Ανάγνωση προανακριτικών καταθέσεων απόντων μαρτύρων. Μη παραβίαση της δίκαιης δίκης. Προϋποθέσεις αποδοχής των καταθέσεων

ΑΠΟΦΑΣΗ

Lobarev κ.α. κατά Ρωσίας της 28.01.2020 (αρ. προσφ. 10355/09, 14358/11, 12934/12, 76458/12, 25684/13 και 49429/14)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δίκαιη δίκη και ανάγνωση μαρτυρικών  καταθέσεων απολειπομένων μαρτύρων.

Οι προσφεύγοντες είναι Ρώσοι υπήκοοι. Κατά την διάρκεια ποινικής δίκης στην οποία ήταν κατηγορούμενοι, αναγνώστηκαν  προανακριτικές καταθέσεις απόντων μαρτύρων με αποτέλεσμα την καταδίκη τους. Διαμαρτυρήθηκαν για την ορθότητα της ποινικής διαδικασίας προβάλλοντας το επιχείρημα ότι το Δικαστήριο διέθετε άλλα αποδεικτικά στοιχεία και δεν είχε επιδείξει την δέουσα επιμέλεια για την ανεύρεση των μαρτύρων.

Το Στρασβούργο υπενθυμίζει τις αρχές που πρέπει να εφαρμόζονται σε περιπτώσεις όπου ένας μάρτυρας κατηγορίας είναι απών στη δίκη και οι προανακριτικές  καταθέσεις αναγιγνώσκονται και λαμβάνονται υπόψιν ως αποδεικτικά στοιχεία. Κατά το ΕΔΔΑ πρέπει:

(i)  να υπάρχει βάσιμος λόγος για την απουσία του μάρτυρα και, κατά συνέπεια, για την αποδοχή της κατάθεσής  του ως αποδεικτικού στοιχείου,

(ii) η προανακριτική  κατάθεση του απόντος  μάρτυρα να έχει σημαντική βαρύτητα και

iii) να υπάρχαν επαρκείς αντισταθμιστικοί παράγοντες,  ώστε να θεωρηθεί δίκαιο το σύνολο της διαδικασίας.

Στην υπό κρίση υπόθεση το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι υπήρχε σοβαρός λόγος για την απουσία των μαρτύρων, ότι ο τρόπος με τον οποίο τα εθνικά δικαστήρια ερμήνευσαν τις καταθέσεις των απόντων μαρτύρων δεν προέκριναν και δεν διαμόρφωσαν την κρίση τους, και τέλος ως αντισταθμιστικό παράγοντα παρατήρησε ότι η υπεράσπιση είχε κάθε δυνατότητα να αμφισβητήσει  τα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην δίκη,  συμπεριλαμβανομένων των προανακριτικών καταθέσεων των απόντων μαρτύρων. Συνεπώς τηρήθηκαν και οι τρεις όροι που θέτει το Στρασβούργο για τη δίκαιη δίκη. Κατά συνέπεια δεν υπήρξε παραβίαση του 6 §§ 1 και 3 (δ) της Σύμβασης

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

6 § 1

6 § 3 (δ)

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες Pavel Lobarev, Dmitriy Dumler, Stanislav Shkarin,  Roman Kazakovskiy,  Valeriy Kosov, και Vadim Novgorodov, είναι έξι Ρώσοι υπήκοοι που γεννήθηκαν το 1979, το 1965, το 1980, το 1985, το 1979, και το 1970 αντίστοιχα και ζουν σε διάφορες περιοχές της Ρωσίας.

Η υπόθεση αφορούσε την καταγγελία των προσφευγόντων ότι δεν ήταν σε θέση να εξετάσουν τους μάρτυρες κατηγορίας οι οποίοι ήταν απόντες κατά τη διάρκεια των ακροάσεων. Καταδικάστηκαν μεταξύ του 2008 και του 2014 με βάση, μεταξύ άλλων, προδικαστικές καταθέσεις  των μαρτύρων που δεν εμφανίστηκαν στο δικαστήριο επειδή κρύβονταν ή επειδή καταζητούνταν.

Προσέφυγαν, ισχυριζόμενοι ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν κατέβαλαν επαρκείς προσπάθειες για να εξασφαλίσουν την παρουσία των μαρτύρων σε δίκη και αρκέστηκαν στο να  αναγνώσουν τις προανακριτικές  τους καταθέσεις. Οι δικαστικές αποφάσεις  ωστόσο, έγιναν δεκτές.

Βασιζόμενοι στο δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και δικαίωμα παράστασης και εξέτασης των μαρτύρων (άρθρο 6 §§ 1 και 3 (δ)) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, οι προσφεύγοντες κατήγγειλαν ότι η ποινική διαδικασία εναντίον τους ήταν άδικη επειδή τα εθνικά δικαστήρια είχαν αναγνώσει  τις καταθέσεις των μαρτύρων χωρίς βάσιμο λόγο, περιορίζοντας έτσι το δικαίωμά τους να εξεταστούν οι εν λόγω μάρτυρες στο ακροατήριο.

Μη παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 (δ) της ΕΣΔΑ.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι οι εγγυήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6 παράγραφος 3 στοιχείο δ) αποτελούν ειδικές πτυχές του δικαιώματος για δίκαιη δίκη που θεσπίζεται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Επιπλέον, το κύριο μέλημα του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 6 § 1 είναι να αξιολογήσει την συνολική ορθότητα της ποινικής διαδικασίας.

Οι αρχές που πρέπει να εφαρμόζονται σε περιπτώσεις όπου ένας μάρτυρας κατηγορίας δεν συμμετέχει στη δίκη και οι προανακριτικές  καταθέσεις γίνονται δεκτές ως αποδεικτικά στοιχεία συνοψίστηκαν και καθιερώθηκαν στις αποφάσεις του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης Al-Khawaja και Tahery και Schatschaschwili. Σύμφωνα με αυτές τις αρχές, είναι αναγκαίο να εξετασθεί σε τρία στάδια η νομιμότητα της διαδικασίας, η οποία οδήγησε σε καταδίκη, με το άρθρο 6 §§ 1 και 3 (δ) της Σύμβασης. Πρέπει να εξεταστεί εάν:

(i) υπήρχε βάσιμος λόγος για τη απουσία του μάρτυρα και, κατά συνέπεια, για την αποδοχή ως αποδεικτικού στοιχείου, της κατάθεσης  του,

(ii) Η προανακριτική κατάθεση του απόντος  μάρτυρος αποτελεί τη μοναδική ή αποφασιστική βάση για την καταδίκη του κατηγορούμενου ή είχε σημαντική βαρύτητα και η αποδοχή της ενδέχεται να έχει δυσμενείς συνέπειες για την υπεράσπιση και

iii) υπήρχαν επαρκείς αντισταθμιστικοί παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των ισχυρών διαδικαστικών εγγυήσεων, για να αντισταθμιστούν τα μειονεκτήματα που προκαλούνται στην άμυνα ως αποτέλεσμα της αποδοχής των μη δοκιμασμένων αποδεικτικών στοιχείων και να εξασφαλιστεί ότι η δίκη, ως σύνολο, θα ήταν δίκαιη. Η έκταση των αντισταθμιστικών παραγόντων που απαιτούνται προκειμένου μια δίκη να θεωρηθεί δίκαιη θα εξαρτηθεί από το βάρος των καταθέσεων του απουσιάζοντος μάρτυρα. Όσο πιο σημαντικά είναι τα αποδεικτικά στοιχεία, τόσο περισσότερο βάρος θα έπρεπε να έχουν οι αντισταθμιστικοί παράγοντες, ώστε να θεωρηθεί δίκαιο το σύνολο των διαδικασιών.

Ωστόσο, σε περιπτώσεις όπου ένας μάρτυρας έχει κρυφτεί και είναι φυγόδικος, τα εθνικά δικαστήρια αντιμετωπίζουν μια κατάσταση όπου στην πράξη δεν έχουν κανένα μέσο για να τον εντοπίσουν και θα ήταν υπερβολικό και φορμαλιστικό να υποχρεωθούν τα εθνικά δικαστήρια να λάβουν μέτρα εκτός από τις προσπάθειες που έχουν ήδη αναληφθεί από τις αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο ειδικού νομικού πλαισίου για την αναζήτηση ατόμων που είναι φυγόδικοι.

Στις περιπτώσεις αυτές, το δικαστήριο πριν από τη διαπίστωση ότι υπάρχει βάσιμος λόγος για τη μη παρουσία μάρτυρα πρέπει να βεβαιωθεί, αφενός, ότι ο μάρτυρας είναι απών παρότι κλήθηκε να εμφανιστεί και, αφετέρου, ότι ο κατηγορούμενος  ενημερώνεται σχετικά με αυτό, και έχει την δυνατότητα να σχολιάσει τα ληφθέντα μέτρα.

α) Εφαρμογή των αρχών αυτών στις παρούσες υποθέσεις

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι τα ρωσικά δικαστήρια στηρίχθηκαν στις πληροφορίες που έλαβαν από αρμόδιες αρχές, δηλαδή τον εισαγγελέα, ανακριτή, αστυνομικούς, και του Περιφερειακού Τμήματος της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφαλείας,  ότι οι μάρτυρες είχαν κρυφτεί  και βεβαιώθηκε ότι οι μάρτυρες ήταν φυγόδικοι.

Οι προσφεύγοντες ενημερώθηκαν για την απουσία των μαρτύρων και για τους λόγους της απουσίας  κατά τη διάρκεια της δίκης και τίποτα δεν δείχνει ότι στερήθηκαν της δυνατότητας  να σχολιάσουν τους λόγους και τα ληφθέντα μέτρα. Πράγματι, το διαθέσιμο υλικό αποδεικνύει ότι οι σχετικές παρατηρήσεις έγιναν από τους προσφεύγοντες, όταν επέλεξαν να το πράξουν.

Εντούτοις, από το διαθέσιμο υλικό προκύπτει ότι τα ρωσικά δικαστήρια, έχοντας ασκήσει τον απαιτούμενο προσεκτικό έλεγχο, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι υπήρχε σοβαρός λόγος για τη μη συμμετοχή  των μαρτύρων. Το Δικαστήριο δεν έχει λόγους να διαφωνήσει με τα πορίσματά τους.

Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση ως προς την απόφαση Al-Khawaja, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι προδικαστικές καταθέσεις των απόντων  μαρτύρων δεν ήταν ούτε μοναδικές ούτε αποκλειστικές ούτε καθοριστικές, αλλά είχαν σημαντικό βάρος. Οι καταδίκες των προσφευγόντων βασίστηκαν σε πολλαπλά αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων, πέραν των καταθέσεων των απόντων μαρτύρων, σε ομολογίες από τους ίδιους τους προσφεύγοντες  και από καταθέσεις άλλων μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αποδεικτικά στοιχεία, αρχεία των ερευνών, εκθέσεις ιατροδικαστικών εξετάσεων και βιντεοσκοπήσεις. Ο τρόπος με τον οποίο τα εθνικά δικαστήρια ερμήνευσαν τις καταθέσεις των απόντων μαρτύρων δεν προέκριναν και δεν διαμόρφωσαν την κρίση τους για τα πραγματικά περιστατικά  στις αντίστοιχες υποθέσεις και στην καταδίκη των προσφευγόντων.

Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση της απόφασης Al-Khawaja, η οποία απαιτεί από το Δικαστήριο να εξετάσει αν υπήρχαν επαρκείς παράγοντες αντιστάθμισης για να αντισταθμίσει το μειονέκτημα η υπεράσπιση, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα διαθέσιμα στοιχεία, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η υπεράσπιση  ήταν ικανή να προβάλλει  αποτελεσματικά την υπόθεσή της στα εθνικά δικαστήρια, να αμφισβητήσει  τα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη δίκη, συμπεριλαμβανομένων των προανακριτικών καταθέσεων των απόντων μαρτύρων, να θέσει υπό αμφισβήτηση τους άλλους μάρτυρες κατηγορίας, να προωθήσει τις εκδοχές της  και να επισημάνει τις ασυνέπειες ή την ασυνέπεια για άλλα αποδεικτικά στοιχεία.

Τα ρωσικά δικαστήρια εξέτασαν τις εκδοχές των γεγονότων που παρουσίασε η υπεράσπιση, τα επαλήθευσαν και τα απέρριψαν για εύλογους λόγους. Η υπεράσπιση στις δίκες των προσφευγόντων μπόρεσε να καλέσει μάρτυρες υπεράσπισης των κατηγορουμένων (σύζυγοι, συγγενείς και φίλοι) και να αμφισβητήσει αποτελεσματικά τις καταθέσεις των απόντων μαρτύρων κατηγορίας. Όταν τα εθνικά δικαστήρια αρνήθηκαν να δεχθούν ορισμένους άλλους μάρτυρες υπεράσπισης, αιτιολόγησαν δεόντως τις αποφάσεις τους, οι οποίες δεν ήταν αυθαίρετες.

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι η ποινική διαδικασία κατά των προσφευγόντων ήταν δίκαιη. Κατά συνέπεια, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 (δ) της Σύμβασης στις υποθέσεις των προσφευγόντων (επιμέλεια echrcaselaw.com).


ECHRCaseLaw

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookies.

Privacy Settings saved!
Ρυθμίσεις Απορρήτου

Όταν επισκέπτεστε μία ιστοσελίδα, μπορεί να λάβει κάποιες βασικές πληροφορίες από τον browser σας, κατά βάση υπό τη μορφή cookies. Εδώ μπορείτε να ρυθμίσετε τη συγκατάθεσή σας σε όλα αυτά.

These cookies allow us to count visits and traffic sources, so we can measure and improve the performance of our site.

We track anonymized user information to improve our website.
  • _ga
  • _gid
  • _gat

Απορρίψη όλων των υπηρεσιών
Δέχομαι όλες τις υπηρεσίες