Αστική καταδίκη για υπεξαίρεση κατά πρώην πρωθυπουργού κατά του οποίου είχε παύσει η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Παραβίαση τεκμηρίου αθωότητας

ΑΠΟΦΑΣΗ

Farzaliyev κατά Αζερμπαϊτζάν της 28.05.2020 (αριθ. 29620/07)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αστική αποζημίωση και τεκμήριο αθωότητας. Αιτιολογία αποφάσεων. Η υπόθεση αφορούσε διαδικασία που κινήθηκε κατά του προσφεύγοντος, πρώην πρωθυπουργού της Αυτόνομης Δημοκρατίας του Nakhchivan στο Αζερμπαϊτζάν («NAR»), για φερόμενη υπεξαίρεση κρατικών κονδυλίων.

Κατά του προσφεύγοντος κινήθηκε ποινική διαδικασία για υπεξαίρεση, η οποία στη συνέχεια έπαυσε λόγω παραγραφής και η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο, πριν κληθεί αυτός ως κατηγορούμενος ή ύποπτος για να απολογηθεί. Ο προσφεύγων παρότι, ποτέ δεν καταδικάστηκε σε ποινική διαδικασία, στη συνέχεια υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση σε αστική διαδικασία για αδικοπραξία με βάση το ίδιο αδίκημα της υπεξαίρεσης, για το οποίο είχε παύσει η ποινική δίωξη.

Το Στρασβούργο διαπίστωσε ότι η διατύπωση της απόφασης του εγχώριου αστικού δικαστηρίου με την οποία διατάχθηκε ο προσφεύγων να καταβάλει αποζημίωση απεικόνιζε ξεκάθαρα την άποψη ότι διέπραξε ποινικό αδίκημα, παρόλο που δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να ασκήσει τα δικαιώματα υπεράσπισης σε ποινική δίκη και ποτέ δεν είχε καταδικαστεί ποινικά.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε επίσης ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα δίκαιης δίκης όσον αφορά την αιτιολογία της απόφασης, επειδή τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν απαντήσει στους ισχυρισμούς του κατά την διαδικασία της αστικής δίκης αποζημίωσης. Είχε υποστηρίξει ότι η αστική αγωγή εναντίον του έπρεπε να απορριφθεί επειδή το εθνικό δίκαιο είχε εφαρμοστεί εσφαλμένα στην περίπτωσή του.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη  (άρθρο 6 § 1) και του τεκμηρίου  αθωότητας (άρθρο 6 § 2) και επιδίκασε στον προσφεύγοντα ποσό 4.700 ευρώ για ηθική βλάβη και τα έξοδα.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 6§1

Άρθρο 6§2

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Bejan Ibrahim oglu Farzaliyev, είναι υπήκοος του Αζερμπαϊτζάν ο οποίος γεννήθηκε το 1946. Ζει στην Τουρκία από το 1993.

Το 2005 ο προσφεύγων ήταν ο κύριος ύποπτος σε ποινικές διαδικασίες για φερομένη υπεξαίρεση δημοσίων κρατικών κονδυλίων στις αρχές της δεκαετίας του 1990 όταν ήταν πρωθυπουργός του NAR, αυτόνομης Δημοκρατίας του Αζερμπαϊτζάν. Υποστηρίχθηκε ότι τα κρατικά  κονδύλια είχαν διατεθεί για την αγορά ελικοπτέρων, τα οποία δεν είχαν ποτέ παραδοθεί.

Μετά από έρευνα, οι εισαγγελικές αρχές θεώρησαν ότι ο προσφεύγων θα έπρεπε να κατηγορηθεί επίσημα. Ωστόσο, έπαυσαν την ποινική διαδικασία τον Ιανουάριο του 2006 χωρίς να απαγγελθούν κατηγορίες επειδή το αδίκημα είχε ήδη παραγραφεί.

Οι εισαγγελικές αρχές άσκησαν στη συνέχεια αστικές διαδικασίες, ζητώντας από το περιφερειακό δικαστήριο Nasimi να διατάξει τον προσφεύγοντα και δύο άλλους υπόπτους να αποζημιώσουν το κράτος για την υπεξαίρεση που φέρεται ότι είχαν διαπράξει. Ο προσφεύγων τότε ανακάλυψε ότι υπήρξε μια σύντομη ποινική έρευνα εναντίον του κατά τη διάρκεια αυτών των αστικών διαδικασιών.

Τον Μάιο του 2006, το περιφερειακό δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή, διαπιστώνοντας ότι 2.327.059 manats AZN (περίπου 2.025.000 ευρώ την αντίστοιχη περίοδο) είχαν υπεξαιρεθεί και ότι ο προσφεύγων και ένας άλλος ύποπτος όφειλαν να καταβάλουν, από κοινού, το συγκεκριμένο ποσό. Το δικαστήριο αποφάνθηκε ειδικότερα ότι, παρόλο που οι κατηγορούμενοι είχαν απαλλαγεί από την ποινική ευθύνη επειδή η ποινική διαδικασία είχε παύσει, η ζημία που προκλήθηκε «ως απότοκη ποινικού αδικήματος» δεν είχε αποκατασταθεί.

Ο προσφεύγων άσκησε ένδικο μέσο, παραπονούμενος ότι το αστικό δικαστήριο είχε αποδεχτεί ως αποδεδειγμένες τις κατηγορίες, για τις οποίες είχε κινηθεί ποινική διαδικασία και ενώ είχε παύσει η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, τον έκρινε υπαίτιο για διάπραξη ποινικού αδικήματος και τον διέταξε να καταβάλλει αποζημίωση, παρότι δεν είχε εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση. Εξέθεσε δε και άλλα παράπονα σε σχέση με την αιτιολογία του δικαστηρίου και την μη απάντηση στους νομικούς ισχυρισμούς του.

Τον Δεκέμβριο του 2006, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του περιφερειακού δικαστηρίου, χωρίς να απαντήσει στα  επιχειρήματα του προσφεύγοντος.

Στη συνέχεια προσπάθησε ανεπιτυχώς να εξεταστεί εκ νέου η υπόθεση από την Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου και του Συνταγματικού Δικαστηρίου.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 § 1 (δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας)

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι τα δικαστήρια θα πρέπει να αιτιολογούν επαρκώς τους λόγους στους οποίους βασίζονται οι αποφάσεις.

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος σχετικά με την απουσία νομικής βάσης για να γίνει δεκτή η αστική αξίωση εναντίον του, ήταν δυνητικά καθοριστικοί για την έκβαση της υπόθεσης, καθώς θα μπορούσαν να είχαν οδηγήσει στην απόρριψη της αγωγής. Στην πραγματικότητα, η αγωγή είχε υποβληθεί και εξεταστεί από το αστικό δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι ήταν σαφές βάσει του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ότι μια αστική αξίωση στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας [όπου οι αστικοί κανόνες περί παραγραφής δεν ισχύουν], θα μπορούσε να κατατεθεί μόνο ενώπιον ποινικού δικαστηρίου που εξετάζει την ποινική δίωξη.

Ωστόσο, τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν δώσει καμία απάντηση στους ισχυρισμούς του με τις αποφάσεις τους. Επομένως, ήταν αδύνατο να εξακριβωθεί κατά πόσο τα δικαστήρια εξέτασαν τους ισχυρισμούς του ή αν τους είχαν πραγματικά αξιολογήσει, αλλά τους απέρριψαν και δεν είχαν αιτιολογήσει για ποιο λόγο  απορρίφθηκαν.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το δικαίωμα του προσφεύγοντος να τύχει μίας αιτιολογημένης απόφασης παραβιάστηκε. Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη (άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης).

Άρθρο 6 § 2 (Τεκμήριο αθωότητας)

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι υφίσταται παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας εάν, χωρίς ο κατηγορούμενος να έχει καταδικαστεί σε προηγούμενη ποινική διαδικασία, εκδόθηκε δικαστική απόφαση που αντανακλά την άποψη ότι είναι ένοχος. Για να εφαρμοστεί το άρθρο 6 παρ. 2, ο προσφεύγων θα έπρεπε  να έχει κατηγορηθεί για ποινικό αδίκημα ή να «επηρεάζεται ουσιαστικά».

Παρόλο που ο προσφεύγων δεν είχε ποτέ κατηγορηθεί επίσημα για ποινικό αδίκημα κατόπιν παύσης της ποινικής δίωξης και είχε λάβει γνώση των ισχυρισμών εναντίον του μόνον κατά τη διάρκεια της αστικής διαδικασίας, οι ενέργειες των αρχών που ελήφθησαν ως αποτέλεσμα της υποψίας εναντίον του είχαν «ουσιαστικά επηρεάσει την κατάστασή του» με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Ειδικότερα, οι αρχές είχαν, μεταξύ άλλων, κινήσει ποινικές διαδικασίες στις οποίες ο προσφεύγων ήταν πρωταρχικός ύποπτος και είχαν  στη συνέχεια υποβάλει αστική αγωγή «στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας».

Έχοντας υπόψη αυτές τις ενέργειες και τη συγκεκριμένη αλληλουχία συμβάντων, ο προσφεύγων έπρεπε να θεωρηθεί ως «κατηγορούμενος για ποινικό αδίκημα» εντασσόμενος στην έννοια του άρθρου 6 § 2.

Επιπλέον, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και πρακτική όπως εφαρμόζεται από τις εγχώριες αρχές και τα δικαστήρια στην εν λόγω υπόθεση, οι αστικές διαδικασίες είχαν συνδεθεί και αποτελούσαν «άμεση συνέπεια» της ποινικής έρευνας. Επιπλέον, οι διατυπώσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια της αστικής διαδικασίας, καταλόγιζαν ουσιαστικά  ποινική ευθύνη στον προσφεύγοντα και έτσι είχαν δημιουργήσει έναν συσχετισμό με την ποινική διαδικασία. Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το άρθρο 6 παρ. 2 είχε εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση.

Όσον αφορά την ουσία της καταγγελίας του προσφεύγοντος, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου  Nasimi, του Μαΐου 2006, σχετικά με την αστική αξίωση ανέγραφε ότι 2.327.059 AZN είχαν υπεξαιρεθεί και ότι παρόλο που οι κατηγορούμενοι είχαν απαλλαγεί από την ποινική δίωξη για το αδίκημα αυτό, η  ζημία που προκλήθηκε ως αποτέλεσμα του ποινικού αδικήματος δεν είχε αποζημιωθεί. Το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή η διατύπωση αντικατόπτριζε μια σαφή άποψη ότι διαπράχθηκε το ποινικό αδίκημα και ότι ο προσφεύγων ήταν ένοχος για το αδίκημα αυτό, παρόλο που δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να  ασκήσει τα δικαιώματα υπεράσπισης σε ποινική δίκη και ποτέ δεν καταδικάστηκε.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το δικαίωμα του προσφεύγοντος στο τεκμήριο αθωότητας παραβιάστηκε, κατά παράβαση του άρθρου 6 § 2 της Σύμβασης.

Άρθρο 1 του Πρώτου πρωτοκόλλου (προστασία περιουσίας)

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω πορίσματα, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε ανάγκη να ληφθεί χωριστή απόφαση για το παραδεκτό και το βάσιμο της καταγγελίας του προσφεύγοντος σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου.

Άρθρο 41 (δίκαιη ικανοποίηση)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι το Αζερμπαϊτζάν έπρεπε να καταβάλει στον προσφεύγοντα 4.700 ευρώ για ηθική βλάβη και 1.500 ευρώ για έξοδα και δαπάνες.

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες