Αστυνομική βία κατά την σύλληψη υπόπτων Ρομά. Απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Αναποτελεσματική έρευνα

ΑΠΟΦΑΣΗ

R.R. και R.D. κατά Σλοβακίας της 01.09.2020  (αρ. προσφ. 20649/18)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αστυνομική βία. Απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Δικαίωμα αποτελεσματικής έρευνας.

Οι προσφεύγοντες, που ανήκουν στη φυλή των Ρομά,  συνελήφθησαν κατά την διάρκεια αστυνομικής επιχείρησης σε περιοχή  του καταυλισμού τους και ξυλοκοπήθηκαν άγρια με την αιτιολογία ότι προέβαλαν αντίσταση. Το Συνταγματικό Δικαστήριο απέρριψε τις καταγγελίες για απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και για διάκριση.

Το Στρασβούργο επανέλαβε ότι το άρθρο 3 της Σύμβασης απαγορεύει σε απόλυτους όρους βασανιστήρια και απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά του θύματος. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι η συμπεριφορά των προσφευγόντων δεν ήταν τέτοια που να απαιτούσε την χρήση εξαντλητικών καταναγκαστικών μέτρων και έκρινε ότι η χρήση βίας κατά την διάρκεια της σύλληψής τους ήταν υπερβολική, συνεπώς παραβιάστηκε το άρθρο 3 της Σύμβασης κατά το ουσιαστικό του σκέλος.

Επιπροσθέτως το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι η έρευνα που διεξήχθη, έγινε με χρονική καθυστέρηση, δεν εξετάστηκαν αυτόπτες μάρτυρες, η ιατροδικαστική έκθεση στηρίχτηκε σε φωτογραφίες των τραυμάτων και στις διαγνώσεις των γενικών ιατρών και ουδέποτε έγινε επιτόπια έρευνα. Έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση και όσον αφορά το διαδικαστικό σκέλος του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

Ακολούθως το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι, παρόλο που οι προσφεύγοντες δεν προέβαλαν ισχυρά επιχειρήματα για την φερόμενη φυλετική διάκριση,  η έλλειψη κατάλληλης έρευνας της ύπαρξης ρατσιστικού κινήτρου για την επίθεση  ήταν ασυμβίβαστη με τη θετική υποχρέωση του εναγόμενου κράτους σύμφωνα με το άρθρο 14 της Σύμβασης να λάβει όλα τα εύλογα μέτρα για να διαπιστώσει αν υπάρχει εθνική προκατάληψη. Κατά συνέπεια έκρινε παραβίαση του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ σε σχέση με την έρευνα και μη παραβίαση του άρθρου 14 όσον αφορά την φυλετική διάκριση.

Το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσό 20.000 ευρώ σε καθέναν από τους προσφεύγοντες για ηθική βλάβη  και 6.500 ευρώ από κοινού για τα έξοδα.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 3,

Άρθρο 14

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες R.R. και R.D., είναι Σλοβάκοι υπήκοοι. Αυτοί κατήγγειλαν ότι υπέστησαν κακομεταχείριση από τις αστυνομικές αρχές, διακρίσεις λόγω της Ρομά καταγωγής τους και έλλειψη αποτελεσματικής έρευνας.

Στις 19 Ιουνίου 2013 πραγματοποιήθηκε αστυνομική επιχείρηση στην οδό Budulovská στην πόλη Bodvou, η οποία βρίσκεται στην ανατολική Σλοβακία, με σκοπό την αναζήτηση καταζητούμενων ατόμων και προϊόντων  που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες. Στην επιχείρηση στη περιοχή, η οποία φιλοξενεί άτομα από την κοινότητα Ρομά, συμμετείχαν 63 αξιωματικοί, εκ των οποίων 15 ήταν από τη δύναμη ταχείας επέμβασης και 23 οχήματα.

Ο πρώτος προσφεύγων R.R., ισχυρίστηκε ότι οι αστυνομικοί του πέρασαν χειροπέδες, τον έσυραν έξω από το σπίτι του και τον ξυλοκόπησαν με κλομπ. Παραπονέθηκε επίσης ότι οι αστυνομικοί τον κλώτσησαν και τον υπέβαλαν σε ηλεκτροσόκ μέσω ηλεκτροφόρου όπλου. Μια αστυνομική έκθεση σχετικά με την κράτησή του ανέφερε ότι διέπραξε αδίκημα λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς, προβολής αντίστασης κατά τη μεταφορά του στο αστυνομικό τμήμα  και ότι οι αξιωματικοί είχαν χρησιμοποιήσει βία, όπως χτυπήματα, κλωτσιές και χειροπέδες.

Μια ιατροδικαστική έκθεση του Αυγούστου 2014 γνωμάτευσε  μεταξύ άλλων, ότι είχε σπασμένο πλευρό και πιθανότατα χτυπήθηκε από κλομπ στην πλάτη.

Ο δεύτερος προσφεύγων R.D., ισχυρίστηκε ότι οι αστυνομικοί τον είχαν ξυλοκοπήσει και τον χτύπησαν με ηλεκτροφόρο όπλο. Είχε επίσης χτυπήματα από κλομπ στο δεξί ώμο, την πλάτη και την αριστερή πλευρά των ποδιών του. Μια δήλωση της αστυνομίας σχετικά με την κράτησή του ανέφερε ότι είχε αντισταθεί στη σύλληψη και στη μεταφορά του στο αστυνομικό τμήμα, ότι είχε συμπεριφερθεί επίσης άναρχα και επιθετικά κατά τη διάρκεια της επιχείρησης και ότι  είχε χρησιμοποιηθεί πάνω του βία η οποία ήταν σύμφωνα με το νόμο, για να τον συγκρατήσουν , περιορίζοντάς τον σωματικά μέσω χειροπέδων και χτυπημάτων.

Μια ιατροδικαστική ιατρική έκθεση του Αυγούστου 2014 γνωμάτευσε συγκεκριμένα ότι οι τραυματισμοί του προκλήθηκαν από ένα αμβλύ, επίπεδο και επιμήκη αντικείμενο, πιθανώς από κλομπ. Οι τραυματισμοί ήταν μικροί και δεν απαιτήθηκε οποιαδήποτε άδεια ασθενείας και οποιαδήποτε θεραπεία περισσότερο από επτά ημέρες.

Σε δύο διαδοχικές διαδικασίες, η ανατολική μονάδα του Γραφείου της Υπηρεσίας Επιθεώρησης του Τμήματος Επιθεώρησης και Ελέγχου του Υπουργείου Εσωτερικών και της Κεντρικής Μονάδας Επιθεώρησης διενήργησε έρευνες σχετικά με τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων αναφορικά με κακομεταχείριση, απορρίπτοντας τις καταγγελίες τους.

Στη συνέχεια, τα ευρήματα της Κεντρικής Μονάδας επιβεβαιώθηκαν από τον περιφερειακό γραφείο του Εισαγγελέα του Prešov.

Τον Απρίλιο και τον Ιούλιο του 2016 οι προσφεύγοντες υπέβαλαν καταγγελίες σχετικά με την περάτωση της διαδικασίας ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Ισχυρίστηκαν παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους σύμφωνα με τα άρθρα 3 (απαγόρευση βασανιστηρίων ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση), 13 (δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής) και 14 (απαγόρευση διακρίσεων) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τα αντίστοιχα τους σύμφωνα με το Σύνταγμα και άλλα διεθνή μέσα.

Υποστήριξαν ότι ο πραγματικός στόχος της επιχείρησης ήταν η επιβολή αντιποίνων για ένα προηγούμενο περιστατικό που αφορούσε ρίψη λίθων  σε αστυνομικό περιπολικό, με σκοπό τον εκφοβισμό της κοινότητάς τους και ως εκ τούτου τον  περιορισμό του ποσοστού εγκληματικότητας, και όχι  τον δηλωμένο στόχο της αναζήτησης καταζητούμενων ατόμων και προϊόντων εγκλήματος.

Η έρευνα δεν ήταν επίσης άμεση, αποτελεσματική και ανεξάρτητη. Ούτε οι ερευνητές εξέτασαν ανεξάρτητα τη νομιμότητα της χρήσης καταναγκαστικών μέτρων εναντίον τους και το πιθανό ρατσιστικό κίνητρο, ιδίως όσον αφορά τον προγραμματισμό της επιχείρησης. Το Συνταγματικό Δικαστήριο κήρυξε τις καταγγελίες απαράδεκτες τον Σεπτέμβριο του 2017. Μεταξύ άλλων, σημείωσε την έκταση και την ένταση της έρευνας από την κεντρική μονάδα της αστυνομίας της Σλοβακίας, υπό τον έλεγχο της εισαγγελικής αρχής, επιβεβαίωσε την αποτελεσματικότητά της και την ανεξαρτησία, διαπίστωσε ότι οι ισχυρισμοί για κακοποίηση των προσφευγόντων είτε δεν είχαν τεκμηριωθεί είτε αντιστοιχούσαν σε νόμιμη χρήση καταναγκαστικών μέτρων και ότι δεν υπήρξε καμία διάκριση εντός του πεδίου της δικαιοδοσίας του.

Οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν για παραβίαση των δικαιωμάτων τους σύμφωνα με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ,  καθώς είχαν υποστεί κακομεταχείριση από την αστυνομία και το κράτος είχε αποτύχει να τους προστατέψει από αυτήν την κακομεταχείριση διεξάγοντας μία αποτελεσματική έρευνα και για τα πιθανά ρατσιστικά κίνητρα πίσω από την επιχείρηση.

Σύμφωνα με την ίδια διάταξη, σε συνδυασμό με το άρθρο 14, κατήγγειλαν επίσης ότι λόγω του ότι ήταν Ρομά αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα  στην καταγγελθείσα κακομεταχείριση και στην αποτυχία διεξαγωγής κατάλληλης έρευνας για την εν λόγω κακομεταχείριση.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Ουσιαστικό σκέλος  του άρθρου 3 της Σύμβασης

Η ουσία της καταγγελίας των προσφευγόντων  βάσει του ουσιαστικού σκέλους του άρθρου 3 της Σύμβασης είναι η φερόμενη κακομεταχείριση κατά τη διάρκεια της αστυνομικής παρέμβασης στις 19 Ιουνίου 2013 στην οδό Budulovská St.

Συναφώς, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ κατοχυρώνει μια από τις πιο θεμελιώδεις αξίες μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Απαγορεύει σε απόλυτους όρους βασανιστήρια και απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά του θύματος.  Ένα από τα κριτήρια σχετικά με τον χαρακτηρισμό μίας μεταχείρισης  σύμφωνα με το άρθρο 3 είναι η σοβαρότητα της  Στην παρούσα υπόθεση, δεν αμφισβητήθηκε ότι κατά τη διάρκεια της επιχείρησης της 19ης Ιουνίου 2013 και πιο συγκεκριμένα κατά τη σύλληψή τους, η αστυνομία κατέφυγε στη χρήση καταναγκαστικών μέτρων κατά των προσφευγόντων  και ότι οι προσφεύγοντες υπέστησαν σωματικούς τραυματισμούς.

Σε εγχώριο επίπεδο, η χρήση βίας από την αστυνομία κατά τη διάρκεια της επιχείρησης δεν καταγράφηκε άμεσα. Στο βαθμό που χρησιμοποιήθηκε οποιαδήποτε βία ειδικά εναντίον των προσφευγόντων, σημειώθηκε αναδρομικά μόνο στις αποφάσεις σχετικά με την κράτησή τους και στις εκθέσεις σχετικά με τη χρήση καταναγκαστικών μέτρων εναντίον τους. Συγκεκριμένα, σημειώθηκε ότι ήταν απαραίτητο να χρησιμοποιηθούν καταναγκαστικά μέτρα εναντίον των προσφευγόντων προκειμένου να πραγματοποιηθεί η σύλληψή τους, δεδομένου ότι είχαν αντισταθεί και ήταν λεκτικά επιθετικοί.

Ωστόσο, όπως διαπιστώθηκε από τους ιατροδικαστές, ένα μέρος των τραυματισμών των προσφευγόντων  πιθανότατα προκλήθηκε από ξυλοδαρμό.

Ταυτόχρονα, το Δικαστήριο  σημείωσε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις περί έκτακτων περιστάσεων, γεγονότων ή περιστατικών ασφαλείας σε σχέση με την πραγματοποίηση της επιχείρησης αναζήτησης της 19ης Ιουνίου 2013 που θα δικαιολογούσαν συγκεκριμένα τη χρήση κλομπ αντί άλλων  κατασταλτικών  μέτρων όπως σημειώθηκαν στα πρακτικά  των αποφάσεων και στα αρχεία που τηρήθηκαν.

Επιπλέον, και ανεξάρτητα από τον κατασταλτικό ή άλλο χαρακτήρα της επιχείρησης της 19ης Ιουνίου 2013, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η συμπεριφορά που θα μπορούσε να κάνει χρήση των καταναγκαστικών μέτρων κατά των προσφευγόντων δεν κρίθηκε ότι συνιστά αδίκημα αναφορικά με τον πρώτο προσφεύγοντα. Παρόλο που διαπιστώθηκε ότι αποτελεί αδίκημα για τον δεύτερο, η φύση και η ένταση της αντίστασης ή της αντίθεσής του στην αστυνομία – που σχετίζονται άμεσα με την αναγκαιότητα τυχόν καταναγκαστικών μέτρων – αντικατοπτρίστηκαν στην μάλλον μέτρια επιβολή κυρώσεων.

Οι ανωτέρω σκέψεις αρκούν για να επιτρέψει στο Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η χρήση βίας κατά των προσφευγόντων  για να επιτευχθεί η σύλληψη τους κατά τη διάρκεια της επιχείρησης της 19ης Ιουνίου 2013 στην οδό Budulovská ήταν απαραίτητη και όχι υπερβολική. Κατά συνέπεια, το κράτος ήταν υπεύθυνο, σύμφωνα με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, για τους τραυματισμούς που υπέστησαν κατά την ημερομηνία αυτή.

Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης κατά το ουσιαστικό του σκέλος.

Διαδικαστικό σκέλος του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι όταν ένα άτομο προβάλλει έναν αμφισβητούμενο ισχυρισμό ότι υπέστη μεταχείριση που παραβιάζει το άρθρο 3 στα χέρια της αστυνομίας ή από άλλους υπαλλήλους του κράτους, η διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το γενικό καθήκον του κράτους δυνάμει του άρθρου 1 της Σύμβασης  «να διασφαλίσει σε όλους εντός της δικαιοδοσίας τους τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που ορίζονται στην… Σύμβαση», απαιτεί συνεπώς να υπάρξει μια αποτελεσματική επίσημη έρευνα.

Κατά συνέπεια, προκειμένου να εκτιμηθεί η συνολική αποτελεσματικότητα της εν λόγω έρευνας, σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι κρίσιμο το ακόλουθο.

Η κακομεταχείριση των προσφευγόντων έλαβε χώρα στο πλαίσιο της επιχείρησης που διεξήχθη στις 19 Ιουνίου 2013. Μετά από αναφορά από τα μέσα ενημέρωσης, εγκληματικές καταγγελίες και άλλες υποψίες, διεξήχθη μια αρχική έρευνα από την ανατολική μονάδα της Υπηρεσίας Επιθεώρησης και ολοκληρώθηκε με απόφαση της 23ης Αυγούστου 2013. Ενώ οι επακόλουθες προσφυγές του πρώτου προσφεύγοντος απορρίφθηκαν, στις 15 Ιανουαρίου 2014 ξεκίνησε μια νέα έρευνα.

Το Δικαστήριο είναι της άποψης ότι σε μια υπόθεση όπως η παρούσα, το δυναμικό μιας έρευνας καθορίζεται σε σημαντικό βαθμό από την αρχική ερευνητική δραστηριότητα, ιδίως από άμεσα ιατρικά αποδεικτικά στοιχεία, καταθέσεις αυτόπτων μαρτύρων και επιτόπια έρευνα.

Στην περίπτωση των προσφευγόντων, ανακρίθηκαν  τον Φεβρουάριο του 2014, συμμετείχαν σε αναγνώριση ταυτότητας υπόπτου και οι ιατροδικαστικές εκθέσεις σχετικές με τους τραυματισμούς τους,  ελήφθησαν τον Αύγουστο του 2014. Οι αντίστοιχες εκθέσεις διευκρινίζουν ότι οι ιατρικές διαγνώσεις  των εμπειρογνωμόνων περιορίστηκαν σε φωτογραφίες των τραυματισμών των προσφευγόντων  και των σημειώσεων των γενικών ιατρών, ενώ οι τελευταίοι είχαν ληφθεί από γιατρούς μετά την κακομεταχείριση και ήταν μάλλον γενικοί. Με άλλα λόγια, λαμβανομένου υπόψη του χρονικού σημείου, οι ιατροδικαστές δεν είχαν την ευκαιρία να εξετάσουν αυτοπροσώπως τους προσφεύγοντες την κατάλληλη στιγμή και η πραγματική βάση για την αξιολόγησή τους ήταν μάλλον περιορισμένη.

Αυτές οι εκτιμήσεις αρκούν για να καταλήξει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι, παρά τις σημαντικές προσπάθειες ιδίως της κεντρικής μονάδας της Σλοβακίας της Υπηρεσίας Επιθεώρησης και του PPS, η έρευνα στο σύνολό της δεν ήταν επαρκής. Επομένως, δεν ήταν αποτελεσματική η έρευνα για τους σκοπούς του άρθρου 3.

Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 3 της Σύμβασης στο διαδικαστικό του σκέλος.

Άρθρο 14

Η καταγγελία βασίστηκε στον ισχυρισμό των προσφευγόντων  ότι οι επιχειρήσεις του συγκεκριμένου τύπου είχαν προγραμματιστεί κατά κύριο λόγο στις κοινότητες των Ρομά και ως μέλη της τοπικής τους κοινότητας είχαν συνεπώς στοχοποιηθεί  λόγω της εθνικότητάς τους.

Υπό αυτές τις συνθήκες, και λαμβάνοντας υπόψη το υλικό που έχει στη διάθεσή του καθώς και το ισχύον πρότυπο απόδειξης, το Δικαστήριο δεν έλαβε θέση σχετικά με το κατά πόσον οι ρατσιστικές στάσεις έπαιξαν ρόλο στον προγραμματισμό της επιχείρησης της 19ης Ιουνίου 2013.

Από την άλλη πλευρά, το Δικαστήριο θεώρησε ότι η έλλειψη κατάλληλης εξέτασης αυτής της πτυχής της υπόθεσης ήταν ασυμβίβαστη με τη θετική υποχρέωση του εναγόμενου κράτους σύμφωνα με το άρθρο 14 της Σύμβασης να λάβει όλα τα εύλογα μέτρα για να αποκαλύψει οποιοδήποτε ρατσιστικό κίνητρο και να αποδείξει εάν είναι ή όχι εθνική προκατάληψη μπορεί να έχει διαδραματίσει ρόλο στη μεταχείριση των προσφευγόντων.

Το υπόλοιπο της καταγγελίας περί διακρίσεων των προσφευγόντων  συνίσταται στον ισχυρισμό ότι ο ρατσισμός ήταν αιτιώδης παράγοντας στην εκτέλεση της επιχείρησης της 19ης Ιουνίου 2013, ότι αυτή η πτυχή της υπόθεσης δεν εξετάστηκε σωστά και ότι η ίδια η έρευνα διεξήχθη αυθαίρετα.

Το Δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη ότι η επιχειρηματολογία των προσφευγόντων σχετικά με την προσφυγή σε εθνικό επίπεδο δεν παρείχε καθόλου λεπτομέρειες και περιοριζόταν σε έναν γενικό ισχυρισμό ότι «δεν μπορούσε να αποκλειστεί ένα ρατσιστικό κίνητρο», μια παραπομπή στην «πιθανή ρατσιστική πτυχή της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένου του δυνητικά ρατσιστικού κινήτρου στις ενέργειες των υπόπτων» και παρατηρήσεις ότι «όλα τα φερόμενα θύματα ήταν Ρομά» και ότι «το κίνητρο των αξιωματικών μπορεί να είχε σχέση με την εθνικότητα των θυμάτων».

Λαμβάνοντας υπόψη την ερευνητική απάντηση εκ μέρους των αρχών, όπως ορίζεται στις προηγούμενες παραγράφους, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν παρέλειψαν να εξετάσουν την εικαζόμενη διάκριση κατά την εκτέλεση της επιχείρησης της 19ης Ιουνίου 2013. Επιπλέον, υπό το φως όλου του υλικού  που διαθέτει, το Δικαστήριο δεν μπόρεσε να συμπεράνει ότι οποιαδήποτε ρατσιστική στάση έπαιξε ρόλο στην εκτέλεση αυτής της επιχείρησης. Συνεπώς, δεν υπήρχε ζήτημα διάκρισης αντίθετο με το άρθρο 14, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της Σύμβασης σχετικά.

Επιπλέον, παρότι γνωρίζει τον ευαίσθητο χαρακτήρα της κατάστασης που σχετίζεται με τους Ρομά στη Σλοβακία, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι, κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας του βάσει του άρθρου 34 της Σύμβασης, όφειλε να περιοριστεί, στο μέτρο του δυνατού, στην εξέταση της συγκεκριμένης υπόθεσης που έχει ασκηθεί ενώπιον του. Το καθήκον του δεν είναι να αναθεωρήσει το εθνικό δίκαιο, αλλά να καθορίσει εάν ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόστηκαν οι διατάξεις  οδήγησε σε παραβίαση της Σύμβασης. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω: (i) υπήρξε παραβίαση των δικαιωμάτων των προσφευγόντων  σύμφωνα με το άρθρο 14, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, λόγω της έλλειψης έρευνας σχετικά με την εικαζόμενη διάκριση στο σχεδιασμό της επιχείρησης της 19ης Ιουνίου 2013, στο βαθμό που τους αφορούσε και ( ii) δεν υπήρξε παραβίαση των δικαιωμάτων τους βάσει αυτών των διατάξεων σε σχέση με το υπόλοιπο της καταγγελίας των προσφευγόντων

Άρθρο 13

Έχοντας υπόψη τα πορίσματά του για παραβίαση των δικαιωμάτων των προσφευγόντων  βάσει του άρθρου 3 (διαδικαστική πτυχή)  και βάσει του άρθρου 14, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, το Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν τίθεται ζήτημα για χωριστή εξέταση της ουσίας της καταγγελίας σύμφωνα με το άρθρο 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ.

Δίκαιη ικανοποίηση: Το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσό 20.000 ευρώ σε καθέναν από τους προσφεύγοντες για ηθική βλάβη  και 6.500 ευρώ από κοινού για τα έξοδα και τις δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες