Αθλιες οι συνθήκες κράτησης σε κέντρο μεταναστών στην Τουρκία για μητέρα και τα τρία μικρά παιδιά της. Καταδίκη του Στρασβούργου

ΑΠΟΦΑΣΗ

G.B. κ.α. κατά Τουρκίας της 17.10.2019 (αριθ. 4633/15)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η υπόθεση αφορά την κράτηση μιας μητέρας και των τριών μικρών παιδιών της, σε κέντρο  φιλοξενίας εν αναμονή της απέλασής τους από την Τουρκία. Είχαν αφεθεί ελεύθεροι σχεδόν τέσσερις μήνες μετά από μια σειρά διαδικασιών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων σχετικά με την νομιμότητα της κράτησής τους.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η κυβέρνηση δεν αντέκρουσε τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων ότι κρατούνταν σε υπερπλήρεις κοιτώνες, σπάνια είχαν την δυνατότητα να βγουν έξω στο καθαρό αέρα, εκτίθεντο συνεχώς σε καπνό τσιγάρου από άλλους κρατούμενους και δεν είχε δοθεί κατάλληλη τροφή στα ανήλικα παιδιά. Τέτοιες συνθήκες ήταν προφανώς δυσμενείς ακόμη και για τους ενήλικες και συνεπώς, ήταν ακόμη περισσότερο για τους τρεις προσφεύγοντες που ήταν ευάλωτα παιδιά.

Επίσης, έκρινε ότι παρόλο που ένας νέος νόμος είχε τεθεί σε ισχύ το 2014, ο οποίος επανεξέτασε το νομικό πλαίσιο για τη μετανάστευση και το άσυλο στην Τουρκία, ήταν εξ ολοκλήρου αναποτελεσματικός στην περίπτωση των προσφευγόντων σχετικά με τις προϋποθέσεις ή τη νομιμότητα της κράτησή τους.

Το Στρασβούργο έκρινε ομόφωνα ότι υπήρξαν δύο παραβιάσεις του άρθρου 3 (απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης) της ΕΣΔΑ όσον αφορά τις συνθήκες κράτησης των προσφευγόντων εν αναμονή της απέλασης σε δύο διαφορετικά κέντρα φιλοξενίας, παραβίαση του άρθρου 13 (δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής) σε συνδυασμό με το άρθρο 3 λόγω έλλειψης αποτελεσματικών ένδικων μέσων στους προσφεύγοντες για να διαμαρτυρηθούν για τις συνθήκες κράτησης σε ένα από αυτά τα κέντρα και, παραβιάσεις του άρθρου 5 §§ 1 και 4 (δικαίωμα στην ελευθερία και ασφάλεια / δικαίωμα η νομιμότητα της κράτησης να εξετάζεται ταχέως από δικαστήριο).

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 3

Άρθρο 13

Άρθρο 5 §§ 1 και 4

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες, G.B. και τα τρία παιδιά της, είναι Ρώσοι υπήκοοι που γεννήθηκαν το 1986, το 2008, 2012 και 2013 αντίστοιχα. Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες πληροφορίες στο αρχείο, ζουν στο Μπακού (Αζερμπαϊτζάν).

Εισήλθαν στην Τουρκία στις 17 Οκτωβρίου 2014. Σύμφωνα με τα επίσημα αρχεία, συνελήφθησαν την επόμενη μέρα προσπαθώντας να περάσουν παράνομα τα σύνορα στη Συρία. Το γραφείο του τοπικού κυβερνήτη διέταξε την κράτηση της G.B εν αναμονή της απέλασης και ολόκληρη η οικογένεια μεταφέρθηκε στο Κέντρο Απομάκρυνσης Kumkapı στην Κωνσταντινούπολη.

Στις 23 Οκτωβρίου 2014, το γραφείο του Κυβερνήτη της Κωνσταντινούπολη διέταξε περαιτέρω την απέλαση και την κράτηση της προσφεύγουσας. Όλη η οικογένεια κρατήθηκε στο Κέντρο Απομάκρυνσης Αλλοδαπών Kumkapı για τους επόμενους τρεις μήνες  πριν μεταφερθεί στις 23 Ιανουαρίου 2015 στο Κέντρο Απέλασης Ξένων Gaziantep.

Μετά τη μεταφορά τους, το γραφείο του Κυβερνήτη του Gaziantep εξέδωσε εντολή απέλασης και κράτησης κατά των τεσσάρων προσφευγόντων.

Οι προσφεύγοντες αμφισβήτησαν τη νομιμότητα της κράτησής τους σε αμφότερα τα κέντρα απέλασης  και ζήτησαν την απελευθέρωσή τους. Τόνισαν ότι οι συνθήκες στα κέντρα ήταν ιδιαίτερα ακατάλληλες για τα  παιδιά και ότι οι αρχές δεν είχαν εξετάσει εναλλακτικές λύσεις για την κράτηση, παρά την  ευάλωτη κατάσταση.

Το δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης εξέτασε τα αιτήματά τους όσον αφορά την κράτησή τους στο Kumkapı. Σε μια πρώτη απόφαση του Νοεμβρίου του 2014, αποφάσισε ότι δεν θα μπορούσε να αποφανθεί σχετικά με τη νομιμότητα της κράτησης των ανηλίκων προσφευγόντων  σε αυτό το κέντρο επειδή διαπίστωσε ότι δεν υπήρξε πράγματι απόφαση η οποία να διατάζει την τοποθέτησή τους εκεί. Επίσης, διαπίστωσε ότι η κράτηση της μητέρας της ήταν νόμιμη, καθώς αυτή αποτελούσε κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια και είχε επιχειρήσει να εγκαταλείψει την Τουρκία παράνομα. Σε τέσσερις επόμενες αποφάσεις,  το δικαστήριο χαρακτήρισε νόμιμη τη κράτηση της G.B., αναφέροντας τις σχετικές νομικές διατάξεις του εσωτερικού δικαίου.

Το δικαστήριο του Gaziantep , αφετέρου, με απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2015 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κράτηση των προσφευγόντων στη Gaziantep δεν συμμορφώθηκε προς το νόμο και διέταξε την απελευθέρωσή τους. Το δικαστήριο διαπίστωσε ειδικότερα ότι δεν δόθηκε καμία εξήγηση για το λόγο για τον οποίο ζητήθηκε η κράτησή τους και ότι ένα αίτημα ασύλου εξακολουθούσε να εκκρεμεί ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Απελευθερώθηκαν πέντε ημέρες αργότερα.

Στις 15 Δεκεμβρίου 2014, ενώ εξακολουθούσαν να κρατούνται στο Kumkapı, οι προσφεύγοντες είχαν επίσης καταθέσει μια ατομική προσφυγή ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου σχετικά με τις συνθήκες και την παράνομη κράτηση και το γεγονός ότι ήταν αδύνατο να προβάλουν αυτές τις καταγγελίες βάσει του εθνικού δικαίου.

Στις 9 Ιανουαρίου 2015 το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε το αίτημά τους για λήψη επειγόντων μέτρων καθώς οι συνθήκες κράτησής τους δεν συνιστούν άμεσο και σοβαρό κίνδυνο για τη ζωή τους ή κίνδυνο στη φυσική ή διανοητική ακεραιότητά τους. Στη συνέχεια, το εν λόγω δικαστήριο κήρυξε την υπόθεση απαράδεκτη τον Μάιο του 2018, διαπιστώνοντας ότι οι προσφεύγοντες είχαν εν τω μεταξύ απελευθερωθεί μετά την απόφαση του Δικαστηρίου της  Gaziantep και ότι θα μπορούσαν να ασκήσουν  αγωγές αποζημίωσης  τόσο όσον αφορά τις συνθήκες όσο και τον παράνομο χαρακτήρα της κράτησής τους ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 3 (συνθήκες κράτησης)

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι εκθέσεις της CPT (Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων και απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας) και το Εθνικό Ίδρυμα για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα της Τουρκίας επιβεβαίωσαν τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων σχετικά με τις συνθήκες  στο κέντρο κράτησης  αλλοδαπών Kumkapı.

Αντίθετα, η κυβέρνηση παρέλειψε να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων. Δεν είχε αποδείξει τον ισχυρισμό ότι οι προσφεύγοντες είχαν φιλοξενηθεί σε ξεχωριστό χώρο φιλοξενίας για οικογένειες με πρόσβαση σε παιδική χαρά, ενώ δεν είχαν διαψεύσει τους ισχυρισμούς ότι η οικογένεια σπάνια μπορούσε να βγει έξω για καθαρό αέρα, είχε εκτεθεί συνεχώς στον καπνό τσιγάρων από άλλους κρατούμενους και δεν τους δόθηκε τροφή κατάλληλη για παιδιά. Πράγματι, παρείχε ελάχιστες πληροφορίες όπως το μέγεθος των κοιτώνων και ο αριθμός των κουκετών σε κάθε δωμάτιο, με αποτέλεσμα να οδηγήσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε ανησυχητικά συμπεράσματα ως προς τη σοβαρή έλλειψη προσωπικού χώρου στο Kumkapı.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι συνθήκες κράτησης των προσφευγόντων στο Kumkapı για τρεις μήνες χωρίς να γνωρίζουν πότε ακριβώς θα αφεθούν ελεύθεροι, τους είχαν προκαλέσει δυσφορία, η οποία υπερέβαινε το αναπόφευκτο επίπεδο πόνου που συνδέεται με την κράτηση και είχε φτάσει στο όριο για την υπαγωγή της υπόθεσης στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3.

Τόνισε ότι είχε ήδη διαπιστώσει ότι οι συνθήκες αυτές ήταν προφανώς δυσμενείς ακόμη και για τους ενήλικες. Επομένως, μια τέτοια κατάσταση ήταν ιδιαίτερα ακατάλληλη για τα εξαιρετικά ευάλωτα παιδιά και ήταν εντελώς αντίθετες με τις ευρέως αναγνωρισμένες διεθνείς αρχές της προστασίας των παιδιών.

Εξάλλου, η κυβέρνηση παρέλειψε να προσκομίσει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων σχετικά με το κέντρο του Gaziantep. Δεν ήταν σαφές από τα στοιχεία που είχε υποβληθεί, συγκεκριμένα φωτογραφίες ορισμένων από τα δωμάτια εκεί, ανεξάρτητα από το αν είχαν πράγματι οι προσφεύγοντες μείνει  σε αυτά τα δωμάτια και, αν ναι, με πόσους ανθρώπους. Οι φωτογραφίες υπονοούσαν μάλιστα ότι τα παιδιά κοιμόντουσαν σε κουκέτες σιδερένιου σκελετού με αιχμηρές άκρες, πράγμα το οποίο θα μπορούσε να είναι επικίνδυνο για παιδιά της ηλικίας τους, και ότι δεν τους είχε παρασχεθεί κανένας εσωτερικός ή εξωτερικός χώρος για παιχνίδι.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 όσον αφορά τις συνθήκες κράτησης στα κέντρα απομάκρυνσης Kumkapı και Gaziantep.

Άρθρο 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 (ένδικα μέσα για καταγγελία σχετικά με τις συνθήκες κράτησης)

Το Δικαστήριο σημείωσε ειδικότερα ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο δεν εξέτασε το παραδεκτό και το βάσιμο της καταγγελίας των προσφευγόντων ενώ βρίσκονταν ακόμη υπό κράτηση. Ένα καθαρά αντισταθμιστικό ένδικο μέσο  μετά την απελευθέρωση, είτε ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου είτε αλλού, δεν μπορούσε ως εκ τούτου, να είναι αποτελεσματικό όσον αφορά τις καταγγελίες των προσφευγόντων. Επιπλέον, ένας νομικός μηχανισμός με την ικανότητα να παράσχει μια πιο επείγουσα αντίδραση είχε ζητηθεί σε περιπτώσεις όπου τα παιδιά κρατούνται υπό δυσμενείς συνθήκες.

Επομένως, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, μολονότι η διαδικασία ατομικής υποβολής αιτήσεων ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου είχε κατ’ αρχήν προσφέρει τη δυνατότητα προσφυγής, δεν είχε λειτουργήσει στην περίπτωση των προσφευγόντων.  Επίσης, η κυβέρνηση δεν πρότεινε άλλες λύσεις διαθέσιμες εκείνη τη στιγμή που θα μπορούσαν να έχουν γρήγορα θέσει τέρμα στη συνεχιζόμενη παραβίαση των δικαιωμάτων των προσφευγόντων βάσει του άρθρου 3.

Το Δικαστήριο επεσήμανε επίσης ότι παρόλο που νέος νόμος (νόμος αρ. 6548) τέθηκε σε ισχύ το 2014, ο οποίος είχε αναθεωρήσει πλήρως το νομικό πλαίσιο για τη μετανάστευση και το άσυλο στην Τουρκία, ούτε ο νόμος αυτός και οι κανονισμοί για την εφαρμογή του δεν είχαν ορίσει συγκεκριμένα ένδικα μέσα για καταγγελίες σχετικά με τις συνθήκες κράτησης.

Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 όσον αφορά την έλλειψη αποτελεσματικών μέσων έννομης προστασίας για τους προσφεύγοντες να υποβάλουν καταγγελία σχετικά με τις συνθήκες κράτησης στο Κέντρο αλλοδαπών Kumkapı.

Δεδομένης της διαπιστώσεως αυτής, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να εξεταστούν οι καταγγελίες των προσφευγόντων  σύμφωνα με το άρθρο 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 σχετικά με τις συνθήκες  κράτησής τους κατά τη διάρκεια της διαμονής τους στο Κέντρο αλλοδαπών Gaziantep.

Άρθρο 5 §§ 1 και 4 (νομιμότητα του μηχανισμού κράτησης και δικαστικού ελέγχου)

Δεν αμφισβητήθηκε ότι τα παιδιά είχαν στερηθεί την ελευθερία τους από τις 18 Οκτωβρίου 2014 έως 10 Φεβρουαρίου 2015. Ωστόσο, η μόνη εντολή κράτησης που εκδόθηκε εναντίον τους ήταν στις 23 Ιανουαρίου 2015 μετά τη μεταφορά τους από την Κωνσταντινούπολη στο Gaziantep. Οι άλλες εντολές κράτησης αφορούσαν μόνο τη μητέρα τους, χωρίς να αναφέρει τα παιδιά με κάποιον τρόπο.  Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα παιδιά δεν είχαν τεθεί υπό κράτηση σύμφωνα με την διαδικασία που προβλέπεται από τον νόμο αριθ. 6458, τουλάχιστον όχι μεταξύ 18 Οκτωβρίου 2014 και 23 Ιανουαρίου 2015, κατά παράβαση του άρθρου 5 § 1 της Σύμβασης.

Επίσης, έκρινε ότι η κράτηση των προσφευγόντων μεταξύ της 5ης και της 10ης Φεβρουαρίου 2015, παρά τη διαταγή απελευθέρωσής τους και χωρίς κάποια ικανοποιητική εξήγηση από την κυβέρνηση για μια τέτοια καθυστέρηση, ήταν αυθαίρετη, παραβιάζοντας περαιτέρω το άρθρο 5 § 1.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο εξέτασε τον δικαστικό μηχανισμό που διέθεταν οι προσφεύγοντες για την εξέταση της νομιμότητας της κράτησής τους. Επανέλαβε ότι τέτοιες διαδικασίες δικαστικού ελέγχου ήταν ιδιαίτερα επείγουσες στην περίπτωση των προσφευγόντων, μια μητέρα με τα τρία πολύ μικρά παιδιά της.

Οι προσφεύγοντες είχαν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν την κράτησή τους έξι φορές ενώπιον των δικαστηρίων, και να υποβάλουν ατομική προσφυγή στο Συνταγματικό Δικαστήριο, και τελικά να απελευθερωθούν. Εντούτοις, τα παιδιά βρίσκονταν σε νομικό κενό κενά για τρεις μήνες καθώς το δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης δεν είχε αποφασίσει στην πραγματικότητα για τη νομιμότητα της κράτησής τους και είχε μόνο εξετάσει τη νομιμότητα της κράτησης της μητέρας στις αποφάσεις που ακολούθησαν. Οι αποφάσεις όσον αφορά τη μητέρα, δεν είχαν ασχοληθεί με κανένα τρόπο με την επανεξέταση, απλώς επανειλημμένα χαρακτήριζαν την κράτησή της νόμιμη χρησιμοποιώντας την ίδια σύντομη φόρμουλα, χωρίς να λάβουν υπόψη τους τα επιχειρήματα της.

Υπό τις συνθήκες αυτές, δηλαδή όταν η αναθεώρηση δεν είχε γίνει καθόλου ή είχε στερηθεί αποτελεσματικότητας, εναπόκειται στο Συνταγματικό Δικαστήριο να προβεί σε πολύ γρήγορη επανεξέταση. Το Δικαστήριο σημείωσε, ωστόσο, ότι οι προσφεύγοντες παρέμειναν υπό κράτηση για περίπου 50 ημέρες μετά την υποβολή της προσφυγής τους ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου, κατά τη διάρκεια της οποίας το εν λόγω δικαστήριο δεν είχε προβεί σε καμία ενέργεια όσον αφορά τις καταγγελίες τους.

Λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερη επαγρύπνηση που απαιτείται από τις ειδικές περιστάσεις των προσφευγόντων, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τόσο το δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης,  όσο και το συνταγματικό δικαστήριο απέτυχαν να διεξάγουν ταχεία και αποτελεσματική επανεξέταση της νομιμότητας της κράτησης των προσφευγόντων, κατά παράβαση του Άρθρου 5 § 4.

Μολονότι ο μηχανισμός επανεξέτασης βάσει του νόμου αρ. 6458 ήταν αναποτελεσματικός στην περίπτωση των προσφευγόντων, το Δικαστήριο σημείωσε ότι αυτό δεν πρέπει να θέτει υπό αμφισβήτηση τη γενική αποτελεσματικότητα του δικαστικού μηχανισμού ελέγχου σύμφωνα με τον νόμο αυτόν ή εκείνον της διαδικασίας ατομικής υποβολής προσφυγών ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου.

Λοιπές καταγγελίες

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω διαπιστώσεων, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να εξετασθούν οι λοιπές καταγγελίες των προσφευγόντων, σύμφωνα με το άρθρο 5 §§ 2 και 5 ή το άρθρο 8, μόνο ή σε συνδυασμό με το άρθρο 13.

Άρθρο 41 (δίκαιη ικανοποίηση)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Τουρκία έπρεπε να καταβάλει στην G.B. 2.250 ευρώ και 20.000 ευρώ σε κάθε παιδί της για ηθική βλάβη, και 5.500 ευρώ για έξοδα και δαπάνες.


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες