έκρινε  ότι παραβιάστηκε το άρθρο 34 της ΕΣΔΑ γιατί οι προσφεύγοντες εμποδίστηκαν να επικοινωνήσουν με το δικηγόρο τους, ο οποίος είχε τεθεί σε αναστολή.

Το ΕΔΔΑ για τις ανωτέρω παραβιάσεις  επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 20.000 ευρώ σε καθένα των προσφευγόντων.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 5§1 και 5§4

Άρθρο 6§2,

Άρθρο 8,

Άρθρο 1 ΠΠΠ,

Άρθρο 13,

Άρθρο 18,

Άρθρο 34

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η υπόθεση αφορούσε δύο υπηκόους του Αζερμπαϊτζάν, τη Leyla Islam gizi Yunusova, γνωστή ακτιβίστρια για  το έργο της αναφορικά με τη προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων  και τον  σύζυγό της Arif Seyfulla oglu Yunusov. Οι προσφεύγοντες κατοικούν προσωρινά στην Ολλανδία. Διαμαρτυρήθηκαν ιδιαίτερα για τη σύλληψή τους και την προσωρινή  κράτηση στο Αζερμπαϊτζάν το 2014, ισχυριζόμενοι ότι τα μέτρα που ελήφθησαν εναντίον τους ήταν στην ουσία αντίποινα για τον ακτιβισμό τους και την άσκηση κριτική  στην κυβέρνηση.

Εκείνη την εποχή η πρώτη προσφεύγουσα ήταν η διευθύντρια μιας ένωσης, το Ινστιτούτο Ειρήνης και Δημοκρατίας («ο Σύλλογος»), μια ΜΚΟ, και ο δεύτερος προσφεύγων  ήταν ο Προϊστάμενος Τμήματος του Συλλόγου. Συμμετείχαν από το 2002 σε κοινά προγράμματα με τους Αρμένιους ομόλογους τους με στόχο την προώθηση του διαλόγου μεταξύ της κοινωνίας πολιτών.

Στο πλαίσιο ποινικής δίκης εναντίον δημοσιογράφου για κατασκοπεία, οι προσφεύγοντες συνελήφθησαν στις 28 Απριλίου 2014 προσπαθώντας να διαφύγουν από τη χώρα μέσω αεροδρομίου και τους συνόδευσαν στο διαμέρισμά τους για ανάκριση. Η πρώτη προσφεύγουσα αφέθηκε ελεύθερη  τα μεσάνυχτα αφού πραγματοποιήθηκαν έρευνες στο διαμέρισμα και στο γραφείο του Συλλόγου. Εν τω μεταξύ, ο σύζυγός της μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο λόγω υπέρτασης.

Στη συνέχεια, οι προσφεύγοντες κίνησαν σειρά δικαστικών διαδικασιών για να διαμαρτυρηθούν για αυτό το συμβάν. Παραπονέθηκαν για την παράνομη έρευνα  των αποσκευών και των τσαντών τους στο αεροδρόμιο, την κατάσχεση των διαβατηρίων τους, τις έρευνες στο διαμέρισμά τους και του γραφείου τους και σχετικά με τη στέρηση της ελευθερίας τους. Ισχυρίστηκαν επίσης ότι είχαν δεχτεί προφορική επίθεση και απειλήθηκαν με χρήση βίας  όταν επενέβαιναν στο περιπολικό αυτοκίνητο  από το αεροδρόμιο για το σπίτι τους και ότι ένας αστυνομικός επέμενε να είναι παρών όταν η πρώτη προσφεύγουσα έπρεπε να πάει στην τουαλέτα κατά την έρευνα στο διαμέρισμα. Τέλος, κίνησαν  διαδικασίες σχετικά με δέσμευση  των τραπεζικών λογαριασμών τους. Τα δικαστήρια απέρριψαν ή αρνήθηκαν να αποδεχθούν τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων.

Οι προσφεύγοντες συνελήφθησαν και τέθηκαν υπό προσωρινή κράτηση τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 2014, αντίστοιχα, για προδοσία, καθώς και για διάφορες άλλες κατηγορίες σε σχέση με εικαζόμενες οικονομικές παρατυπίες, όπως η παράνομη επιχειρηματικότητα και φοροδιαφυγή μεγάλου ποσού. Οι εισαγγελικές αρχές είχαν κινήσει ποινικές διαδικασίες εναντίον των προσφευγόντων τον Απρίλιο του 2014 με την κατηγορία ότι τα κοινά προγράμματα  με τους Αρμένιους ομολόγους τους ήταν στην ουσία κάλυψη για τη συνεργασία με τις αρμενικές μυστικές υπηρεσίες και για την αποτυχία δήλωσης επιχορηγήσεων που είχαν λάβει μέσω άλλων ΜΚΟ.

Αμφισβήτησαν την κράτησή τους ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη των κατηγοριών, χωρίς αποτέλεσμα.

Καταδικάστηκαν τον Αύγουστο του 2015 και τους επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης  8 και 7 ετών.  Οι ποινές μετατράπηκαν σε φυλάκιση πέντε ετών, η οποία είχε ανασταλεί  τον Δεκέμβριο του 2015 και η πρώτη προσφεύγουσα αποφυλακίστηκε. Ο σύζυγός της είχε αποφυλακιστεί  εν τω μεταξύ λόγω της ασθενείας. Η ποινική δίκη των προσφευγόντων  αποτελεί αντικείμενο χωριστής προσφυγής (αρ. 51984/19) στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Βασιζόμενοι ιδίως στο άρθρο 5 §§ 1 και 4 (δικαίωμα ελευθερίας και ασφάλειας / δικαίωμα η νομιμότητα της κράτησης) της ΕΣΔΑ, οι προσφεύγοντες κατήγγειλαν ότι είχαν στερηθεί την ελευθερία τους παράνομα από τις 28 έως τις 29 Απριλίου 2014, χωρίς αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο και ισχυρίστηκαν  ότι η σύλληψή τους και η κράτησή τους κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας εναντίον τους δεν βασίστηκε σε εύλογη υποψία ούτε ήταν δικαιολογημένη.

Στηριζόμενοι περαιτέρω στο άρθρο 6 παρ. 2 (τεκμήριο αθωότητας), ισχυρίστηκαν ότι μια κοινή δήλωση τύπου που δημοσιεύθηκε από τις εισαγγελικές αρχές σχετικά με την ποινική τους υπόθεση δεν άφησε καμία αμφιβολία ότι είχαν διαπράξει τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορήθηκαν.

Υπέβαλαν επίσης ορισμένες άλλες καταγγελίες σύμφωνα με το άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και κατοικίας) και το άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου αριθ. 4 (ελεύθερη κυκλοφορία) σχετικά με την έρευνα των αποσκευών  τους στο αεροδρόμιο και τις έρευνες στο σπίτι και στο γραφείο τους, με αποτέλεσμα την κατάσχεση διαφόρων αντικειμένων και εγγράφων, συμπεριλαμβανομένων των διαβατηρίων τους, και της απαγόρευσης  εξόδου από τη χώρα  και, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (προστασία περιουσίας) σχετικά με τη δέσμευση  των τραπεζικών τους λογαριασμών.

Κατήγγειλαν σύμφωνα με το άρθρο 13 (δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής) ότι δεν είχαν πρόσβαση σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο για τη κατάσχεση των διαβατηρίων τους, εμποδίζοντας τους την έξοδο από τη χώρα και τη δέσμευση  των τραπεζικών τους λογαριασμών.

Τέλος, ισχυρίστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 18 ότι η σύλληψή τους και η προσωρινή κράτηση τους  ήταν για να τους τιμωρήσουν  και να τους αποσιωπήσουν ως υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ως ακτιβιστές της κοινωνίας των πολιτών. Ισχυρίστηκαν παραβίαση των δικαιωμάτων τους σύμφωνα με το άρθρο 34 (δικαίωμα σε ατομική αναφορά) επειδή δεν μπορούσαν να συναντηθούν με τον δικηγόρο τους ενώ βρίσκονταν στην φυλακή εναντίον του.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 § 2 – Τεκμήριο αθωότητας

Οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 6 § 2 της Σύμβασης ότι η κοινή δήλωση τύπου της Γενικής Εισαγγελίας και του Υπουργείου Εθνικής Ασφάλειας παραβίασε το δικαίωμά τους στο τεκμήριο αθωότητας. Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι το τεκμήριο αθωότητας μπορεί να παραβιαστεί εάν μια δικαστική απόφαση ή δήλωση δημοσίου υπαλλήλου σχετικά με πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα αντικατοπτρίζει την άποψη ότι είναι ένοχος προτού αποδειχθεί ένοχος σύμφωνα με το νόμο.

Το Δικαστήριο  εκτίμησε ότι η δήλωση, η οποία αξιολογήθηκε συνολικά, δεν έγινε με την απαραίτητη διακριτική ευχέρεια και επιμέλεια. Η πρώτη αναφορά στην ύπαρξη εύλογης υποψίας αναφέρθηκε μόνο σε σχέση με ένα από τα επεισόδια που καταλογίστηκαν στην πρώτη προσφεύγουσα όσον αφορά την «κατάχρηση εμπιστοσύνης» σε αντίθεση με άλλα επεισόδια που ενοχοποιούσαν και τους δύο προσφεύγοντες, τα οποία παρουσιάστηκαν στη δήλωση ως αποδεδειγμένα γεγονότα. Επιπλέον, η αναφορά στην ύπαρξη υποψίας κατά των προσφευγόντων δεν αναφέρθηκε στην αρχή της δήλωσης, έτσι ώστε ένας εξωτερικός αναγνώστης να καταλάβει ότι οι προσφεύγοντες ήταν απλώς ύποπτοι ότι διέπραξαν αυτά τα εγκλήματα, αλλά αναφέρθηκε στο τέλος της δήλωσης όταν ένας αναγνώστης είχε ήδη διαμορφώσει άποψη ότι οι προσφεύγοντες διέπραξαν αυτά τα εγκλήματα. Έτσι, ο συνολικός τρόπος με τον οποίο διατυπώθηκε η δήλωση έδωσε την εντύπωση ότι οι προσφεύγοντες θεωρήθηκαν ένοχοι πριν αποδειχθούν σύμφωνα με το νόμο.

Ως εκ τούτου, υπήρξε παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας (άρθρου 6 § 2 της ΕΣΔΑ).

Άρθρο 8 και χρήση τουαλέτας

Η πρώτη προσφεύγουσα  διαμαρτυρήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 8 ότι όταν χρησιμοποιούσε την τουαλέτα,  ένας άντρας αξιωματικός εισέβαλε στον χώρο.  Εν προκειμένω, το Δικαστήριο σημείωσε ότι, στο πλαίσιο της εσωτερικής διαδικασίας που κίνησαν οι προσφεύγοντες, υπέβαλαν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων έναν κατάλογο διευθύνσεων διαδικτύου όπου δημοσιεύθηκαν οι βιντεοσκοπήσεις των γεγονότων. Δεν διαπιστώθηκε από  τις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων ότι αποκλείστηκε η εξέταση αυτών των βιντεοσκοπήσεων ή ότι οι τελευταίες ήταν απαράδεκτες για οποιονδήποτε άλλο διαδικαστικό λόγο. Οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων ήταν εντελώς σιωπηλές ως προς αυτό.

Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς των διαδίκων και το διαθέσιμο υλικό, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ένας άντρας αξιωματικός εισέβαλε στην τουαλέτα ενώ η πρώτη προσφεύγουσα  χρησιμοποιούσε την τουαλέτα για φυσική της ανάγκη.  Το γεγονός αυτό σαφώς προσέβαλε το δικαίωμα της προσφεύγουσας για σεβασμό της ιδιωτική της ζωή και δεν μπορεί να θεωρηθεί «απαραίτητο σε μια δημοκρατική κοινωνία».

Ως εκ τούτου υπήρξε παραβίαση του  δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής (άρθρου 8 της ΕΣΔΑ).

Παραβίαση του άρθρου 8 όσον αφορά τον έλεγχο των αποσκευών

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι ο βασικός σκοπός και σκοπός του άρθρου 8 της Σύμβασης είναι η προστασία του ατόμου από αυθαίρετες παρεμβάσεις από τις δημόσιες αρχές, οι δε εξαιρέσεις από το δικαίωμα του ατόμου για σεβασμό της ιδιωτικής και  οικογενειακής του ζωή, το ασύλου της κατοικίας  του και της αλληλογραφίας του που αναφέρονται στο άρθρο 8 παρ. 2 πρέπει να ερμηνεύονται  στενά. Η απαρίθμηση των εξαιρέσεων όπως αναφέρονται στο άρθρο 8 § 2 είναι εξαντλητική και ο ορισμός τους είναι περιοριστικός.

Στο πλαίσιο αυτό, όσον αφορά τον έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων των προσφευγόντων  στο αεροδρόμιο, το Δικαστήριο θεώρησε σημαντικό να τονίσει ότι, το μέτρο αυτό δεν πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο τελωνειακών ελέγχων για «εμπορεύματα» ή στο πλαίσιο ελέγχου ασφαλείας πριν από την είσοδο σε αεροσκάφος αλλά στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας εναντίον τρίτου.

Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν μπόρεσε να αγνοήσει το γεγονός ότι αρκετές ημέρες πριν από τη σύλληψη των προσφευγόντων στο αεροδρόμιο και τις έρευνες που διεξήγαγαν οι αρχές, κινήθηκαν ποινικές διαδικασίες σχετικά με φερόμενες παρατυπίες σε χρηματοοικονομικές δραστηριότητες ορισμένων ΜΚΟ μετά τις οποίες αρκετοί σημαντικοί ακτιβιστές ΜΚΟ συνελήφθησαν, των οποίων τα γραφεία και οι εγκαταστάσεις ερευνήθηκαν επίσης. Επομένως, λαμβανομένου υπόψη του ειδικού πλαισίου της παρούσας υπόθεσης και της έλλειψης συγκεκριμένων λόγων που προβάλλονται είτε στην εγχώρια νομοθεσία είτε στη Σύμβαση  που δικαιολογεί τα εν λόγω μέτρα, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η κυβέρνηση απέτυχε να αποδείξει πειστικά ότι οι αρχές είχαν καθοδηγηθεί από νόμιμους στόχους στους οποίους βασίστηκαν, δηλαδή τη διερεύνηση της ποινικής υπόθεσης κατά της προσφεύγουσας και την προστασία της εθνικής ασφάλειας.

Ως εκ τούτου, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.

Άρθρο 5§1

Το Δικαστήριο σημείωσε συγκεκριμένα ότι και οι δύο προσφεύγοντες συνελήφθησαν  στο αεροδρόμιο στις 10.30 μ.μ. στις 28.04.2014. Σε αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι για να εξακριβώσει εάν υπήρξε στέρηση της ελευθερίας κατά την έννοια του άρθρου 5, το πλαίσιο στο οποίο αναλήφθηκε δράση ήταν ένας σημαντικός παράγοντας που έπρεπε να ληφθεί υπόψη. Σε περίπτωση που ένας επιβάτης συλλαμβάνεται  από συνοριακούς υπαλλήλους σε συνοριακό έλεγχο σε ένα αεροδρόμιο προκειμένου να διευκρινίσει την κατάστασή του και όταν η κράτηση αυτή δεν έχει υπερβεί τον απολύτως απαραίτητο χρόνο για να συμμορφωθεί με τις σχετικές διατυπώσεις, δεν τίθεται ζήτημα δυνάμει του άρθρου 5 της Σύμβασης. Αντιθέτως, εν προκειμένω, οι προσφεύγοντες δεν συνελήφθησαν στο πλαίσιο ελέγχων ασφαλείας που πρέπει να διενεργούνται πριν από την είσοδο σε αεροσκάφος, αλλά υποχρεώθηκαν να συνοδεύσουν την αστυνομία με σκοπό την ανάκριση ως μάρτυρες στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας εναντίον τρίτου. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσφευγόντων  διήρκεσε πολλές ώρες,  το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι προσφεύγοντες στερήθηκαν την ελευθερία τους κατά την έννοια του άρθρου 5 § 1.

Η κράτηση μπορεί να επιτραπεί σύμφωνα με το δεύτερο σκέλος του άρθρου 5 § 1 (β) προκειμένου να εξασφαλιστεί η εκπλήρωση οποιασδήποτε υποχρέωσης που ορίζει ο νόμος. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν εμφανιστεί ενώπιον του ανακριτή για ανάκριση, κάτι που δεν αμφισβητήθηκε από τους προσφεύγοντες. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η νομική υποχρέωση να καταθέσει κάποιος  ως μάρτυρας θα μπορούσε να θεωρηθεί επαρκώς συγκεκριμένη για τους σκοπούς του άρθρου 5 παρ. 1 στ. β.

Εν προκειμένω, η διαδικασία βάσει του άρθρου 178 του CCRP, για την οποία ενημερώθηκαν οι προσφεύγοντες με τις Κλήσεις που τους επιδόθηκαν, προβλέπει ότι η άσκηση εξουσίας εναντίον  ενός ατόμου με σκοπό τη διεξαγωγή ερευνών με τη συμμετοχή του, πρέπει να διεξαχθεί σύμφωνα με αιτιολογημένη απόφαση ανακριτικού οργάνου ή δικαστηρίου. Ωστόσο, δεν φαίνεται ότι ελήφθη απόφαση στο πλαίσιο αυτό, με την οποία διατάχθηκε η συνοδεία των προσφευγόντων για ανάκριση.

Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 1 της Σύμβασης λόγω της στέρησης της ελευθερίας των προσφευγόντων από τις 28 έως τις 29.04.2014.

Εικαζόμενη παράβαση του άρθρου 5 §§ 1 και 3 της Σύμβασης λόγω έλλειψης εύλογης υποψίας και της αποτυχίας των εθνικών δικαστηρίων να παράσχουν σχετικούς και επαρκείς λόγους για τη συνεχιζόμενη κράτηση των αιτούντων μεταξύ 30.07.2014 και μη καθορισμένης ημερομηνίας του 2015

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η σύλληψη των προσφευγόντων και η προσωρινή κράτηση βασίστηκαν σε κατηγορίες που αφορούσαν δύο αδικήματα  που τους αποδόθηκαν, για  εθνική προδοσία και για τις  μη νόμιμες επιχορηγήσεις που λάμβαναν μέσω ΜΚΟ.

Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν σταθερά ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ότι οι αρχές δεν είχαν προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για να στοιχειοθετήσουν την κατηγορία ότι διέπραξαν αυτά τα αδικήματα.  Επιπλέον, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, η κυβέρνηση δεν παρουσίασε κανένα απολύτως υλικό που θα μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπήρχε εύλογη υποψία ότι οι προσφεύγοντες ενδέχεται να διέπραξαν τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορήθηκαν.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν υπήρξε τίποτα στο προγενέστερο υλικό που να ικανοποιούσε έναν αντικειμενικό παρατηρητή να συμπεράνει ότι οι προσφεύγοντες ήταν πιθανό να έχουν διαπράξει αυτές τις πράξεις. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν αποδείχθηκε ότι κατά την υπό εξέταση περίοδο οι προσφεύγοντες στερήθηκαν την ελευθερία τους για «εύλογη υποψία».

Όσον αφορά την κατηγορία της απάτης  ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η πρώτη προσφεύγουσα κατηγορήθηκε ότι καταχράστηκε, ένα μέρος των χρημάτων που της είχαν ανατεθεί από δωρεές στο πλαίσιο των συμφωνιών επιχορήγησης και ο δεύτερος προσφεύγων σε διάφορες ημερομηνίες μετέφερε αυτά τα ποσά στους προσωπικούς τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς. Ωστόσο, το Δικαστήριο σημείωσε ότι αυτή η κατηγορία δεν υποστηρίχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Το  Δικαστήριο  επισήμανε ότι από τη δικογραφία δεν αποδείχθηκε ότι οι χορηγοί των σχετικών έργων διαμαρτυρήθηκαν ποτέ ότι τα χρήματα που κατέβαλαν  βάσει των συμβάσεων επιχορήγησης δεν είχαν δαπανηθεί σωστά για τους σκοπούς για τους οποίους είχαν διατεθεί. Ομοίως, το Δικαστήριο σημείωσε ότι δεν υπάρχει τίποτα στις εγχώριες αποφάσεις ή στους ισχυρισμούς της κυβέρνησης που να υποστηρίζει ή να αποδεικνύει αυτή την κατηγορία.

Λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω εκτιμήσεις και τη νομολογία του Δικαστηρίου επί του θέματος, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κατά την περίοδο μεταξύ 30.07.2014 και μη καθορισμένης ημερομηνίας του 2015, οι προσφεύγοντες στερήθηκαν την ελευθερία τους ελλείψει «εύλογης υποψίας» ότι διέπραξαν ποινικό αδίκημα.

Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 5 § 1 της Σύμβασης.

Εικαζόμενη παράβαση του άρθρου 5 § 4 της Σύμβασης λόγω έλλειψης αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας της κράτησης των προσφευγόντων

Λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική νομολογία του, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν δόθηκε στους προσφεύγοντες κατάλληλος δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας της κράτησής τους. Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 5 § 4 της Σύμβασης.

Άρθρο 1 του ΠΠΠ

Το Δικαστήριο  παρατηρεί ότι οι τραπεζικοί λογαριασμοί των προσφευγόντων δεσμεύθηκαν στο πλαίσιο ποινικής υπόθεσης εναντίον τρίτου. Ωστόσο, δεν φαίνεται ότι μια τέτοια αιτιολογημένη απόφαση ελήφθη εν προκειμένω, είτε από δικαστήριο είτε από ανακριτή, η οποία θα είχε αποδείξει την ύπαρξη εύλογων λόγων για τη δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών των προσφευγόντων.

Ως εκ τούτου, υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού της περιουσίας τους (άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης).

Άρθρο 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του ΠΠΠ και του άρθρου 2 του Τέταρτου πρόσθετου πρωτοκόλλου

Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι το άρθρο 13 της Σύμβασης εγγυάται τη διαθεσιμότητα σε εθνικό επίπεδο ένδικου μέσου για την επιβολή της ουσίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών της Σύμβασης με οποιαδήποτε μορφή μπορεί να συμβεί.

Σε αυτό το πλαίσιο το Δικαστήριο παρατήρησε ότι τα εγχώρια δικαστήρια αρνήθηκαν να εξετάσουν επί της ουσίας τις καταγγελίες των προσφευγόντων σχετικά με την κατάσχεση των διαβατηρίων τους και τη δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών τους, διότι τέτοιες ενέργειες από τις ανακριτικές αρχές δεν ήταν επιδεκτικές δικαστικού ελέγχου.

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν αποτελεσματική προσφυγή σε σχέση με τις καταγγελίες τους σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου  και του άρθρου 2 του 4ου Πρωτοκόλλου. Ως εκ τούτου υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 της σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του ΠΠΠ και του άρθρου 2 του 4ου  Πρωτοκόλλου.

Άρθρο 18

Το Δικαστήριο σημείωσε εξαρχής ότι έχει ήδη διαπιστώσει ότι η σύλληψη των προσφευγόντων  και η προσωρινή  κράτηση μεταξύ 30 Ιουλίου 2014 και μη καθορισμένης ημερομηνίας το 2015 δεν πραγματοποιήθηκαν για σκοπό που ορίζεται στο άρθρο 5 § 1 (γ) της Σύμβασης .

Όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο, οι προσφεύγοντες κατηγορήθηκαν για σοβαρά ποινικά αδικήματα των οποίων τα βασικά συστατικά στοιχεία δεν μπορούσαν να αποδειχθούν  στα υπάρχοντα πραγματικά περιστατικά.

Το  Δικαστήριο επισήμανε ότι η σύλληψη των προσφευγόντων συνοδεύτηκε από στιγματικές δηλώσεις δημοσίων υπαλλήλων κατά των τοπικών ΜΚΟ και των μελών  τους, οι οποίοι χαρακτηρίστηκαν ως «προδότες».

Επίσης το Δικαστήριο σημείωσε ότι  το γενικό πλαίσιο της ολοένα και πιο αυστηρής και περιοριστικής νομοθετικής ρύθμισης της δραστηριότητας και της χρηματοδότησης των ΜΚΟ δεν μπορεί απλώς να αγνοηθεί σε μια υπόθεση όπως η παρούσα, και τέλος η κατάσταση των προσφευγόντων  πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο συλλήψεων άλλων αξιοσημείωτων ακτιβιστών της κοινωνίας των πολιτών και υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που έχουν τεθεί υπό κράτηση και έχουν κατηγορηθεί σε μεγάλο βαθμό με παρόμοια εγκλήματα .

Έτσι, το σύνολο των παραπάνω περιστάσεων δείχνει ότι οι ενέργειες των αρχών οφείλονταν σε ακατάλληλους λόγους και ο πραγματικός σκοπός των επίμαχων μέτρων ήταν η σιωπή και η τιμωρία των προσφευγόντων για τις δραστηριότητες των ΜΚΟ.

Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 18 της Σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 5.

Άρθρο 34

Οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν ότι η αναστολή της άδειας του συνηγόρου τους  και η αδυναμία να συναντηθούν μαζί του ενώ ήταν στη φυλακή ισοδυναμούσε  με παραβίαση του δικαιώματος ατομικής προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 34 της Σύμβασης. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το καθ’ ού κράτος δεν είχε συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του βάσει του άρθρου 34 της Σύμβασης.

Επομένως, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το εναγόμενο κράτος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 34 της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση: Το ΕΔΔΑ επιδίκασε 20.000 ευρώ σε καθένα των προσφευγόντων  για ηθική βλάβη και 11.438 ευρώ από κοινού για το κόστος και τις δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες