Δικαστής δίκασε υπόθεση στην οποία διάδικος εκπροσωπήθηκε από δικηγορική εταιρεία που εργαζόταν ο γιός του. Παραβίαση αντικειμενικής αμεροληψίας

ΑΠΟΦΑΣΗ

Κουλίας κατά Κύπρου της 26.05.2020 (αριθ. προσφ. 48781/12)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αμεροληψία δικαστή και δίκαιη δίκη.

Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, συμμετείχε σε σύνθεση όπου εκδίκασε αστική υπόθεση (αγωγή αποζημίωσης εξ αδικοπραξίας λόγω δυσφήμησης), στην οποία τον ενάγοντα και αντίδικο του προσφεύγοντος εκπροσωπούσε ως δικηγόρος ο ιδρυτής και επικεφαλής μιας δικηγορικής εταιρείας στην οποία εργαζόταν ο υιός του.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου επισήμανε ότι ενώ οι δικαστές δεν πρέπει αυτομάτως να αυτοεξαιρούνται σε αυτές τις περιπτώσεις, τέτοιοι δεσμοί αίματος πρέπει να αποκαλύπτονται κατά την έναρξη της διαδικασίας.

Παρόλα αυτά, ο προσφεύγων είχε πληροφορηθεί τη σχέση μεταξύ του υιού του δικαστή και του δικηγορικού γραφείου, όταν το ένδικο μέσο που άσκησε απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και επομένως δημιουργήθηκαν ζητήματα μεροληψίας.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι αμφιβολίες του προσφεύγοντος σχετικά με την αμεροληψία του δικαστή  του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δικαιολογούνταν αντικειμενικά και ότι η εγχώρια νομοθεσία και πρακτική δεν παρείχαν επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη υπό την ειδικότερη έκφανσή της, της αντικειμενικής αμεροληψίας του δικαστηρίου  (άρθρου 6 παρ. 1  της ΕΣΔΑ). Επιδικάστηκε ποσό 9.600 ευρώ για ηθική βλάβη.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 6

Άρθρο 10

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων  Ζαχαρίας Κουλίας είναι Κύπριος υπήκοος. Γεννήθηκε το 1950 και ζει στη Λάρνακα.

Τον Μάιο του 2006 ο προσφεύγων που ήταν και βουλευτής την επίδικη περίοδο, συμμετείχε σε ραδιοφωνικό πρόγραμμα, στο οποίο έκανε διάφορα σχόλια για έναν άλλο πολιτικό, πρώην υπουργό και υψηλόβαθμο μέλος πολιτικού κόμματος.

Ο τελευταίος άσκησε αγωγή αδικοπραξίας λόγω  δυσφήμησης για όσα ανέφερε ο προσφεύγων στη ραδιοφωνική εκπομπή γι΄αυτόν, εστιάζοντας ιδίως σε δύο από τα σχόλιά του. Στο ότι  ο πολιτικός, για τον οποίο ασκούσε κριτική,  «είχε λάβει χρήματα από μια τουρκική εταιρεία» και ότι είχε δηλώσει στην τηλεόραση ότι δεν υπήρχε «κανένα ψευδοκράτος» στο βόρειο τμήμα της Κύπρου, αναφερόμενος στην αποκαλούμενη «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου». Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, αλλά, κατόπιν έφεσης, στις 24 Ιανουαρίου 2012, ένα Τμήμα τριμελούς σύνθεσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου έκρινε ότι τα σχόλια ήταν δυσφημιστικά.

Στη συνέχεια, ο προσφεύγων πληροφορήθηκε ότι ο υιός του Προέδρου του Ανώτατου Δικαστηρίου, εργάζονταν στην ίδια δικηγορική εταιρεία με τον δικηγόρο (που ήταν ο  ιδρυτής της εταιρείας), ο οποίος είχε αναλάβει την υπόθεση του ενάγοντος πολιτικού (αντιδίκου του προσφεύγοντος) στην διαδικασία ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Στις 10 Φεβρουαρίου 2012 τοπική εφημερίδα δημοσίευσε άρθρο σχετικά με την υπόθεση, στο οποίο ο δικηγόρος του προσφεύγοντος δήλωσε ότι ούτε ο δικαστής, ούτε ο εν λόγω δικηγόρος, δεν είχαν αναφέρει τη μεταξύ τους σύνδεση, και ότι δημιουργείτο θέμα κατά πόσον ο δικαστής θα έπρεπε να είχε εξαιρεθεί από την υπόθεση. Στις 14 Φεβρουαρίου 2012 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε ανακοίνωση που ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η συμμετοχή του εν λόγω δικαστή ήταν πλήρως σύμφωνη με την ισχύουσα δικαστική πρακτική, των προηγουμένων ετών.

Ο προσφεύγων παραπονέθηκε σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη) της Σύμβασης για έλλειψη αμεροληψίας εκ μέρους του προεδρεύοντος δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου λόγω της σχέσης του με τον δικηγόρο της αντίδικης πλευράς, τόσο στο πλαίσιο του αντικειμενικού ελέγχου αμεροληψίας του ΕΔΔΑ, όσο και του υποκειμενικού.

Ο προσφεύγων παραπονέθηκε επίσης για παραβίαση του δικαιώματός του στην ελευθερία της έκφρασης  (άρθρο 10).

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 § 1

Το Δικαστήριο επισήμανε αρχικά ότι, σύμφωνα με τις γενικές αρχές της νομολογίας του, η υποκειμενική αμεροληψία ενός δικαστή πρέπει να τεκμαίρεται έως ότου υπήρχαν αποδείξεις για το αντίθετο. Σε αυτήν την υπόθεση, κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύει την ύπαρξη υποκειμενικής  προκατάληψης εκ μέρους του Δικαστή προς τον προσφεύγοντα.

Επομένως, το Δικαστήριο εξέτασε την προσφυγή του προσφεύγοντος βάσει του αντικειμενικού ελέγχου αμεροληψίας, έχοντας να εξετάσει κατά πόσο οι αμφιβολίες του ήταν αντικειμενικά δικαιολογημένες.

Αναφέρθηκε στις αρχές που ορίζονται στην υπόθεση Nicholas κατά Κύπρου σχετικά με περιπτώσεις στις οποίες ένας δικαστής έχει δεσμούς αίματος με συνεργάτη δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τον ένα διάδικο. Ένας τέτοιος δεσμός δεν αποκλείει από μόνος του έναν δικαστή από τη διαδικασία, αλλά αποτελεί αναμφίβολα μια κατάσταση ή σχέση που θα μπορούσε να προκαλέσει αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία του δικαστή.

Το αν τέτοιες αμφιβολίες δικαιολογούνταν αντικειμενικά εξαρτάται από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Οι παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη περιλαμβάνουν το  κατά πόσο είχε εμπλακεί ο συγγενής του δικαστή στην εν λόγω υπόθεση, τη θέση του συγγενή στη δικηγορική εταιρεία που είχε αναλάβει την υπόθεση, το μέγεθος αυτής, το εσωτερικό της οργανωτικής δομής, την οικονομική σημασία της υπόθεσης για το δικηγορικό γραφείο, και το πιθανό   οικονομικό ενδιαφέρον ή πιθανό όφελος για τον συγγενή.

Το Δικαστήριο σημείωσε στη συνέχεια ότι η Κύπρος, ως μικρή χώρα, είχε λιγότερες εταιρείες και μικρότερο αριθμό δικαστών από άλλες μεγαλύτερες χώρες, έτσι μια τέτοια κατάσταση είναι πιθανό να προκύπτει πιο συχνά. Οι καταγγελίες δε σχετικά με τη μεροληψία δικαστή δεν πρέπει να μπορούν να παραλύουν το νομικό σύστημα του εναγομένου κράτους και ότι σε μικρές χώρες τα υπερβολικά αυστηρά πρότυπα, σχετικά με τέτοιες περιπτώσεις, ενδέχεται  να παρεμποδίζουν την απονομή της δικαιοσύνης.

Ωστόσο, δεδομένης της σημασίας των περιπτώσεων, κάθε κατάσταση που θα μπορούσε να προκαλέσει την υπόνοια προκατάληψης πρέπει να αποκαλύπτεται κατά την έναρξη της διαδικασίας και πρέπει να γίνεται αξιολόγηση κατά πόσο είναι απαραίτητο να εξαιρεθεί ο δικαστής από την υπόθεση. Αποτελεί σημαντική διαδικαστική διασφάλιση το να παρέχονται επαρκείς εγγυήσεις αντικειμενικής και υποκειμενικής αμεροληψίας.

Ωστόσο, ο προσφεύγων είχε ανακαλύψει τη σχέση μεταξύ του υιού του δικαστή και του δικηγορικού γραφείου, όταν απορρίφθηκε το ασκηθέν από αυτόν ένδικο μέσο. Επομένως, είχε αντιμετωπίσει μια κατάσταση στην οποία ο υιός του δικαστή εργάζονταν στο δικηγορικό γραφείο που είχε αναλάβει την εκπροσώπηση του αντιδίκου του προσφεύγοντος ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του οποίου ο διευθύνων εταίρος και εργοδότης του υιού του είχε παραστεί στην επ’ ακροατηρίω συζήτηση.

Ο προσφεύγων δεν ήξερε αν ο υιός του δικαστή είχε πράγματι εμπλακεί στην υπόθεση και αν είχε οικονομικό συμφέρον από αυτήν. Συνεπώς δημιουργήθηκαν υποψίες έλλειψης αντικειμενικής αμεροληψίας.

Επομένως, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι αμφιβολίες του προσφεύγοντος σχετικά με την αμεροληψία του δικαστή  του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δικαιολογούνταν αντικειμενικά και ότι η εγχώρια νομοθεσία και πρακτική δεν παρείχαν επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις.

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι ο Κώδικας Δικαστικής Δεοντολογίας τροποποιήθηκε στη συνέχεια και ότι μια τέτοια σχέση αποτελούσε πλέον λόγο για την εξαίρεση του δικαστή σε υποθέσεις, όπως αυτή του προσφεύγοντος.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε  παραβίαση της δίκαιης δίκης (άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης).

Άρθρο 10

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδίκασης της  αγωγής λόγω δυσφήμησης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο δικηγόρος του προσφεύγοντος συμφώνησε να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής της υπόθεσης στο αν τα σχόλια του προσφεύγοντος ήταν δυσφημιστικά, παραιτούμενος του ισχυρισμού που αφορούσε την παραβίαση της  ελευθερίας της έκφρασης.

Με την απόφαση αυτή, ο προσφεύγων δεν είχε παρουσιάσει όλα τα επιχειρήματά του ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 10, όπως το έπραξε ενώπιον του ΕΔΔΑ.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα, συμφωνώντας με την ένσταση της Κυβέρνησης, ότι ο προσφεύγων δεν είχε εξαντλήσει όλα τα σχετικά «αποτελεσματικά» εσωτερικά ένδικα μέσα.  Κατά συνέπεια, απέρριψε την καταγγελία βάσει του άρθρου 10 για μη εξάντληση των εγχώριων ένδικων μέσων.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Κύπρος πρέπει να καταβάλει στον προσφεύγοντα ποσό 9.600 ευρώ για ηθική βλάβη και τα έξοδα.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες