Απόδοση κατόπιν δικαστικής απόφασης με καθυστέρηση κατασχεθέντων ποτών, όταν κατέστησαν ακατάλληλα για κατανάλωση. Παραβίαση δικαιώματος ιδιοκτησίας

ΑΠΟΦΑΣΗ

Avendi OOD κατά Βουλγαρίας της 04.06.2020 (αριθ. προσφ.  48786/09)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Κατάσχεση εμπορευμάτων στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας. Αθώωση και αμετάκλητη απόφαση για απόδοσή τους. Καθυστέρηση απόδοσής τους.  Δικαίωμα στην ιδιοκτησία.

Η προσφεύγουσα εταιρεία δραστηριοποιείται στην εμπορεία αλκοολούχων ποτών. Κατόπιν έρευνας που διενεργήθηκε κατασχέθηκε ποσότητα 26.748 φιαλών λικέρ
κρέμας Baileys γιατί δεν έφεραν τις απαιτούμενες δασμολογικές σφραγίδες αφού δεν είχε πληρωθεί ο φόρος κατανάλωσης. Τα ποινικά δικαστήρια αθώωσαν τους εκπροσώπους της εταιρείας και διατάχθηκε με αμετάκλητη απόφαση της 07.12.2005 η απόδοση των κατασχεθέντων ποτών.

Οι αρχές καθυστέρησαν να συμμορφωθούν στη δικαστική απόφαση και απέδωσαν τα ποτά τον Μάρτιο του 2007, όταν πλέον είχε παρέλθει η προβλεπόμενη επιτρεπτή ημερομηνία κατανάλωσης και είχαν καταστεί ακατάλληλα για χρήση από τους καταναλωτές.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι το κράτος μη νόμιμα δεν απέδωσε τα εμπορεύματα, παρά την ύπαρξη αμετάκλητης δικαστικής απόφασης που διέτασσε την επιστροφή τους.

Παραβίαση του δικαιώματος στην ιδιοκτησία (άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ).

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 1 ΠΠΠ

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΓΙΚΑ

Η προσφεύγουσα εταιρεία Avendi OOD, είναι μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης στη
Βουλγαρία με έδρα τη Σόφια, η οποία εμπορεύεται αλκοολούχα ποτά.
Η υπόθεση αφορούσε τη καταγγελία της προσφεύγουσας εταιρείας ότι οι αρχές δεν
συμμορφώθηκαν με τελική απόφαση που εξέδωσε το εγχώριο δικαστήριο που διέταξε την
επιστροφή των εμπορευμάτων της, τα οποία είχαν κατασχεθεί ως αποδεικτικά στοιχεία σε
ποινικές διαδικασίες.

Τον Ιανουάριο του 2005, η περιφερειακή αστυνομία της Βάρνας πραγματοποίησε
επιχείρηση έρευνας και κατάσχεσης σε αποθήκη όπου αποθηκεύονταν εμπορεύματα που
ανήκαν στην προσφεύγουσα εταιρεία. Η αστυνομία κατέσχεσε 26.748 μπουκάλια λικέρ
κρέμας Baileys που ανήκαν στην προσφεύγουσα εταιρεία ως αποδεικτικά στοιχεία σε
συνεχιζόμενες παράνομες ενέργειες κατά των M.M. και S.S. για τους οποίους
υπήρχαν υποψίες για αποθήκευση εμπορευμάτων υποκείμενων σε ειδικό φόρο
κατανάλωσης χωρίς τις απαραίτητες δασμολογικές σφραγίδες. Οι Μ.Μ. και S.S. ακολούθως
αθωώθηκαν και το περιφερειακό δικαστήριο της Βάρνας διέταξε την επιστροφή των
κατασχεθέντων φιαλών στην προσφεύγουσα εταιρεία. Η δικαστική απόφαση κατέστη αμετάκλητη το Δεκέμβριο του 2005.

Ωστόσο, οι ερευνητικές και φορολογικές αρχές συνέχισαν να διατηρούν τις  φιάλες εν αναμονή
της έκβασης παράλληλων διαδικασιών κατά της προσφεύγουσας εταιρείας για
εμπορία  εμπορευμάτων χωρίς τις υποχρεωτικές δασμολογικές σφραγίδες και κατά
εταιρείας εισαγωγής και του εκπροσώπου της για την πώληση των ποτών της
προσφεύγουσας εταιρείας χωρίς την υποχρεωτική σφραγίδα του ειδικού φόρου κατανάλωσης.

Τα εμπορεύματα  επεστράφησαν  τελικά στην προσφεύγουσα εταιρεία τον Μάρτιο του 2007,
οπόταν είχε παρέλθει η προβλεπόμενη επιτρεπτή ημερομηνία κατανάλωσης.Η προσφεύγουσα εταιρεία άσκησε αγωγή αποζημίωσης κατά του Κράτους, ζητώντας να αναγνωριστεί ότι η απόφαση άρνησης εκ μέρους των φορολογικών αρχών να επιστρέψουν τα εμπορεύματα ήταν παράνομη  και να της καταβληθεί αποζημίωση για κάθε θετική ζημία που υπέστη, αλλά η αγωγή της απορρίφθηκε.

Βασιζόμενη ιδίως στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (προστασία της ιδιοκτησίας) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η προσφεύγουσα εταιρεία
παραπονέθηκε ότι είχε στερηθεί τη περιουσία της και είχε υποστεί χρηματική ζημιά
λόγω της αδυναμίας  εκτέλεσης της αμετάκλητης  απόφασης εγχωρίου δικαστηρίου υπέρ της, μετά από μια σειρά παράνομων ενεργειών από τις φορολογικές και εισαγγελικές αρχές.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Η πρώτη και πιο σημαντική απαίτηση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου είναι ότι κάθε παρέμβαση μιας δημόσιας αρχής στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας  πρέπει να είναι νόμιμη. Η απαίτηση νομιμότητας, κατά την έννοια της Σύμβασης, απαιτεί συμμόρφωση με τις σχετικές διατάξεις του εσωτερικού δικαίου και συμβατότητα με το κράτος δικαίου, η οποία περιλαμβάνει την ελευθερία από την αυθαιρεσία.

Όσον αφορά τη νομιμότητα της παρέμβασης, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι έχει μόνο περιορισμένη εξουσία για την αντιμετώπιση φερόμενων νομικών σφαλμάτων από τις εθνικές αρχές. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η κατάσχεση των εμπορευμάτων της προσφεύγουσας  εταιρείας στις 6-7 Ιανουαρίου  2005 αποφασίστηκε για τους σκοπούς μιας ποινικής έρευνας που διεξήχθη κατά τρίτων. Η προσφεύγουσα εταιρεία είχε την ευκαιρία να ζητήσει την επιστροφή των εμπορευμάτων, το οποίο έκανε επιτυχώς λαμβάνοντας αμετάκλητη δικαστική απόφαση υπέρ της, η οποία κατέστη εκτελεστή στις 7 Δεκεμβρίου 2005. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η προσφεύγουσα εταιρεία αμφισβητούσε τη νομιμότητα της συνέχισης της κατάσχεσης των εμπορευμάτων  μετά από αυτό το χρονικό σημείο . Ωστόσο, η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι ακόμη και μετά από αυτήν την ημερομηνία, τα εμπορεύματα διατηρήθηκαν για διάφορους νόμιμους λόγους από τις αρχές. Επομένως, το Δικαστήριο όφειλε να εξακριβώσει αν υπήρχαν νόμιμοι λόγοι παρακράτησης μετά τις 7 Δεκεμβρίου 2005 και, εάν υπήρχαν αρχικά τέτοιοι λόγοι αλλά αργότερα εξαλείφθηκαν, και εάν από το σημείο αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η διατήρηση της κατάσχεσης των εμπορευμάτων δεν ήταν πλέον νόμιμη.

Επιπλέον, η απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 2005, με την οποία η περιφερειακή φορολογική αρχή της Βάρνας διέταξε την κατάσχεση των φιαλών, αναφέρθηκε ότι είχε κατασχεθεί από την αστυνομία στις 6 και 7 Ιανουαρίου 2005 στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, όχι στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας που κινήθηκε στις 11 Αυγούστου 2005.

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι το άρθρο 42 του νόμου περί διοικητικών παραβάσεων  και κυρώσεων 1969 προβλέπει συγκεκριμένα ότι μια διοικητική απόφαση που θεσπίζει παράβαση πρέπει να περιλαμβάνει κατάλογο τυχόν εμπορευμάτων που έχουν κατασχεθεί, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τον μεσεγγυούχο δηλαδή  το πρόσωπο ή το όργανο που είναι υπεύθυνο για την αποθήκευση αυτών των αγαθών. Η υποχρέωση περιγραφής των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν στη διαδικασία υπήρχε επίσης στην περίπτωση της κατάπτωσης. Ωστόσο, η απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 2005 δεν ανέφερε ότι τα εμπορεύματα της προσφεύγουσας εταιρείας χρησιμοποιήθηκαν ως αποδεικτικά στοιχεία, αλλά αναφέρθηκαν μόνο στην έκθεση έρευνας και κατάσχεσης της 6ης και 7ης Ιανουαρίου 2005 για να την εντοπίσουν. Όπως απαιτείται από την εθνική νομοθεσία, όταν ένας φάκελος μεταφέρεται από μία υπηρεσία σε άλλη, μεταφέρεται επίσης το σύνολο  των φυσικών αποδεικτικών στοιχείων που υπάρχουν σε αυτόν. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι δεν υπήρξε κανένα έγγραφο που να αποδεικνύει ότι εμπορεύματα που ανήκουν στην προσφεύγουσα  εταιρεία δεν μεταβιβάστηκαν στις φορολογικές αρχές ως μέρος των αποδεικτικών στοιχείων που προωθήθηκαν στη διοικητική διαδικασία.

Πράγματι, η αναφορά στο εμπόρευμα ως μέρος των αποδεικτικών στοιχείων που εξετάστηκαν κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας κατά της προσφεύγουσας εταιρείας έγινε για πρώτη φορά στις 31 Μαΐου 2006, όταν η φορολογική αρχή της Βάρνας απέρριψε αίτημα επιστροφής του.

Το Δικαστήριο δυσκολεύεται να δει πώς δεν θα είχε επιλυθεί αυτή η ασυνέπεια, εάν οι φιάλες θεωρούνταν πράγματι φυσικές αποδείξεις κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας  κατά της προσφεύγουσας εταιρείας. Επιπλέον, στις παρατηρήσεις τους, η κυβέρνηση δεν αντέκρουσε  με κανέναν τρόπο την ασυνέπεια στον αριθμό των φιαλών μεταξύ των διαφόρων διαδικασιών.

Όσον αφορά το επιχείρημα της Κυβέρνησης ότι οι φιάλες διατηρήθηκαν αργότερα ως αποδεικτικά στοιχεία κατά την ποινική διαδικασία κατά της δεύτερης ομάδας τρίτων, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η έκθεση έρευνας και κατάσχεσης της 6ης και 7ης Ιανουαρίου 2005 στην οποία στηρίζεται ο ισχυρισμός αυτός αφορούσε την κατάσχεση που πραγματοποιήθηκε στην ποινική διαδικασία κατά της πρώτης ομάδας τρίτων (στους οποίους δεν περιλαμβανόταν η εταιρεία). Οι διαδικασίες αυτές περατώθηκαν στις 5 Μαΐου 2006, ενώ οι ποινικές διαδικασίες κατά της δεύτερης ομάδας τρίτων περατώθηκαν στις 20 Ιουνίου 2006 και ο φάκελος στάλθηκε στο γραφείο του εισαγγελέα. Δεν υπάρχει τίποτα που να υποδεικνύει ότι αυτά τα δύο σύνολα συγχωνεύθηκαν ή ότι τα φυσικά αποδεικτικά στοιχεία που κατασχέθηκαν κατά τη διάρκεια του πρώτου γύρου προστέθηκαν στον φάκελο στο δεύτερο γύρο διαδικασιών.

Σημειώνοντας όλα τα παραπάνω στοιχεία, το Δικαστήριο δυσκολεύεται να αποδεχθεί ότι οι αρχές είχαν το δικαίωμα να διατηρούν αυθαίρετα  τα εμπορεύματα της προσφεύγουσας εταιρείας, μετά τις 7 Δεκεμβρίου 2005, κατά τη διάρκεια εκκρεμών παράλληλων διαδικασιών κατά της εταιρείας και τρίτων, χωρίς καμία απόφαση ή ακόμη και ένα διαδικαστικό έγγραφο επί του θέματος, όπως προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, παρά την ύπαρξη αμετάκλητης δικαστικής απόφασης που διέταξε την επιστροφή τους.

Ένα τελευταίο επιχείρημα, το οποίο πρέπει να αντιμετωπίσει το Δικαστήριο είναι το επιχείρημα της βουλγαρικής κυβέρνησης, δηλαδή ότι η προσφεύγουσα εταιρεία δεν ζήτησε προσηκόντως  την επιστροφή των φιαλών από τη φορολογική αρχή της Βάρνας στη διοικητική διαδικασία. Λαμβάνοντας υπόψη την έλλειψη σαφούς νομικής βάσης με την οποία τα μπουκάλια διατηρήθηκαν μετά τις 7 Δεκεμβρίου 2005, το Δικαστήριο δεν κρίνει ανεπαρκή τα μέτρα που έλαβε η προσφεύγουσα εταιρεία. Όσον αφορά την ποινική διαδικασία κατά της δεύτερης ομάδας τρίτων, το Δικαστήριο παρέπεμψε στη διαπίστωσή του ότι δεν λήφθηκε απόφαση σχετικά με τα ποτά στη διαδικασία αυτή και, επομένως, δεν βλέπει κανένα λόγο για την προσφεύγουσα εταιρεία να χρησιμοποιήσει αυτή τη διαδικαστική οδό για την ανάκτηση των εμπορευμάτων.

Οι ανωτέρω σκέψεις επαρκούσαν για να επιτρέψει στο Δικαστήριο να συμπεράνει ότι η καθυστερημένη επιστροφή των επίμαχων εμπορευμάτων μετά την αμετάκλητη δικαστική απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2005 συνιστούσε παράνομη παρέμβαση στα δικαιώματα της προσφεύγουσας εταιρείας βάσει του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου  Πρωτοκόλλου .

Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος στην ιδιοκτησία.

Δίκαιη ικανοποίηση: Το Δικαστήριο έκρινε ότι το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 41
της Σύμβασης όσον αφορά την χρηματική ζημία που προκύπτει από
την παραβίαση που διαπιστώθηκε δεν ήταν έτοιμο προς έκδοση απόφασης και θα το εξετάσει
μεταγενέστερα (επιμέλεια echrcaselaw.com).

 

 

 


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες